Γράφει η Ελισάβετ Χατζηπροδρόμου
Ο Αραβικός Σύνδεσμος, ή Σύνδεσμος των Αραβικών Κρατών, αποτελεί έναν από τους πρώτους περιφερειακούς οργανισμούς παγκοσμίως και τον πρώτο στη Μέση Ανατολή. Συστάθηκε μόλις λίγους μήνες πριν την επίσημη ίδρυση του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών (εφεξής ΟΗΕ) το 1945. Μάλιστα, οι Άραβες διπλωμάτες, στο συνέδριο για την ίδρυση του ΟΗΕ στο Σαν Φρανσίσκο το ίδιο έτος, φρόντισαν να σφραγίσουν τη θεσμική σύγκλιση του νεοσύστατου Συνδέσμου με τις αρχές του ΟΗΕ (Wichhart, 2019). Η προσπάθεια αυτή φανερώνει και την πρόθεση του αραβικού κόσμου να αποτελέσει ουσιαστικότερο μέρος στη διαμόρφωση της νέας μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων, χαρακτηριστικό της οποίας παρέμενε η θεσμική – και όχι μόνο- υπεροχή της Δύσης (Wichhart, 2019).
Ο Αραβικός Σύνδεσμος ιδρύθηκε μέσα από δύο διαδικασίες: το Πρωτόκολλο της Αλεξάνδρειας του 1944 και τον ολοκληρωμένο Καταστατικό Χάρτη του Συνδέσμου, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 10 Μαΐου 1945. Ιδρυτικά μέλη του είναι η Αίγυπτος, η Συρία, η τότε Υπεριορδανία, το Ιράκ, η Σαουδική Αραβία, ο Λίβανος και η Υεμένη, ενώ σήμερα τα προσχωρήσαντα κράτη-μέλη αγγίζουν τα 22, στα οποία συγκαταλέγονται η Λιβύη, το Σουδάν, το Μαρόκο, την Τυνησία, το Κουβέιτ, την Αλγερία, το Μπαχρέιν, το Κατάρ, το Ομάν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Μαυριτανία, τη Σομαλία, το Τζιμπουτί, τις Κομόρες και την Παλαιστίνη, η οποία αναγνωρίζεται ως κράτος (Νάσκου-Περράκη κ.ά., 2024).
Πρωτίστως, ο Αραβικός Σύνδεσμος εξέφραζε την ανάγκη για ένα ενιαίο και αποτελεσματικό όργανο εκπροσώπησης των αραβικών συμφερόντων. Καθώς γινόταν αντιληπτό μεταπολεμικά πως τα μικρά κράτη θα αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν σε ένα ανταγωνιστικό διεθνές σύστημα έναντι των ισχυρών δυτικών δυνάμεων και των συμμαχιών τους (Hourani, 1947), αναδύθηκε η ιδέα πως ενωμένες, οι αραβικές δυνάμεις θα αποτελούσαν ένα σημαντικότερο μπλοκ, από ό,τι ξεχωριστά. Ταυτόχρονα, κυριαρχούσε ιδεολογικά ο παναραβισμός, δηλαδή η ιδέα ενός μεγάλου και ενιαίου αραβικού έθνους με υπερεθνική ταυτότητα, η οποία θα ερχόταν σε αντιδιαστολή κυρίως με την αποικιοκρατική κατοχή και επιρροή των προηγούμενων δεκαετιών (Fawcett, 2019). Επομένως, η ιδεολογική ατμόσφαιρα της περιόδου απαιτούσε ένα όργανο εκπροσώπησης με περιφερειακό χαρακτήρα.
Ωστόσο, κυρίαρχη στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα ήταν και μια άλλη πτυχή της δυναμικής του αραβικού κόσμου, η οποία προέκυπτε ως άμεσο αποτέλεσμα της ιστορικής δημιουργίας του. Η αυθαίρετη διαίρεση των αραβικών επικρατειών σε έναν αριθμό «τυχαίων» κρατών μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα συνακόλουθα καθεστώτα εντολής και κηδεμονίας από τη Δύση, αλλά και οι εξελίξεις που αφορούσαν την οργανωμένη μετανάστευση κυμάτων εβραϊκού πληθυσμού στα εδάφη της Παλαιστίνης από τη Διακήρυξη Μπάλφουρ και μετά, υπογράμμισαν την αδυναμία των νεοσύστατων αραβικών κρατών απέναντι στις δυτικές δυνάμεις (Σπυρόπουλος, 2011). Αυτή η αντίληψη της μειονεκτικότητας οδήγησε, με τη σειρά της, από τον Μεσοπόλεμο και μετά, στην έξαρση ενός ρεύματος αραβικού εθνικισμού και αυτοδιάθεσης ενάντια στις αποικιακές δυνάμεις, σε μια απόπειρα για εθνικό αυτοπροσδιορισμό και διεκδίκηση των -πλέον- εθνικών συμφερόντων των αραβικών κρατών (Hourani, 1947).
Ο Αραβικός Σύνδεσμος, τα ιδρυτικά του κείμενα και η λειτουργία του αναδεικνύουν ακριβώς τη σύγκρουση μεταξύ των δύο αυτών κινήσεων, του εθνικού αυτοπροσδιορισμού και του παναραβισμού. Το προοίμιο του Καταστατικού Χάρτη, δηλαδή του Συμφώνου του Αραβικού Συνδέσμου, θέτει εξάλλου εξαρχής δύο ζητήματα: την ενδυνάμωση των στενών σχέσεων που ιστορικά ενώνουν τα αραβικά κράτη, και τον παράλληλο σεβασμό της ανεξαρτησίας και της εθνικής κυριαρχίας των κρατών, ως κεντρική βάση αυτής της διαδικασίας οικοδόμησης δεσμών (Νάσκου-Περράκη κ.ά., 2024; League of Arab States, 1945). Αυτή η διατύπωση συνιστά το δίπολο που καθόρισε την εξέλιξη του Συνδέσμου, ήτοι συμβιβασμός μεταξύ της επιθυμίας μιας αραβικής ταυτότητας και φόβος ότι μια τέτοια ενότητα στην πράξη θα υπονόμευε και θα απειλούσε την επιβίωση του πολιτικού καθεστώτος κάθε κράτους (Acharya & Johnston, 2007).
Το Σύμφωνο του Αραβικού Συνδέσμου το καθιστά αυτό σαφές. Παραδείγματος χάριν, το Άρθρο 8 του Συμφώνου προκρίνει τον σεβασμό και τη μη εμπλοκή στην πολιτειακή οργάνωση των επιμέρους κρατών-μελών (League of Arab States, 1945). Παράλληλα, εκτός από το Άρθρο 6, το οποίο προβλέπει απλώς την αμοιβαία υποχρέωση για αντιμετώπιση εξωτερικού κινδύνου, δεν προβλέπεται πουθενά ρητά καμία μορφή κοινής εξωτερικής πολιτικής ή δομή συντονισμένης στρατιωτικής άμυνας (League of Arab States, 1945). Αντιθέτως, οι στενότερες σχέσεις, ο συντονισμός των πολιτικών προγραμμάτων και η διατομεακή συνεργασία περιορίζονται, βάσει του Άρθρου 2 του Συμφώνου, στα οικονομικά, πολιτισμικά και κοινωνικά ζητήματα (Acharya & Johnston, 2007; League of Arab States, 1945).
Γίνεται κατανοητό πως ο Αραβικός Σύνδεσμος προβαλλόταν ως το εγχείρημα που ενσαρκώνει το όραμα του παναραβισμού, στην πραγματικότητα, όμως, διεπόταν κατεξοχήν από την αρχή της εθνικής κυριαρχίας. Πρόκειται για την ιδεολογική σύγκρουση μεταξύ των δύο μορφών του αραβικού εθνικισμού -του παναραβισμού και της εθνικής ανεξαρτησίας. Αυτή η σύγκρουση οδηγούσε τις αραβικές πολιτικές ηγεσίες σε μια αντιφατική στάση στο πλαίσιο του Συνδέσμου. Ενώ οι προσπάθειες υπεράσπισης των εθνικών συνόρων και της αυτονομίας του ενός κράτους εμπεριείχαν συχνά την αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας και των συνόρων κάποιου άλλου, εν τούτοις πάντα πλαισιώνονταν από το ρητορικό σχήμα της αραβικής ενότητας έναντι των “δυτικών” επινοημένων συνόρων και των δυτικών συμφερόντων, από το θεωρητικό πλαίσιο δηλαδή του ίδιου του Συνδέσμου (Barnett, 1995). Ήδη από την αρχή της λειτουργίας του, ο Αραβικός Σύνδεσμος ως περιφερειακός οργανισμός αποτέλεσε στην πράξη περισσότερο μέσο προώθησης εθνικών συμφερόντων και παγίωσης πολιτικών καθεστώτων, παρά ένα ενωμένο αραβικό μέτωπο. Η περίπτωση του Παλαιστινιακού ζητήματος επιβεβαιώνει χαρακτηριστικά την εξέλιξη αυτή.
Το Παλαιστινιακό ζήτημα ήταν εν πολλοίς το σημείο σύγκλισης των κρατών-μελών του Αραβικού Συνδέσμου και το βασικότερο πρακτικό ζήτημα προς επίλυση στον οργανισμό. Το Σύμφωνο του Συνδέσμου ξεκαθαρίζει εξάλλου στο Παράρτημά του για την Παλαιστίνη πως η de jure ανεξαρτησία της δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, πως αυτή κατοχυρώνεται από την προσήλωση στην αρχή της αυτοδιάθεσης και από την ίδια την Κοινωνία των Εθνών, και πως προβλέπεται η συμμετοχή της στον Σύνδεσμο διά επιλεγμένων αντιπροσώπων (League of Arab States, 1945). Το ξέσπασμα του Α’ Αραβοϊσραηλινού Πολέμου το 1948, ο οποίος αφορούσε τη διαχείριση του παλαιστινιακού ζητήματος και την εγκατάσταση των εβραϊκών πληθυσμών στα παλαιστινιακά εδάφη, επρόκειτο να δοκιμάσει και κυρίως να καθορίσει τη δεινότητα του Αραβικού Συνδέσμου ως περιφερειακού οργανισμού, ικανού να επιτελέσει τους συμφωνημένους και επικοινωνημένους στόχους του ως προς την υπεράσπιση του αραβικού κόσμου.
Το Σχέδιο Διχοτόμησης της Παλαιστίνης από τον ΟΗΕ το 1947, που προέβλεπε τη δημιουργία δύο κρατών και την κηδεμονία του ΟΗΕ στις πόλεις Ιερουσαλήμ και Βηθλεέμ, αποτέλεσε βασικό σημείο για το ξέσπασμα του πολέμου (Σπυρόπουλος, 2011). Τα αραβικά κράτη το απέρριπταν, ενώ το σιωνιστικό κίνημα τασσόταν υπέρ του σχεδίου, καθώς εξασφάλιζε κατά προτεραιότητα την επιδιωκόμενη κρατική υπόσταση και το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών (Σπυρόπουλος, 2011). Όταν το Ισραήλ κήρυξε την ανεξαρτησία του τον Μάιο του 1948, με την αποχώρηση της Βρετανίας από το καθεστώς κηδεμονίας των παλαιστινιακών εδαφών, τα αραβικά κράτη απέστειλαν τα στρατεύματά τους για την αντιμετώπιση μιας απειλής που θεωρήθηκε κατά βάση υπαρξιακή και συμβόλιζε τις δυτικές αποικιοκρατικές δυνάμεις (Σπυρόπουλος, 2011).
Ωστόσο, ο αραβικός συνασπισμός, του οποίου το κυριότερο συντονιστικό εργαλείο ήταν ο Αραβικός Σύνδεσμος, διακατεχόταν από διαφορετικά πολιτικά κίνητρα και αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα. Η Υπεριορδανία, προωθώντας το σχέδιο της «Μεγάλης Συρίας», το οποίο απαιτούσε την προσάρτηση παλαιστινιακών εδαφών ως πρώτο βήμα, δεν δίστασε να προχωρήσει σε μυστικές συνεννοήσεις με το Ισραήλ (Σπυρόπουλος, 2011). Οι φιλοδοξίες αυτές απειλούσαν άμεσα την κυριαρχία της Αιγύπτου, τη δυναστεία της Σαουδικής Αραβίας και την εύθραυστη ανεξαρτησία της Συρίας και του Λιβάνου -τα εδάφη των οποίων ίσως να ήταν τα επόμενα στις άμεσες υπεριορδανικές βλέψεις- (Σπυρόπουλος, 2011). Τα αραβικά κράτη παρεμπόδιζαν το ένα το άλλο, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται τελικά και κάθε ουσιαστική παρέμβαση υπέρ της Παλαιστίνης ως οντότητα, τάση που υπονόμευσε τον ίδιο τον σκοπό του Αραβικού Συνδέσμου εκ των βαθέων (Rogan & Shlaim, 2001).
Το γεγονός ότι το αραβικό στρατόπεδο ήταν διαιρεμένο, και δεν υπήρξε ποτέ μια βάση κοινού συντονισμού, παρά την ύπαρξη ενός οργάνου όπως ο Αραβικός Σύνδεσμος, επέτρεψε στο Ισραήλ να προσαρτήσει περίπου το 77% των παλαιστινιακών εδαφών σύμφωνα με το Σχέδιο Διχοτόμησης, δημιουργώντας ένα ανοιχτό μέτωπο διεκδίκησης των παλαιστινιακών εδαφών μέχρι και σήμερα (Σπυρόπουλος, 2011; United Nations, χ.χ.). Ακόμα και το Κοινό Συμβούλιο Άμυνας του Συνδέσμου το 1950, που προέκυψε μετά την ήττα στον Αραβοϊσραηλινό πόλεμο, ως απόπειρα διασφάλισης μιας μεγαλύτερης σύγκλισης στην εξωτερική πολιτική και στην στρατιωτική ισχύ του Συνδέσμου, δεν αποτέλεσε τελικά σημαντική βάση για πιο προχωρημένη ολοκλήρωση, ή έστω, άμβλυνση των διαφορών των κρατών στη βάση ενός κοινού στόχου (Νάσκου-Περράκη κ.ά., 2024)
Ο πόλεμος του 1948 ανέδειξε την πραγματική φύση του Αραβικού Συνδέσμου, η οποία επιβεβαιώνεται σε πολλά ιστορικά παραδείγματα μετέπειτα. Ο Αραβικός Σύνδεσμος αποτέλεσε κατεξοχήν το μέσο εργαλειοποίησης του παναραβισμού προς όφελος της ηγεμονικής Αιγύπτου και της παγίωσης του νασερικού καθεστώτος. Μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967, ο οποίος σηματοδότησε μια καταστροφική ήττα για τα αραβικά κράτη από το Ισραήλ και επέφερε σημαντικές απώλειες εδαφών, ο Αραβικός Σύνδεσμος όρισε τις βάσεις για την αντιμετώπιση του Ισραήλ στη Σύνοδο του Χαρτούμ. Ωστόσο οι κατευθυντήριες αυτές ακολουθήθηκαν έκτοτε μερικώς, ανάλογα με τα συμφέροντα του κάθε αραβικού κράτους στην εκάστοτε χρονική συγκυρία (Council on Foreign Relations, χ.χ.). Στον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου, οι διαδικασίες ειρήνευσης επήλθαν ως αποτέλεσμα της ατομικής δράσης της Σαουδικής Αραβίας και της Συρίας, μόνο κατ’ όνομα υπό την αιγίδα του Αραβικού Συνδέσμου (Council on Foreign Relations, χ.χ.).
Ο Αραβικός Σύνδεσμος, ως ο πρώτος περιφερειακός οργανισμός στη Μέση Ανατολή, ικανοποιούσε από την ίδρυσή του τις, κατ’ ομολογία, περιορισμένες και αλληλοσυγκρουόμενες ανάγκες των αραβικών κρατών της περιόδου. Αναμφίβολα, αποτέλεσε ιδιαίτερα σημαντικό θεσμό για το περιφερειακό σύστημα της Μέσης Ανατολής ως προς τις ιδρυτικές του διαδικασίες και τοποθέτησε τον αραβικό κόσμο στο διεθνές γίγνεσθαι ως μια ορατή διακριτή περιφερειακή οντότητα. Επίσης, είχε κάποιον βαθμό επιτυχίας ως προς τη δημιουργία ουσιαστικής συνεργασίας σε πολλούς τομείς, όπως στον συντονισμό στην εκπαίδευση, στις υποδομές -ενδεικτική περίπτωση είναι η Αραβική Ένωση Τηλεπικοινωνιών το 1953-, στις επαφές με τρίτα κράτη ή τη σημαντική παρουσία στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ (Νάσκου-Περράκη κ.ά., 2024; BBC News, 2017). Ωστόσο, παρά το ολοένα και πιο ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων του, δεν κατάφερε να προχωρήσει σε έναν βαθύτερο βαθμό θεσμικής ολοκλήρωσης (Νάσκου-Περράκη κ.ά., 2024). Ενδεικτική είναι η έλλειψη ενός σώματος μέσα στον Σύνδεσμο ικανού να επιβάλλει τις ψηφισμένες αποφάσεις του, προβλέποντας κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεων (Council on Foreign Relations, χ.χ.). Εν πολλοίς, οι διαφορές και διενέξεις μεταξύ των κρατών-μελών επιβράδυναν τον ρυθμό ανάπτυξής του και εμπόδισαν την ικανοποιητική, κοινή και ενιαία ανταπόκριση στις διάφορες προκλήσεις που παρουσιάστηκαν. Ο Σύνδεσμος λειτούργησε τελικά περισσότερο ως μέσο ανάκλασης ή παγίωσης των υφιστάμενων περιφερειακών ισορροπιών, παρά ανατροπής τους.
Πιο πρόσφατα, η Αραβική Άνοιξη που συντελέστηκε το 2011 στις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, έδωσε την ευκαιρία στον Αραβικό Σύνδεσμο να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο του και την επιρροή του στα αραβικά κράτη (BBC News, 2017). Ο Σύνδεσμος υποστήριξε ανοιχτά την ανατροπή του καθεστώτος Καντάφι στη Λιβύη, ενώ πήρε ξεκάθαρη θέση στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας, αποβάλλοντάς την από τον Σύνδεσμο ως ένδειξη διαμαρτυρίας απέναντι στο καθεστώς του Προέδρου Αλ Ασάντ (Council on Foreign Relations, χ.χ.; Νάσκου-Περράκη κ.ά., 2024). Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει, εάν η συγκυρία αυτή ήταν αρκετή ώστε να οδηγήσει στην επαναπροσέγγιση του Αραβικού Συνδέσμου στο νέο διεθνές περιβάλλον. Η απάντηση μάλλον είναι αρνητική. Ίσως τελικά οι ίδιες οι δομικές του αρχές να τον καθήλωσαν στο χαμηλό προφίλ ενός περιφερειακού οργανισμού του περασμένου αιώνα. Σήμερα, ο Σύνδεσμος τείνει ομολογουμένως να λειτουργεί περισσότερο συμπληρωματικά και σε επίπεδο διεθνών φόρα, παρά σε ανταγωνιστικό επίπεδο συντονισμού, συνεργασίας και ολοκλήρωσης (BBC News, 2017; Council on Foreign Relations, χ.χ.), ιδίως σε σύγκριση με αναδυόμενους οργανισμούς, όπως το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου.
Βιβλιογραφία/Πηγές
Πρωτογενείς πηγές
League of Arab States. (1945, March 22). Pact of the League of Arab States. The Avalon Project. https://avalon.law.yale.edu/20th_century/arableag.asp
United Nations. (χ.χ.). History of the question of Palestine. United Nations Information System on the Question of Palestine. Ανακτήθηκε στις 14 Μαρτίου 2026 από https://www.un.org/unispal/history/
Βιβλία
Ελληνόγλωσσα
Νάσκου-Περράκη, Π., Αντωνόπουλος, Κ., & Σαρηγιαννίδης, Μ. Χ. (2024). Διεθνείς οργανισμοί / Π. Νάσκου-Περράκη, Κ. Αντωνόπουλος, Μ. Σαρηγιαννίδης. (3η έκδ.). Εκδόσεις Σάκκουλα.
Σπυρόπουλος, Γ. Μ. (2011). Μέση Ανατολή: Αραβο-ισραηλινή διένεξη : ιστορία, πολιτική, διπλωματία / Γεώργιος Μ. Σπυρόπουλος. Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας.
Ξενόγλωσσα
Acharya, A., & Johnston, A. I. (Eds.). (2007). Crafting cooperation: Regional international institutions in comparative perspective. Cambridge University Press. https://research.ebsco.com/linkprocessor/plink?id=741c7e13-2f3f-3459-a52b-cbb0a27fd58a
Fawcett, L. (2019). International Relations of the Middle East. Oxford University Press. https://doi.org/10.1093/hepl/9780198809425.001.0001
Ακαδημαϊκά άρθρα
Barnett, M. N. (1995). Sovereignty, nationalism, and regional order in the Arab States System. International Organization, 49(3), 479–510
Hourani, C. A. (1947). The Arab League in Perspective. Middle East Journal, 1(2), 125–136. https://www.jstor.org/stable/4321856
Wichhart, S. (2019). The Formation of the Arab League and the United Nations, 1944–5. Journal of Contemporary History, 54(2), 328–346. https://www.jstor.org/stable/26643816
Ειδησεογραφικές πηγές
BBC News. (2017, August 24). Arab League profile. https://www.bbc.com/news/world-middle-east-15747941
Council on Foreign Relations. (χ.χ.). Arab League. Ανακτήθηκε στις 14 Μαρτίου 2026 από https://www.cfr.org/backgrounder/arab-league
Πηγή Εικόνας:
Al Jazeera. (2023, May 7). Arab League agrees to bring Syria back into its fold. https://www.aljazeera.com/news/2023/5/7/arab-league-agrees-to-bring-syria-back-into-its-fold
