Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Κρίσεις και Ζητήματα Ασφαλείας

Η τεχνολογική γεωπολιτική ΗΠΑ-Ινδίας και το iCET ως μηχανισμός αναχαίτισης της κινεζικής τεχνολογικής ισχύος

Γράφει η Αθηνά Κυριαντζή

Τον Ιανουάριο του 2023, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και η Ινδία εγκαινίασαν επισήμως την «Πρωτοβουλία ΗΠΑ-Ινδίας για Κρίσιμες και Αναδυόμενες Τεχνολογίες», ευρέως γνωστή ως “Initiative on Critical and Emerging Technology” (εφεξής iCET) (Bhandari et al., 2023). Καθοδηγούμενη από τα Εθνικά Συμβούλια Ασφάλειας των δύο χωρών, η Πρωτοβουλία στοχεύει στην από κοινού ανάπτυξη κρίσιμων τεχνολογικών τομέων, όπως είναι οι ημιαγωγοί και η τεχνητή νοημοσύνη μέσω της αύξησης των ακαδημαϊκών ερευνητικών ροών και της εμπλοκής του ιδιωτικού παράγοντα στη συνολική χρηματοδότηση και την υλοποίηση της Πρωτοβουλίας. (Chaudhuri, 2023). Παράλληλα, η χάραξη κοινών στρατηγικών δρόμων οικονομικής και αμυντικής ανάδυσης αποτελεί εξίσου ένα κομβικό σημείο της πρωτοβουλίας, ιδίως υπό το πρίσμα των «αυξανόμενων περιπλοκοτήτων αυτού του ουσιαστικώς διαφορετικού γεωπολιτικού κόσμου» (Chaudhuri & Bhandari, 2024· The White House, 2023).

Η θεσμική αυτή εμβάθυνση συμπίπτει με μια ευρύτερη διαδικασία μετασχηματισμού της ινδικής εξωτερικής πολιτικής. Η παραδοσιακή αρχή της «στρατηγικής αυτονομίας» της Ινδίας, η οποία καθόρισε επί δεκαετίες τη διεθνή της συμπεριφορά, επαναπροσδιορίζεται σταδιακά προς μία πολιτική ευθυγράμμισης και ενεργούς πολιτικής εμπλοκής (Rossow, 2025). Οι ΗΠΑ, εν προκειμένω, αναδεικνύονται σε κεντρικό στρατηγικό εταίρο. Συγκεκριμένα, τα τελευταία χρόνια μία σειρά διμερών και πολυμερών πρωτοβουλιών έχει μεταβάλει σημαντικά την ποιότητα της συνεργασίας των δύο χωρών. Από μία ευρεία πολιτική σύμπλευση, οι σχέσεις έχουν μετεξελιχθεί σε ένα δίκτυο εξειδικευμένων τομέων συνεργασίας (Shivakumar & Sharma, 2025). Στο πλαίσιο αυτό, στοχευμένες βιομηχανικές συμφωνίες και πρωτοβουλίες όπως η “US-India Defense Trade and Technology Initiative” (DTTI) και η “Transforming the Relationship Utilizing Strategic Technology” (TRUST) έχουν διαμορφώσει ένα πολυδιάστατο δίκτυο τεχνολογικών αλληλεξαρτήσεων, το οποίο καλύπτει κρίσιμους τομείς, όπως η άμυνα, η κυβερνοασφάλεια και οι ημιαγωγοί (European Foundation for South Asian Studies, 2023).

Οι παραπάνω εξελίξεις στη στρατηγική και τεχνολογική συνεργασία ΗΠΑ-Ινδίας καθιστούν αναγκαία την υιοθέτηση ενός θεωρητικού πλαισίου ικανού να ερμηνεύσει  τη διαπλοκή τεχνολογίας στο σύγχρονο διεθνές σύστημα. Στο πλαίσιο αυτό,  η έννοια της «παγκόσμιας τεχνοπολιτικής» (Global Technopolitics, GTP), όπως αποτυπώνεται στη σύγχρονη βιβλιογραφία και ενδεικτικά στο έργο “History and the Technopolitics of Identity: The Case of Apartheid South Africa” (2010) των Paul N. Edwards και Gabrielle Hecht, αποτελεί ένα υβρίδιο τεχνικών συστημάτων και πολιτικών πρακτικών που παράγουν νέες μορφές ισχύος και πολιτικής δράσης. Στο ευρύτερο αυτό θεωρητικό πλαίσιο, η τεχνολογία δεν αποτελεί ένα ουδέτερο εργαλείο. Αντιθέτως, είναι «βαθιά ενσωματωμένη στο παγκόσμιο σύστημα» (Fritsch, 2011, σ28)  και επηρεάζει έντονα και ποικιλοτρόπως την πολιτική και την οικονομία (Yan et al., 2024). Ως εκ τούτου, καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων, τα οποία εκτείνονται από την χάραξη πολιτικών ρύθμισης των αναδυόμενων τεχνολογιών, έως και την χρήση της τεχνολογίας σε εμπόλεμες επιχειρήσεις (Fritsch, 2014). Υπό το πρίσμα αυτό, οι στρατηγικές επιλογές των κρατών καθορίζουν ισορροπίες ισχύος σε παγκόσμιο επίπεδο.

Κατά συνέπεια, η περίπτωση της iCET δείχνει πώς η τεχνολογία δεν είναι απλώς εργαλείο, αλλά ένας παράγοντας που αναδιαμορφώνει τις στρατηγικές αλληλεξαρτήσεις και τις μορφές συνεργασίας μεταξύ κρατών. Στο πλαίσιο αυτό και σε συνάφεια με την παραπάνω οπτική, η πρόσφατη βιβλιογραφία έχει επιχειρήσει να εμβαθύνει περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία αναδιαμορφώνει κλασικές έννοιες της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων. Ειδικότερα, ορισμένοι μελετητές αναδεικνύουν ότι η «εξισορρόπηση ισχύος» δεν δύναται να κατανοηθεί πλέον αποκλειστικά μέσα από υλικά μεγέθη όπως οι στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά απαιτεί την ενσωμάτωση τεχνολογικών παραγόντων  στην ανάλυσή της (Nexon, 2009). Σε αυτό το πλαίσιο, εισάγεται η έννοια της «εξισορρόπησης μέσω δικτύων» (network balancing), σύμφωνα με την οποία σύγχρονα ψηφιακά οικοσυστήματα λειτουργούν ως νέοι μηχανισμοί επιρροής και ασφάλειας (Hyun, 2024). Η θεωρητική αυτή ευθυγραμμίζεται με την έννοια της «παγκόσμιας τεχνοπολιτικής», καθώς και με πιο σύγχρονες προσεγγίσεις όπως αυτή του «τεχνοεθνικισμού», η οποία συνδέει την τεχνολογική αυτάρκεια με την οικονομική ασφάλεια και εθνική κυριαρχία (Bitzinger, 2022).

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η iCET λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός θεσμοθέτησης και επιτάχυνσης της τεχνολογικής ανόδου (Chaudhuri & Bhandari, 2024). Οι έξι βασικοί άξονες της πρωτοβουλίας (τεχνητή νοημοσύνη, ημιαγωγοί, κβαντικές τεχνολογίες, τηλεπικοινωνίες, διαστημική τεχνολογία, βιοτεχνολογία), συγκροτούν ένα δίκτυο οικοσυστημάτων καινοτομίας και αλληλεπίδρασης βιομηχανικών και στρατηγικών δυνατοτήτων.

Πρωταγωνιστικό ρόλο στην διαδικασία αυτή διαδραματίζουν οι κοινές ομάδες εργασίας, τα προγράμματα ανταλλαγής και τέλος οι επενδύσεις στην έρευνα και στην ανάπτυξη (R&D) (Sinha, 2024). Μέσω αυτών των μηχανισμών, η Ινδό-αμερικανική πρωτοβουλία μετατρέπει γενικές κατευθύνσεις σε συγκεκριμένα πεδία συνεργασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα πρακτικής εφαρμογής αποτελεί ο τομέας των ημιαγωγών (Pant & Lall, 2024). Η «Συνεργασία ΗΠΑ-Ινδίας για τους Ημιαγωγούς» (U.S.-India Semiconductor Partnership) δεν αφορά αποκλειστικά την παραγωγή τεχνογνωσίας. Αντιθέτως, οι δύο χώρες έχουν συναινέσει στην ενίσχυση των δυνατοτήτων σχεδιασμού και κατασκευής, με σκοπό να δημιουργηθούν νέες και ανθεκτικές εφοδιαστικές αλυσίδες ημιαγωγών. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιωτικοί τεχνολογικοί παράγοντες όπως η αμερικανική εταιρεία Micron Technology, καθώς και η Lam Research Corporation, έχουν αποτελέσει σημαντικά επενδυτικά εργαλεία σύμπραξης. Συγκεκριμένα, και οι δύο εταιρείες έχουν προβεί σε καθοριστικές πρωτοβουλίες, όπως είναι η δημιουργία νέων μονάδων συναρμολόγησης chips ύψους 2,75 δις. δολαρίων, συνεισφέροντας στην οικοδόμηση ενός εναλλακτικού κόμβου παραγωγής, ο οποίος μειώνει την εξάρτηση από μονοπωλιακούς διεθνείς προμηθευτές (Moret & Allgood, 2024).

Επιπλέον, η πρωτοβουλία “Transforming the Relationship Utilizing Strategic Technology” (TRUST) ενισχύει και συμπληρώνει την iCET, παρέχοντας επιπλέον πλαίσια δημιουργίας νέων οδών επιτάχυνσης των υποδομών τεχνητής νοημοσύνης στην Ινδία, ενώ ενθαρρύνει επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων δεύτερης γενιάς. Ταυτόχρονα, ενισχύει τη συγκρότηση διαφοροποιημένων αλυσίδων εφοδιασμού, καθώς εκτείνεται και σε τομείς, όπως τα κρίσιμα ορυκτά, τα φαρμακευτικά προϊόντα και τα προηγμένα υλικά (Ministry of External Affairs, 2025).

Εν συνεχεία, η συνδρομή ιδιωτικών ομίλων ισχυροποιεί την αποδοτικότητα και την βιωσιμότητα των δράσεων της iCET. Χαρακτηριστικά, εταιρείες όπως η Qualcomm, η Tata και συγκεκριμένα η Google, διασφαλίζει, μέσω του India Digitization Fund και του AI Research Center, την ανάπτυξη μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, ενώ ηγείται σε πρωτοβουλίες κβαντικού υπολογισμού (Bhandari et al., 2023). Η εμπλοκή αυτή λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος για την πρωτοβουλία, καθώς επιτρέπει την ταχύτερη μεταφορά τεχνογνωσίας και ανθρώπινου κεφαλαίου.

Η Ινδό-αμερικανική αυτή σύγκλιση δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο. Αντιθέτως, αντανακλά βαθύτερες δομικές αλλαγές στην ευρύτερη περιοχή του Ινδό-Ειρηνικού (Rossow, 2025). Η κλιμακούμενη τεχνολογική άνοδος της Κίνας αποτελεί καθοριστικό παράγοντα αυτών των αλλαγών. Την τελευταία δεκαετία, το Πεκίνο έχει αναδειχθεί σε παγκόσμιας έκτασης παραγωγό τεχνολογικά σύνθετων προϊόντων, όπως είναι ο τηλεπικοινωνιακός εξοπλισμός της Huawei, τα υψηλής ταχύτητας σιδηροδρομικά μέσα μεταφοράς, 5G υποδομές, ηλιακά πάνελ κ.ο.κ. (Atkison, 2024; Wang, 2023) Παράλληλα, η Κίνα επιδεικνύει αντίστοιχη πρόοδο σε αναδυόμενους τομείς. Η τεχνητή νοημοσύνη, η κβαντική πληροφορική, η ρομποτική και η βιοτεχνολογία συνιστούν, πλέον, πεδία στα οποία η Κίνα αναπτύσσει εγχώρια ερευνητική και παραγωγική ικανότητα. Σύμφωνα, μάλιστα, με τον Παγκόσμιο Δείκτη Καινοτομίας (2025) «η Κίνα εισήλθε για πρώτη φορά στην πρώτη δεκάδα των πιο καινοτόμων οικονομιών παγκοσμίως, ενώ ηγείται παγκοσμίως σε παραγωγή γνώσης και τεχνολογίας». Στο πλαίσιο αυτό, ορισμένοι μελετητές διατείνονται ότι η κινεζική πρόοδος, στους εν λόγω τομείς, παρουσιάζει ρυθμούς που υπερβαίνουν τους αντίστοιχους των δυτικών οικονομιών, υποδηλώντας μία σταδιακή μετατόπιση του κέντρου βάρους της παγκόσμιας καινοτομίας, γεγονός που καθιστά στρατηγικές πρωτοβουλίες όπως η iCET καθοριστικές στην προσπάθεια εξισορρόπησης της περιφερειακής ισχύος (Min et al., 2023).

Η ποιοτική αυτή ανέλιξη αποτελεί προϊόν μακροχρόνιου κρατικού σχεδιασμού, υψηλής χρηματοδότησης και σύμπλευσης του ιδιωτικού και δημοσίου τομέα. Η κινεζική στρατηγική εξελίσσεται σε ένα συνεκτικό αναπτυξιακό δόγμα, το οποίο περιλαμβάνει πρωτοβουλίες όπως το “Made in China 2025” και το “China Standards 2035”. Και οι δύο αποσκοπούν στην αναβάθμιση της κινεζικής βιομηχανικής βάσης, ενισχύοντας παράλληλα τη δυνατότητα του Πεκίνο να καθορίζει διεθνή τεχνολογικά πρότυπα (Kuo, 2025; Council of Foreign Relations, 2020). Ωστόσο, καίρια είναι και η επίτευξη αυτονομίας σε κρίσιμους τεχνολογικούς τομείς. Ήδη, από το 2017, το Πεκίνο θέσπισε φιλόδοξους στόχους, ώστε να αναδειχθεί σε παγκόσμια ηγεμονία έως το 2030. Η κατεύθυνση αυτή ενσωματώνεται σε πενταετή σχέδια, όπως το 14ο (2021-2025), τα οποία επικεντρώνονται στην επίτευξη αυτοδύναμης παραγωγής chips, γλωσσικών μοντέλων και υποδομών (Chang et al., 2025). Εν προκειμένω, η πρωτοβουλία “AI self-reliance 2024-25” εστιάζει στην ενίσχυση των εγχώριων δυνατοτήτων στην τεχνητή νοημοσύνη, συμπεριλαμβάνοντας τεχνολογίες αιχμής όπως οι κβαντικοί υπολογιστές και οι υποδομές δεδομένων, μειώνοντας την εξάρτηση από ξένες τεχνολογίες (Peilin et al., 2025).

Η δυναμική αυτή ενισχύεται περαιτέρω μέσω εκτεταμένων κρατικών επενδύσεων στην έρευνα και στην ανάπτυξη (R&D) και την διαμόρφωση ενός ισχυρού οικοσυστήματος καινοτομίας. Σύμφωνα με στοιχεία του «Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης» (ΟΟΣΑ), οι κινεζικές δαπάνες έφτασαν τα 3,6% τρισεκατομμύρια Γιουάν το 2023, με ρυθμό αύξησης 8% , υπερβαίνοντας σαφώς τους αντίστοιχους των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Organisation for Economic Co-operation and Development, 2025). Επιπλέον, η Κίνα υλοποιεί στοχευμένες επενδύσεις στις επιστήμες της Φυσικής, της Τεχνολογίας, της Μηχανικής και των Μαθηματικών (STEM education). Συνδυάζοντας την ανάπτυξη προγραμμάτων προσέλκυσης διεθνούς επιστημονικού δυναμικού, της χρηματοδότηση υποτροφιών και την ενίσχυση των ακαδημαϊκών υποδομών, όπως παρατηρείται στα πανεπιστήμια Tsinghua και Peking, στοχεύει στην δημιουργία ενός υψηλού εξειδικευμένου ανθρώπινου κεφαλαίου, ικανού να υποστηρίξει την ανάπτυξη κρίσιμων τεχνολογικών τομέων. Χαρακτηριστικά, αποσκοπεί στην παραγωγή 20 εκατομμυρίων αποφοίτων STEM έως το 2030.

Η προοπτική μίας αναθεωρητικής Κίνας έχει βαθιές επιπτώσεις στη στρατηγική σκέψη της Ινδίας. Η μακροχρόνια συνοριακή αντιπαράθεση, η εκτεινόμενη στρατιωτική παρουσία της Κίνας στον Ινδικό Ωκεανό και τέλος η ραγδαία τεχνολογική ανέλιξη της σε κρίσιμες τεχνολογίες αποτελούν συμβάντα που ενέτειναν τα μέτρα αποστασιοποίησης (Rossow, 2025). Χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι ότι, μετά το 2020, το Νέο Δελχί προχώρησε στην απαγόρευση χρήσης κινεζικών ψηφιακών εφαρμογών (Sherman & Liu, 2020).

Υπό αυτό το πρίσμα, η συνεργασία ΗΠΑ-Ινδίας, υπό την ομπρέλα της iCET, συνθέτει ένα νέο οικοδόμημα, το οποίο αναδεικνύει την Ινδία σε επενδυτικό χώρο βιομηχανικής και τεχνολογικής ανέλιξης. Το αποτέλεσμα αυτό προκύπτει από τις προσπάθειες των ΗΠΑ, κυρίως υπό την προεδρεία του Αμερικανού προέδρου Donald Trump, να περιορίσουν τις τεχνολογικές φιλοδοξίες της Κίνας (tech containment) (Carchidi, 2024). Συγκεκριμένα, η Ουάσιγκτον αντιλαμβάνεται την ανάδυση αυτή ως πρόκληση για την αμερικανική πρωτοκαθεδρία και ως εκ τούτου αντιμετωπίζεται πλέον ως ο κατεξοχήν συστημικός αντίπαλος (National Security Strategy, 2017). Η υιοθέτηση της στρατηγικής της «τεχνολογικής αποσύνδεσης» (strategic decoupling), δηλαδή του περιορισμού της αλληλεξάρτησης, αποτελεί κρίσιμο εργαλείο αυτής της προσπάθειας. Ενδεικτική περίπτωση αποτελούν οι ολοένα αυστηρότεροι έλεγχοι εξαγωγών σε προηγμένα microchips και κρίσιμες πρώτες ύλες (chokepoint technologies), αλλά και η αναδιάταξη κρίσιμων τεχνολογικών αλυσίδων παραγωγής προς «φιλικά» κράτη» (friendshoring) (Murphy, 2022; Mellsop, 2025). Η Ινδία, επομένως, καθίσταται ασφαλής χώρος πρόσβασης σε τεχνολογίες αιχμής και στρατηγικός κόμβος ανάσχεσης.

Παράλληλα, ευρύτερα πλέγματα θεσμικών και στρατηγικών μηχανισμών πλαισιώνουν την iCET, με κύριο άξονα την αναδιάρθρωση των παγκόσμιων αλυσίδων. Συγκεκριμένα, ο αμερικανικός νόμος “CHIPS and Science Act” (2022), περιορίζει την τεχνολογική συνεργασία με χώρες της Ανατολικής Ασίας, στις οποίες και αντιστοιχεί το 75% της παγκόσμιας παραγωγής ημιαγωγών, μέσω παροχής γενναίων χρηματικών κινήτρων για επενδύσεις σε αξιόπιστους εταίρους, όπως είναι η Micron που προαναφέρθηκε (Curtis, 2023; Ministry of Foreign Affairs, 2022). Επιπλέον, η QUAD αποτελεί ακόμα ένα κρίσιμο φόρουμ συντονισμού. Μέσω της ομάδας εργασίας επί των «Κρίσιμων και Αναδυόμενων Τεχνολογιών» και, συγκεκριμένα, της «Πρωτοβουλίας για την Εφοδιαστική Αλυσίδα Ημιαγωγών», τα αποτελούμενα μέλη ενισχύουν την ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων, αξιοποιώντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματα τους (Curtis,2023). Ειδικότερα,  τα σημαντικά αποθέματα ορυκτών και οι εξορυκτικές δυνατότητες της Αυστραλίας, σε συνδυασμό με την ηγετική θέση της Ιαπωνίας στα προϊόντα μνήμης, ενισχύουν τα τεχνολογικά οικοσυστήματα στην περιοχή του Ινδό-Ειρηνικού (Shivakumar & Sharma, 2025).

Η δημιουργία αυτού του δικτύου πολλαπλών επιδράσεων, αν και εντείνει την ταχεία ανταπόκριση σε τεχνολογικές προκλήσεις, αντιμετωπίζει παράλληλα και μία σειρά προβλημάτων. Οι πολύπλοκες διαδικασίες εξαγωγικών ελέγχων και η περιορισμένη κινητικότητα ανθρώπινου κεφαλαίου στους τομείς STEM περιορίζουν την ακλόνητη υλοποίηση των επιδιωκόμενων στόχων. Ακόμα, η εξάρτηση της πρωτοβουλίας από προσωπικές δεσμεύσεις υψηλόβαθμων αξιωματούχων ενέχει τον κίνδυνο της ασυνέχειας, ιδίως σε χρονικές περιόδους πολιτικής εναλλαγής (Bhandari et al., 2023). Οι εν λόγω περιορισμοί αναδεικνύουν ότι η iCET εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από εγγενείς τρωτότητες.

Παρόλα αυτά, η «Πρωτοβουλία ΗΠΑ-Ινδίας για Κρίσιμες και Αναδυόμενες Τεχνολογίες» θέτει τις βάσεις για την τεχνολογική αναδιάταξη της Ασίας. Καθώς η Κίνα αναζητά νέες στρατηγικές μέσω πολυμερών οργανισμών, όπως είναι οι BRICS, και ενόσω η Ινδία επιδιώκει να αναλάβει τα ινία στην καινοτομία, διαμορφώνεται ένα νέο πολυπολικό τεχνολογικό οικοσύστημα. Σε αυτό το πλαίσιο, η κάλυψη των κενών ασφαλείας μέσω της εξασφάλισης της τεχνολογικής υπεροχής στην περιοχή του Ινδό-Ειρηνικού θα καθορίσει το μέλλον της ψηφιακής διπλωματίας το επόμενο διάστημα. Με γνώμονα των παραπάνω, η σύγκλιση και η αβεβαιότητα συνυφαίνονται, καθιστώντας την iCET παράγοντα μεταβολών στην νέα παγκόσμια τεχνολογική τάξη.

Βιβλιογραφία

  1. Άρθρα από ακαδημαϊκές πηγές

 

  1. Πρωτογενείς πηγές (κρατικά έγγραφα, επίσημοι οργανισμοί, διεθνείς θεσμοί)

 

  1. Αναλύσεις από think tanks, ερευνητικά κέντρα & policy papers

 

  1. Ειδησεογραφικές πηγές & άρθρα από blogs

 

  1. Πηγή εικόνας