Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Υπόθεση Lăcătuș v. Switzerland: Η απαγόρευση επαιτείας και το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας

Γράφει η Χαρίκλεια-Μαρία Καραγιάννη

Η υπόθεση Lăcătuș κατά Ελβετίας, η οποία εξετάζεται στην παρούσα ανάλυση, αφορά την ποινική δίωξη και καταδίκη μιας άστεγης Ρομά γυναίκας από τη Ρουμανία, η οποία έκανε επαιτεία στους δρόμους της Γενεύης, και υποστήριξε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΔΔΑ) ότι η πλήρης απαγόρευση της επαιτείας παραβίαζε το δικαίωμά της στον σεβασμό της ιδιωτικής της ζωής, όπως προστατεύεται από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ), εν συνδυασμώ προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η σχετική απόφαση του ΕΔΔΑ του 2021 δε, αποτέλεσε ορόσημο καθώς για πρώτη φορά το Δικαστήριο έκρινε ότι η ποινική αντιμετώπιση της επαιτείας, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και στην προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ήτοι σε θεμελιώδη δικαιώματα που κατέχουν κεντρική θέση στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη.

Η προσφεύγουσα, συγκεκριμένα, ζούσε σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Το 2011, αστυνομικοί της Γενεύης της επέβαλαν πρόστιμο βάσει καντονιακής διάταξης που προέβλεπε καθολική απαγόρευση της επαιτείας. Αδυνατώντας να καταβάλει το χρηματικό πρόστιμο, επεβλήθη στη Lăcătuș ποινή φυλάκισης 5 ημερών. Η ίδια υποστήριξε ότι η ποινή ήταν δυσανάλογη και το δικαίωμα επαιτείας αποτελούσε γι’ αυτήν μέσο επιβίωσης, όπως επίσης και ότι η επίμαχη απαγόρευση προσέβαλλε την ανθρώπινη υπόστασή της, μέσα από την ποινικοποίηση της ακραίας φτώχειας (Heri, 2021). Το ΕΔΔΑ δε, επιλήφθηκε της υπόθεσης ύστερα από εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων, εφόσον τα εθνικά δικαστήρια είχαν αποφανθεί ότι την πλήρη απαγόρευση δικαιολογούσαν λόγοι δημόσιας τάξης και προστασίας του κοινωνικού συνόλου (Rietiker & Levine, 2022).

Σε εθνικό επίπεδο, η υπόθεση εξετάστηκε διαδοχικά από τα αρμόδια ελβετικά δικαστήρια, τα οποία επικύρωσαν την επιβολή διοικητικών και ποινικών κυρώσεων εις βάρος της προσφεύγουσας λόγω παραβίασης της καντονιακής νομοθεσίας της Γενεύης, η οποία προέβλεπε την πλήρη απαγόρευση της επαιτείας σε δημόσιους χώρους. Ειδικότερα, τα δικαστήρια έκριναν ότι μέσω του συγκεκριμένου μέτρου επιδιωκόταν η επίτευξη θεμιτών σκοπών δημοσίου συμφέροντος, όπως η διατήρηση της δημόσιας τάξης, η πρόληψη της εγκληματικότητας και η προστασία των δικαιωμάτων τρίτων, αποδίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανάγκη διασφάλισης της κοινωνικής συνοχής. Παράλληλα, απερρίφθησαν οι συλλογισμοί περί δυσανάλογης επέμβασης στα θεμελιώδη δικαιώματα της προσφεύγουσας, λαμβάνοντας υπόψη ότι η απαγόρευση εφαρμόζεται γενικά και αντικειμενικά, χωρίς να στοχοποιεί συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, και ότι εντάσσεται στο ευρύ περιθώριο εκτίμησης που διαθέτουν τα κράτη στον τομέα της δημόσιας τάξης.

Εν συνεχεία, το ΕΔΔΑ έχοντας εξετάσει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο πολλών κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την επαιτεία, διαπίστωσε ότι αυτό εμφανίζει σημαντικές διαφοροποιήσεις ενώ αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο η έλλειψη γενικής συναίνεσης ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα (Heri, 2021). Ωστόσο, το ΕΔΔΑ επέλεξε να δώσει έμφαση στις ιδιαίτερες συνθήκες της προσφεύγουσας και ιδίως στην κατάσταση ακραίας φτώχειας, αλλά και στην έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (Τζέμος, 2019). Έτσι, η υπόθεση συνιστά μοναδικό παράδειγμα όπου η εν λόγω αρχή (ήτοι της ανθρώπινης αξιοπρέπειας) αποτέλεσε το ερμηνευτικό έρεισμα για τη διεύρυνση και ενίσχυση του προστατευτικού πεδίου του άρθρου 8 ΕΣΔΑ, όσον αφορά ζητήματα κοινωνικής περιθωριοποίησης, κοινωνικού αποκλεισμού και εξαθλίωσης.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η απαγόρευση επαιτείας και η επιβολή ποινής φυλάκισης συνιστούσαν επέμβαση στο δικαίωμα της προσφεύγουσας στο πλαίσιο του άρθρου 8 ΕΣΔΑ η οποία θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο εφόσον πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις, ήτοι του θεμιτού σκοπού και της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας. Ειδικότερα, το Δικαστήριο θεώρησε πως καίτοι η ρυθμιστική παρέμβαση της Ελβετίας είχε ως στόχο την επίτευξη θεμιτών σκοπών, όπως την προστασία της δημόσιας ασφάλειας και την αποτροπή του οργανωμένου εγκλήματος, εντούτοις διαπίστωσε ότι η πλήρης, απόλυτη και οριζόντια απαγόρευση δεν ήταν σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (Rietiker & Levine, 2022). Ιδιαίτερης σημασίας κρίθηκε δε, η ποινικοποίηση μιας πράξης που αποτελούσε το μόνο ουσιαστικό μέσο επιβίωσης της προσφεύγουσας, συνιστώντας δυσανάλογη παρέμβαση στην αξιοπρέπειά της (Τζέμος, 2019).

Σε αυτό το σημείο το ΕΔΔΑ ανέδειξε μία κρίσιμη διάσταση: η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν μπορεί να συνδέεται με την παραγωγικότητα του ατόμου και την κοινωνική προσφορά του, αλλά έχει απόλυτο χαρακτήρα και προσιδιάζει σε όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ύπαρξης (Peroni & Timer, 2013). Η επαιτεία, ως πράξη που συνδέεται με την επιβίωση, δεν πρέπει να αξιολογείται μόνο υπό το πρίσμα της προστασίας της δημόσιας τάξης, όταν ένα άτομο εξαναγκάζεται σε αυτή εξαιτίας της δυσμένους οικονομικοκοινωνικής του κατάστασης και θέσης (Rietiker & Levine, 2022). Εξάλλου, η επιβολή ποινής φυλάκισης για μια πράξη καθαρά βιοποριστικού χαρακτήρα κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι «εντείνει τον κοινωνικό αποκλεισμό αντί να τον θεραπεύει» και συνιστά δυσανάλογη απάντηση από πλευράς κράτους (Heri, 2021). Τέλος, το ΕΔΔΑ επεσήμανε ότι τα κράτη-μέλη οφείλουν να αξιολογούν την κατάσταση του εκάστοτε προσώπου με εξατομικευμένο τρόπο. Η πλήρης απαγόρευση επαιτείας, χωρίς καμία διαφοροποίηση ως προς τις συνθήκες, την ευάλωτη φύση του προσώπου ή τη σοβαρότητα της πράξης, παραβιάζει την ίδια την ουσία του άρθρου 8 (Rietiker & Levine, 2022). Όμως, η ελβετική ρύθμιση εν προκειμένω δεν παρείχε μηχανισμούς εκτίμησης των πραγματικών αναγκών των ανθρώπων που ζουν υπό συνθήκες ακραίας φτώχειας, ούτε εναλλακτικά μέτρα υποστήριξης, γεγονός που οδήγησε το ΕΔΔΑ να κρίνει ότι το κράτος υπερέβη το περιθώριο εκτίμησής του.

Περαιτέρω, η προσφεύγουσα επικαλέστηκε ενώπιον του ΕΔΔΑ παραβίαση των άρθρων 10 και 14 ΕΣΔΑ. Ως προς το άρθρο 10 ΕΣΔΑ, υποστήριξε ότι η επαιτεία συνιστά μορφή έκφρασης, μέσω της οποίας γνωστοποιείται στο κοινωνικό σύνολο η κατάσταση ανάγκης και κοινωνικού αποκλεισμού του ατόμου. Το Δικαστήριο, ωστόσο, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, κρίνοντας ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η πράξη της επαιτείας δεν είχε πρωτίστως επικοινωνιακό ή εκφραστικό χαρακτήρα, αλλά συνδεόταν άμεσα με την κάλυψη βασικών βιοτικών αναγκών, με αποτέλεσμα η εν λόγω περίπτωση να εντάσσεται στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 8 ΕΣΔΑ. Τέλος, αναφορικά με το άρθρο 14 ΕΣΔΑ, η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι η καθολική απαγόρευση επαιτείας πλήττει δυσανάλογα ευάλωτες ομάδες, όπως οι άστεγοι και οι Ρομά. Το ΕΔΔΑ, ωστόσο, έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε επαρκώς η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης, δεδομένου ότι η επίμαχη ρύθμιση είχε γενική και ουδέτερη διατύπωση και εφαρμογή. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν απαιτείται αυτοτελής εξέταση των άρθρων 10 και 14, εστιάζοντας τελικώς στην παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

 Συμπερασματικά, η απόφαση Lăcătuș κατά Ελβετίας αποτελεί σταθμό για τη νομολογία του ΕΔΔΑ, καθώς για πρώτη φορά αναγνωρίστηκε ρητά ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια μπορεί να προσβληθεί όχι μόνο μέσω κρατικών πράξεων βίας, ενεργειών ή ρυθμίσεων, αλλά και από την ποινικοποίηση της ακραίας φτώχειας και της κοινωνικής περιθωριοποίησης. Μέσω της συγκεκριμένης απόφασης δε, προβλέφθηκε η υποχρέωση των κρατών-μελών να επανεξετάσουν το ζήτημα του χαρακτηρισμού της επαιτείας ως ποινικού αδικήματος, δίνοντας συγχρόνως ιδιαίτερη βαρύτητα στην έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αλλά και στη διασφάλιση της αυξημένης θεσμικής προστασίας για τα άτομα που ζουν υπό συνθήκες ακραίας φτώχειας.

Πηγές:

Βιβλία

Τζέμος, Γ. Β. (2019). Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.. Αθήνα. Εκδόσεις: Νομική Βιβλιοθήκη, σσ. 17-43, 88-104

 

Πρωτογενείς πηγέςΝομοθεσία

European Union Agency for Fundamental Rights. European Convention on Human Rights – Article 8. Διαθέσιμο σε: https://fra.europa.eu/en/law-reference/european-convention-human-rights-article-8-0

 

Νομολογία

European Court of Human Rights, Lăcătuș v. Switzerland, Application No. 14065/15, Judgment of 19 January 2021. Διαθέσιμο σε: https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-207695%22]}

 

Αρθρογραφία

Heri, C. (2021). Beg your Pardon!: Criminalisation of Poverty and the Human Right to Beg in Lăcătuş v. Switzerland. Διαθέσιμο σε: https://strasbourgobservers.com/2021/02/10/beg-your-pardon-criminalisation-of-poverty-and-the-human-right-to-beg-in-lacatus-v-switzerland/

Herzog, S. (2021). Fines for begging? A European judgement overrules Swiss justice. Swiss Community. Διαθέσιμο σε: https://www.swisscommunity.org/en/news-media/swiss-revue/article/fines-for-begging-a-european-judgement-overrules-swiss-justice

Peroni, L. & Timmer, A. (2013). Vulnerable groups: The promise of an emerging concept in European Human Rights Convention law, International Journal of Constitutional Law, Volume 11, Issue 4, Pages 1056–1085. Διαθέσιμο σε: https://academic.oup.com/icon/article/11/4/1056/698712

Rietiker, D. & Levine, M. (2022). Begging the Question: Lăcătuş v. Switzerland and the European Court of Human Rights’ Recognition of Begging as a Human Rights Issue. Harvard Law Journal. Διαθέσιμο σε: https://journals.law.harvard.edu/ilj/2022/04/begging-the-question-la%CC%86ca%CC%86tus%CC%A7-v-switzerland-and-the-european-court-of-human-rights-recognition-of-begging-as-a-human-rights-issue/

 

Πηγή εικόνας: Κωνσταντάρα, Α. (2020). Επαιτεία. Offline Post. Διαθέσιμη σε: https://www.offlinepost.gr/2020/02/26/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1/