Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Ο Εξευρωπαϊσμός της Ελληνικής Εξωτερικής Πολιτικής: Πορεία, Συγκλίσεις και Όρια

Γράφει ο Κωνσταντίνος Σωτηρίου

Ο όρος «εξευρωπαϊσμός» εμφανίζεται όλο και συχνότερα στον δημόσιο διάλογο για να περιγράψει τη σταδιακή προσαρμογή των Κρατών–Μελών στην Ευρωπαϊκή Ένωση (εφεξής ΕΕ) αλλά και τον βαθμό επιτυχίας ή αποτυχίας της διαδικασίας αυτής (Τσαρδανίδης, 2021, σ.273). Στην περίπτωση της Ελλάδας, η άνωθεν συνθήκη είναι ύψιστης σημασίας αφού πλέον, 50 χρόνια μετά την επίσημη αίτηση της χώρας για πλήρη ένταξη στην ΕΟΚ, είναι ξεκάθαρο ότι λειτουργεί, όχι μόνο σαν μια άψυχη διαδικασία, αλλά σαν ένα μέσο ενίσχυσης της εθνικής θέσης στη διεθνή σκηνή, καθώς εξασφαλίζει σε μεγάλο βαθμό την ασφάλεια και την ύπαρξη αποτρεπτικής απειλής, κυρίως έναντι της Τουρκίας, τοποθετώντας τον έτσι πολύ ψηλά στην Ελληνική πολιτική ατζέντα (Τσάκωνας, 2025, σ.17).

Στο πλαίσο αυτό η παρούσα ανάλυση αποσκοπεί στη διατύπωση του ορισμού του όρου, στην αποτύπωση του ιστορικού πλαισίου και στην εξέταση των σταδίων εξευρωπαϊσμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αναδεικνύοντας τόσο τις επιρροές της Ε.Ε. όσο και τα εμπόδια που περιορίζουν την περαιτέρω εμβάθυνσή του.

Ο εξευρωπαϊσμός, ως διαδικασία, αναφέρεται στην προσαρμογή και την υιοθέτηση των αξιών, των αρχών και των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τα Κράτη Μέλη της (Τσαρδανίδης, 2021, σ.273). Αποτελεί μια φιλοσοφία ή πολιτική προσέγγιση που έχει ως στόχο την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, της συνεργασίας και της αλληλεγγύης μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών  (Τσαρδανίδης, 2021, σ.273). Ακόμα, είναι προϊόν της συμμετοχής μιας χώρας στα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. αλλά και της συχνής και τακτικής επαφής της με τα υπόλοιπα Κράτη-Μέλη (Τσαρδανίδης, 2021, σ.273). Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι είναι και πρέπει να εκλαμβάνεται ως μια συνεχής και αέναη διαδικασία και ως ένα χρήσιμο εργαλείο, αφού επιτρέπει και δίνει το έναυσμα για μελέτη πολλών διαφορετικών διαδικασιών και πολιτικών ( Τσαρδανίδης, 2021, σ.273).

Σύμφωνα με τον κύριο Χ. Τσαρδανίδη, αποτελείται από τρεις κύριες διαστάσεις. Η πρώτη, αφορά στον βαθμό ενσωμάτωσης, από το κράτος μέλος, των κανόνων και των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το παραπάνω ονομάζεται “άνωθεν εξευρωπαϊσμός” (Τσαρδανίδης, 2011, σ.273). Η δεύτερη διάσταση του εξευρωπαϊσμού εξετάζει την επιρροή που μπορεί να ασκήσει η πολιτική ενός κράτους μέλους στην διαμόρφωση και οργάνωση της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής, και ονομάζεται “μεταφόρτωση”(Τσαρδανίδης, 2011, σ.274). Τέλος, η τρίτη και τελευταία διάσταση που παρατηρείται, αφορά τον τρόπο με τον οποίο τα ευρωπαϊκά και εθνικά συμφέροντα επηρεάζουν από κοινού την ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική μέσω της σύμπλεξής τους (Τσαρδανίδης, 2011, σ.274) .

Έχοντας πλέον θέσει το εννοιολογικό πλαίσιο του υπό ανάλυση ζητήματος, η έμφαση θα δοθεί στο ιστορικό κομμάτι του κειμένου. Η ανάλυση, λοιπόν, της Ελληνικής Εξωτερικής Πολιτικής ξεκινάει, από την είσοδο της χώρας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (Ε.Ο.Κ.), το κομβικό έτος 1981 και την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, υπό την ηγεσία του Α. Παπανδρέου. Παρά τον αρχικά έντονα αντιευρωπαϊκό χαρακτήρα του κόμματος, η ελληνική συμμετοχή στην Κοινότητα δεν αμφισβητήθηκε στην πράξη (Κλάψης, 2025, σ.7). Ωστόσο, η επιδίωξη άσκησης «ανεξάρτητης» εξωτερικής πολιτικής, απαλλαγμένης από δεσμεύσεις, δημιούργησε σημαντικές διαφοροποιήσεις και εντάσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους (Υφαντής, 2008, σ.172), ενώ στα μείζονα εθνικά ζητήματα κυριάρχησε μια πραγματιστική και ρεαλιστική στάση (Τσαρδανίδης, 2011, σ.281). Η αντιδυτική ρητορική και οι προσπάθειες σύναψης διπλωματικών σχέσεων με περιοχές όπως η Μέση Ανατολή και η Βόρειος Αφρική επιβεβαιώνουν τον ιδιότυπο χαρακτήρα της ελληνικής πολιτικής εκείνης της περιόδου (Υφαντής, 2008, σ.172). Συνολικά, η περίοδος 1981–1985 θεωρείται περίοδος χαμηλής εναρμόνισης και περιορισμένης συνεργασίας με την ΕΟΚ, με την Ελλάδα να απορρίπτει σχεδόν όλες τις προσπάθειες που έγιναν για προώθηση της συνεργασίας των δύο στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής (Υφαντής, 2008, σ.172).

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 παρατηρείται μια σταδιακή μετατόπιση προς μια πιο συνεργατική ευρωπαϊκή προσέγγιση. Σε γενικές γραμμές, την περίοδο 1985-1989 η ελληνική εξωτερική πολιτική αρχίζει να δρα στο διεθνές περιβάλλον με γνώμονα την αντιμετώπιση των δυσκολιών και των αναγκών που αντιμετώπιζε στις διεθνείς σχέσεις (Υφαντής, 2008, σ.172). Παραλλήλως, προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τα πλεονεκτήματα που αντικειμενικά της επιφέρει η παρουσία και η συμμετοχή της στην Ε.Ο.Κ. (Υφαντής, 2008, σ.172). Επιπλέον, η χώρα αρχίζει να συμμετέχει πιο ενεργά στους θεσμούς και στους μηχανισμούς της Κοινότητας, προσπαθώντας μέσω αυτών να προωθήσει και τα εθνικά της συμφέροντα (Τσαρδανίδης, 2011, σ.277). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αρνητική στάση που διατήρησε η χώρα στο αίτημα της Τουρκίας για ένταξη στην ΕΟΚ το 1987 (Τσαρδανίδης, 2021, σ.277).

Προχωρώντας, το τέλος της δεκαετίας χαρακτηρίζεται από δύο σημαντικές αλλαγές που επηρεάζουν τις συνθήκες, μια εγχώρια και μια παγκόσμια. Η εγχώρια είναι η αλλαγή κυβέρνησης, με την εκλογή της Νέας Δημοκρατίας, και η αυτόματη μετατροπή της Ελλάδας σε έναν από τους πιο δυναμικούς υποστηρικτές του Ευρωπαϊκού εγχειρήματος (Υφαντης, 2008, σ.173), ενώ η παγκόσμια είναι η λήξη του ψυχρού πολέμου, η οποία αλλάζει τα παγκόσμια και περιφερειακά δεδομένα οδηγώντας στην πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη. Συνολικά, η Ελλάδα δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί σε μεγάλο βαθμό αυτές τις αλλαγές σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, ωστόσο ο ρόλος, οι αρμοδιότητες και τα οφέλη της από την ΕΟΚ ενισχύθηκαν, αυξάνοντας τη σημασία μιας ενεργής ελληνικής συμμετοχής στην Κοινότητα.( Υφαντης, 2008, σ.173) .

Γενικότερα, καθ΄όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ΄80 αλλά και για περίπου το πρώτο μισό αυτής του ΄90, ο εξευρωπαϊσμός της ελληνικής πολιτικής θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως επιφανειακός και οριοθετημένος καθώς η χώρα έδειξε έναν σχετικό δισταγμό στο να δεσμευτεί και να στηρίξει έμπρακτα την ΕΟΚ, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της ένταξής της (Τσαρδανίδης, 2021, σ.276-277). Αυτό αλλάζει στις επόμενες δεκαετίες.

Συνεχίζοντας, έμφαση θα δοθεί στην περίοδο μέχρι την οικονομική κρίση του 2008, όπου η  εξωτερική πολιτική εισέρχεται σε μια φάση έντονου εξευρωπαϊσμού, ως συνέχεια της πορείας που είχε ήδη ξεκινήσει. Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει η περίοδος διακυβέρνησης Σημίτη (1996-2004), όπου η χώρα ακολουθεί μια ξεκάθαρη στρατηγική αξιοποίησης της Ε.Ε., προτείνοντας την ανάπτυξη της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας (Κ.Ε.Π.Π.Α.) προς μια υπερεθνική, σχεδόν ομοσπονδιακή κατεύθυνση, πιστεύοντας έμπρακτα στη σημασία της Ένωσης και των θεσμών της ως τα καλύτερα πεδία άσκησης της εξωτερικής της πολιτικής και κάνοντας έντονες προσπάθειες ταύτισης των εθνικών και ευρωπαϊκών θέσεων (Τσαρδανίδης, 2021, σ.278). Επιτομή και παράλληλα επιβεβαίωση του εξευρωπαϊσμού της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αποτελεί το έτος 1999 και η στάση της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι, στα πλαίσια του οποίου η ελληνική εξωτερική πολιτική αλλάζει την παραδοσιακά αρνητική της στάση στο ζήτημα της συμμετοχής της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ολοκλήρωση, με την ελπίδα πως η προοπτική της εισόδου στην Ε.Ε θα κατεύναζε τις Τουρκικές επιδιώξεις, οδηγώντας σε μια πιο φιλική γειτονία (Κλάψης,2025, σ.11). Από τα παραπάνω τονίζεται η προσπάθεια εργαλειοποίησης της Ε.Ε. από την Ελλάδα όχι μόνο ως φορέα ασφάλειας, όπως στο παρελθόν, αλλά και ως φορέα σύγκλισης και εξομάλυνσης διαφορών (Τσάκωνας, 2025, σ.17).

Μετά το 2008, η οικονομική κρίση επιδρά καταλυτικά, προκαλώντας σημαντική κάμψη στην ευρωπαϊκή δυναμική της εξωτερικής πολιτικής (Τσαρδανίδης, 2021, σ.278–279). Η μείωση αμυντικών και διπλωματικών δαπανών, η αδυναμία εκσυγχρονισμού και η διατάραξη της εμπιστοσύνης με τους ευρωπαίους εταίρους αποδυναμώνουν τη θέση της Ελλάδας (Τσαρδανίδης, 2021, σ.278–279). Η άνοδος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ το 2015 ενίσχυσε προσωρινά την απόκλιση, καθώς υιοθετήθηκε μια συγκρουσιακή και πιο αυτόνομη στάση απέναντι στην Ε.Ε., η οποία όμως εγκαταλείφθηκε μετά τον πρώτο χρόνο, καθώς η χώρα επικεντρώθηκε στην αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης (Τσαρδανίδης, 2021, σ.279).  Παρά ταύτα, η μετά το 2015 περίοδος χαρακτηρίζεται από σταδιακή αποκατάσταση των σχέσεων, ταύτιση εθνικών και ευρωπαϊκών ιδεών και ανανέωση του πλαισίου συνεργασίας με την Ε.Ε. (Κλάψης, 2025, σ.13).

Ύστερα από μια συνοπτική επισκόπηση της πορείας της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ακολουθεί μια πιο συστηματική διερεύνηση του εξευρωπαϊσμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, μέσω της εξέτασης στοιχείων που επιβεβαιώνουν τις σχετικές επιρροές αλλά και παραγόντων που περιορίζουν την πλήρη εμβάθυνσή του.

Μελετώντας την ιστορική αναδρομή, εύκολα διακρίνεται η επιρροή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε όλες τις πτυχές του ελληνικού κράτους, ιδιαίτερα στην εξωτερική πολιτική. Αρχικά, η Ελλάδα απέκτησε πιο πολυδιάστατη και θεσμικά εδραιωμένη εξωτερική πολιτική και ασχολήθηκε με διεθνείς υποθέσεις μετά την είσοδό της στην Ε.Ε (Ιωακειμίδης,2008, σ.143). Πιο συγκεκριμένα, μέχρι το 1981 η χώρα περιοριζόταν σε περιφερειακά ζητήματα, κυρίως το Κυπριακό και τις σχέσεις με την Τουρκία, χωρίς ευρύτερες συμμαχίες (Ιωακειμίδης,2008, σ.143). Η ένταξη στην Ένωση επέφερε αναδιατάξεις και αναπροσανατολισμούς (Ιωακειμίδης,2008, σ.143).

Σύμφωνα με τον κ. Ιωακειμίδη, οι αναδιατάξεις αφορούν: την ατζέντα και τη γεωγραφική εξάπλωση της πολιτικής, το διαπραγματευτικό κύρος, τη λειτουργία και διάρθρωση του ΥπΕΞ και τη δημιουργία βοηθητικών θεσμών (Ιωακειμίδης, 2008, σ.145). Η ατζέντα διευρύνθηκε καθώς η χώρα συμμετέχει πλέον σε διεθνή ζητήματα εκτός περιφέρειας, όπως στη Λατινική Αμερική ή την Άπω Ανατολή, ενώ προστέθηκαν θέματα περιβαλλοντικά, τεχνολογικά και μεταναστευτικά (Ιωακειμίδης, 2008, σ.145).

Παράλληλα, η διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας ενισχύθηκε από το 1981, ιδιαίτερα στις σχέσεις με τρίτες χώρες όπως η Τουρκία ή τα Βαλκανικά κράτη, καθώς κατάφερε να προωθεί τις εθνικές θέσεις μέσω της Ένωσης, αυξάνοντας τις πιθανότητες επιτυχίας (Ιωακειμίδης, 2008, σ.146) .

Ακόμα, η δομή και οργάνωση του ΥπΕΞ αναβαθμίστηκαν για να ανταποκριθούν στις νέες ανάγκες και τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Όπως καταγράφει και ο κ. Κ. Π. Ιωακειμίδης, η κυριότερη πλέον δομή του ΥπΕΞ είναι αυτή που ασχολείται εξ’ ολοκλήρου με ζητήματα που αφορούν την Ένωση (Διεύθυνση Γ), ενώ παρατηρείται και αλλαγή κουλτούρας, με μεγαλύτερη αποδοχή συμβιβασμών (Ιωακειμίδης, 2008, σ.146). Συγχρόνως, η εξωτερική πολιτική διαμοιράζεται και σε άλλα υπουργεία, όπως Υγείας και Περιβάλλοντος, ενισχύοντας μια διαδικασία θεσμοποίησης που ξεκίνησε με την είσοδο στην Ε.Ε. (Ιωακειμίδης, 2008, σ.146-147).

Επιπλέον, μέσω της Ε.Ε., η Ελλάδα ενίσχυσε την ικανότητά της στο να συνάπτει διεθνείς συμμαχίες και να τις αξιοποιεί προς όφελός της, όπως με την περίπτωση της Γαλλίας (Τσούκαλης,2005,σ.124). Ταυτοχρόνως, συνειδητοποίησε τη θέση της στο διεθνές περιβάλλον και κατέληξε ότι τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα μιας μικρομεσαίας δύναμης εξυπηρετούνται από την ενίσχυση των ευρωπαϊκών θεσμών και των ομοσπονδιακών χαρακτηριστικών της Ένωσης (Τσούκαλης,2005,σ.124).

Λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω διαπιστώσεις σχετικά με τον εξευρωπαϊσμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, καθίσταται ιδιαίτερα σημαντικό να εξεταστεί και ο ρόλος των θεσμικών μηχανισμών της Ένωσης, με κυριότερο παράδειγμα την ΚΕΠΠΑ. Όλα τα μέλη της Ένωσης επιδοκίμασαν τη νέα αυτή πρωτοβουλία, ενώ πιο συγκεκριμένα η Ελλάδα στήριζε και συνεχίζει να στηρίζει την περαιτέρω ανάπτυξη της ΚΕΠΠΑ (Ιωακειμίδης,2010,σ.223), και τη μετεξέλιξή της σε έναν ομοσπονδιακό θεσμό, απογαλακτισμένο από τις ΗΠΑ ή άλλους εξωγενείς παράγοντες και ικανό να διαχειρίζεται την πλειονότητα των ζητημάτων της εξωτερικής πολιτικής των κρατών-μελών (Ιωακειμίδης,2010,σ.223). Το παραπάνω επιβεβαιώνει τόσο την επιρροή που έχει δεχτεί η εξωτερική της πολιτική από την Ε.Ε. όσο και την προσπάθεια που καταβάλλει ώστε να εκφράζεται μέσω αυτής (Ιωακειμίδης,2010,σ.223). Ειδικότερα παρατηρείται πως η χώρα μας ήταν και παραμένει θερμός υποστηρικτής της ενίσχυσης του εξωτερικού ρόλου της Ένωσης, ενώ η ενεργή συμμετοχή της σε πρωτοβουλίες, όπως η Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία – Permanent Structured Cooperation (PESCO), επιβεβαιώνει περαιτέρω τη στενή αυτή σύζευξη και διευρύνει την ακτίνα δράσης της. (Σκορδέλη,2010,σ.233).

Στην παραπάνω ανάλυση παρουσιάστηκαν οι παράγοντες που φανερώνουν τον εξευρωπαϊσμό που έχει, και συνεχίζει να βιώνει η ελληνική εξωτερική πολιτική. Παρακάτω, θα γίνει η προσπάθεια να αναλυθούν ορισμένες παθογένειες του ελληνικού κράτους οι οποίες, όπως παρατηρείται και από τον κ. Λ. Τσούκαλη, εμποδίζουν την περαιτέρω αλληλεπίδραση των δύο και την πραγματική ένταξη της Ελλάδας στο σύνολο των προοδευτικών ευρωπαϊκών κρατών (Τσούκαλης,2005,σ.125). Αρχικά, ο πρώτος είναι ο γενικότερος χαρακτήρας του ελληνικού πολιτικού συστήματος το οποίο ανέκαθεν ταλαιπωρούνταν, και συνεχίζει να το κάνει, από μάστιγες όπως η διαφθορά και οι έντονες πελατειακές σχέσεις (Τσούκαλης,2005,σ.126). Επίσης, η επόμενη παθογένεια είναι η αδύναμη, μέχρι σήμερα, οικονομία της χώρας η οποία δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στα διεθνή δεδομένα και τον συνεχώς εξελισσόμενο παγκόσμιο ανταγωνισμό (Τσούκαλης,2005,σ.126). Ο τελευταίος παράγοντας σχετίζεται με την ελληνική κουλτούρα και κοινωνία, η οποία δυστυχώς χαρακτηρίζεται ακόμα από ξενοφοβικές και εθνικιστικές τάσεις που δεν επιτρέπουν την πλήρη συνεργασία με τους ξένους εταίρους της χώρας ή την ειρηνική γειτονία με τρίτα κράτη (Τσούκαλης,2005,σ.127).

Εν κατακλείδι, η ανάλυση ανέδειξε ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει ενσωματώσει σημαντικά στοιχεία εξευρωπαϊσμού, ακολουθώντας μια πορεία που, αν και μη ευθύγραμμη, καταλήγει να κρίνεται ως επιτυχημένη. Η χώρα έχει υιοθετήσει σε μεγάλο βαθμό τις ευρωπαϊκές αρχές, εκσυγχρονίζοντας παράλληλα τις δομές άσκησης εξωτερικής πολιτικής και αξιοποιώντας την ευρωπαϊκή της συμμετοχή ως πηγή κύρους και αποτροπής. Οι όποιες εναλλαγές σύγκλισης και απόκλισης από τις ευρωπαϊκές θέσεις προέκυψαν, δημιουργήθηκαν κυρίως από πιέσεις του διεθνούς και εσωτερικού περιβάλλοντος, επιβεβαιώνοντας τον καθοριστικό ρόλο της ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής στη διαμόρφωση των εξωτερικών επιλογών. Εντούτοις, η ένταξη στην Ένωση δεν αρκεί από μόνη της για την επίλυση των εθνικών προκλήσεων. Η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει με ρεαλισμό και διαρκή όρεξη για βελτίωση, ώστε να αξιοποιήσει πλήρως τα οφέλη της ευρωπαϊκής της πορείας.

 

Βιβλιογραφία:

Ιωακειμίδης Κ. Π. (2008). Ο εξευρωπαϊσμός της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Μαραβέγιας Ν. (Επιμ.), Η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Παρελθόν, παρόν, μέλλον (σσ. 143-154). Εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ.

Ιωακειμίδης Κ. Π. (2010). Η Ευρωπαϊκή πολιτική της Ελλάδας. Βαληνάκης Γ. (Επιμ.),  Ελληνική Εξωτερική και ευρωπαϊκή πολιτική 1990-2010 (σσ. 123-133). Εκδόσεις ΣΙΔΕΡΗΣ.

Κλαψής Α. (2025). Εισαγωγή. Κλαψής Α. & Τζιφάκης Ν. (Επιμ.), Ο Εξευρωπαϊσμός της Ελληνικής Εξωτερικής Πολιτικής (σσ. 5-16). Εκδόσεις Konrad-Adenauer-Stiftung Greece and Cyprus.

Σκορδέλη Μ. (2010). Η ΚΕΠΠΑ – ΕΠΠΑ και η Ελλάδα. Βαληνάκης Γ. (Επιμ.), Ελληνική Εξωτερική και ευρωπαϊκή πολιτική 1990-2010 (σσ. 233-243). Εκδόσεις ΣΙΔΕΡΗΣ.

Τσάκωνας Π. (2025). Η Ελλάδα σε αναζήτηση ασφαλείας και ο “Εξευρωπαϊσμός” της

εξωτερικής πολιτικής. Κλαψής Α. & Τζιφάκης Ν. (Επιμ.), Ο Εξευρωπαϊσμός της Ελληνικής Εξωτερικής Πολιτικής (σσ. 17-39). Εκδόσεις Konrad-Adenauer-Stiftung Greece and Cyprus.

Τσαρδανίδης Χ. (2021). Ελληνική Εξωτερική πολιτική και ΕΠΣ/ΚΕΠΠΑ 1981-2021: Εξευρωπαϊσμός, επιφανειακός εξευρωπαϊσμός ή αποευρωπαϊσμός;. Πασσάς Α. Γ., Αρβανιτόπουλος Κ. & Κοππά Μ. (Επιμ.), Ελλάδα-Ευρωπαϊκή Ένωση: Μια σχέση μέσα από σαράντα κύματα (σσ. 273-283). Εκδόσεις Πεδίο.

Τσούκαλης Λ. (2005). Ο εξευρωπαϊσμός και τα όρια του. Αρβανιτόπουλος Κ. & Κοππά Μ. (Επίμ.), 30 χρόνια ελληνικής εξωτερικής πολιτικής 1974-2004 (σσ. 122-130). Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ.

Υφαντής Κ. (2008). Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η εθνική εξωτερική πολιτική: Ένα μεθοδολογικό σχόλιο. Μαραβέγιας Ν. (Επιμ.), Η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Παρελθόν, παρόν, μελλόν (σσ. 166-175). Εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ.

 

Πηγή εικόνας:

Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα. Η Ελλάδα στην Ε.Ε. Διαθέσιμο σε: https://greece.representation.ec.europa.eu/shetika-me-emas/i-ellada-stin-ee_el