Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Οι προκλήσεις των ελληνοαλβανικών σχέσεων: Η περίπτωση της ελληνικής μειονότητας

Γράφει ο Θαλής Παναγιώτης Καλαποθάκος

Οι ελληνοαλβανικές σχέσεις αποτελούν ένα διαχρονικό ζήτημα και επηρεάζονται βαθιά από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ελληνική μειονότητα στην Αλβανία. Αν και η μειονότητα δεν ήταν συνεχώς στο επίκεντρο της ελληνικής πολιτικής στην Αλβανία τα τελευταία χρόνια το ζήτημα έχει λάβει νέα δυναμική λόγω της υπόθεσης Μπελέρη και των επιθετικών δράσεων της κυβέρνησης Ράμα. Η δυναμική αυτή δεν περιορίζεται μόνο σε ζητήματα της μειονότητας αλλά έχει προεκτάσεις και αλλού με σημαντικούς παράγοντες την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Τουρκία.

Ιστορική Αναδρομή στις διμερείς σχέσεις

Το Αλβανικό κράτος δημιουργήθηκε το 1913 μετά την λήξη των Βαλκανικών πολέμων και αμέσως οι διμερείς σχέσεις με την Ελλάδα επικεντρώθηκαν στην ελληνική μειονότητα της Βορείου Ηπείρου. Έτσι, το 1914 υπογράφηκε το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας για την αυτονομία της μειονότητας, το οποίο όμως δεν εφαρμόστηκε ποτέ (Κούζας, 2013). Παράλληλα, με το Πρωτόκολλο της Καπεστίτσας ορίστηκαν τα σύνορα των δύο χωρών (Κούζας, 2013). Κατά τον 2ο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι δύο χώρες βρέθηκαν αντίπαλες, καθώς στην Ιταλική εισβολή του 1940 συμμετείχαν τμήματα του αλβανικού στρατού που οδήγησε στην κήρυξη πολέμου από την Ελλάδα προς την Αλβανία (Κούζας, 2013).

Μετά το πέρας του πολέμου η Αλβανία συνετάχθη με το ανατολικό μπλοκ υπό τον Ένβερ Χότζα, ακολουθώντας πολιτική απομόνωσης καθόλη την διάρκεια του Ψυχρού πολέμου, κινούμενη ανάμεσα στην ΕΣΣΔ, στην Γιουγκοσλαβία και στην Κίνα (Μαλκίδης, 2007). Οι σχέσεις με την Ελλάδα ήταν περιορισμένες και εξομάλυνση σημειώθηκε την περίοδο της δικτατορίας με την εμπορική συμφωνία του 1970, χωρίς όμως παράλληλα να σημειωθεί περαιτέρω βελτίωση στις συνθήκες διαβίωσης της μειονότητας (Μαλκίδης, 2007). Την ίδια προσέγγιση ακολούθησαν οι κυβερνήσεις ΝΔ από το 1974 έως το 1981, αλλά και η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, χωρίς να επικεντρωθούν στο ζήτημα της μειονότητας. (Μαλκίδης, 2007). Το 1987 σημειώθηκε η άρση του εμπολέμου, που είχε διατηρηθεί από το 1940 ως μέσο άσκησης πίεσης για τα ζητήματα της μειονότητας, αν και η άρση δεν δημοσιεύτηκε ποτέ στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Κούζας, 2013).

Το τέλος του Ψυχρού πολέμου έφερε περαιτέρω εξομάλυνση των σχέσεων των δύο χωρών με τα διμερή ζητήματα πλέον να τίθενται σε διαφορετικό πλαίσιο λόγω της εξόδου της Αλβανίας από την απομόνωση και την επιθυμία της να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 1996 υπεγράφη υπό την πίεση της διεθνούς κοινότητας το Σύμφωνο Φιλίας και Συνεργασίας το οποίο διέπει τις ελληνοαλβανικές σχέσεις (Μαλκίδης, 2007). Με αυτό το σύμφωνο δημιουργήθηκαν επιτροπές για την επίλυση ζητημάτων, ενώ αναγνωρίστηκε η ελληνική μειονότητα και η ανάγκη σεβασμού των δικαιωμάτων της (Μαλκίδης, 2007).

Το εμπόλεμο

Σήμερα οι ελληνοαλβανικές σχέσεις εμπεριέχουν πολύ συγκεκριμένα ζητήματα τα οποία όμως διαφέρουν πολύ μεταξύ τους σχετικά με την σημαντικότητα και την βαρύτητά τους. Το παλαιότερο ζήτημα στις διμερείς σχέσεις είναι αυτό της εμπολέμου μεταξύ των δύο χωρών από το 1940. Παρά το γεγονός ότι εκδόθηκε διάταγμα το 1987 που άρει το εμπόλεμο, αλλά και έχει υπογραφεί συνθήκη φιλίας μεταξύ των δύο χωρών, όντας και οι δύο χώρες μέλη του ΝΑΤΟ, νομικά η εμπόλεμη κατάσταση είναι ακόμα σε ισχύ (Armakolas and Triantafyllou, 2017). Η Ελλάδα διατηρούσε το εμπόλεμο, ώστε να ασκεί πίεση σε ζητήματα της μειονότητας, πράγμα που απέτυχε, ενώ πλέον υπάρχει το αίσθημα στην Αλβανία ότι το εμπόλεμο διατηρείται για να εμποδιστεί η πλήρης διευθέτηση του Τσάμικου ζητήματος (Μαλκίδης, 2007; Beshku, 2015).

Οι Τσάμηδες

Το Τσάμικο ζήτημα αποτελεί ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα των ελληνοαλβανικών σχέσεων.  Η αλβανική πλευρά υποστηρίζει ότι είναι ζήτημα εν εξελίξει και αφορά πρώην κατοίκους στην σημερινή Θεσπρωτία, μουσουλμάνους στο θρήσκευμα, που κατά την Συνθήκη της Λωζάνης εξαιρέθηκαν (Μαλκίδης, 2007). Ωστόσο υποστηρίζεται ότι εξαναγκάσθηκαν να μετακινηθούν προς άλλες περιοχές μετά από πιέσεις του ελληνικού κράτους και ειδικά μετά το τέλος του Β΄ ΠΠ επειδή συνεργάστηκαν με την Γερμανική κατοχή (Beshku, 2015). Από την άλλη η Ελλάδα υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται κανένα τέτοιο ζήτημα επειδή οι Τσάμηδες συνεργάστηκαν με την Γερμανική κατοχή και καταδικάστηκαν από το Ειδικό Δικαστήριο στα Ιωάννινα μετά τον πόλεμο (Κούζας, 2013). Η Αλβανία εγείρει ζητήματα αποζημιώσεων, μάλιστα με υπέρογκα ποσά, αλλά η Ελληνική πλευρά υποστηρίζει ότι έγιναν απαλλοτριώσεις των περιοχών μετά την φυγή τους (Κούζας 2013). Στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι δραστήρια και η Τουρκία η οποία θέλει να προσεταιριστεί το τοπικό μουσουλμανικό στοιχείο, παρέχοντας νομική υποστήριξη, με στόχο αυξήσει την επιρροή της Βαλκάνια (Κούζας, 2013). Πιστεύεται ότι η στρατηγική της Αλβανίας είναι να χρησιμοποιήσει το τσάμικο ζήτημα ως αντίβαρο σε ζητήματα της ελληνικής μειονότητας (Κούζας, 2013)

Η χάραξη Αποκλειστική Οικονομικής ζώνης

Ακόμη πολύ σημαντική παράμετρος στις διμερείς σχέσεις είναι η χάραξη θαλασσίων ζωνών στο Ιόνιο. Το 2009 είχε υπογραφεί συμφωνία καθορισμού θαλασσίων ζωνών και ΑΟΖ μετά από διαπραγματεύσεις δύο ετών. Ωστόσο, η συμφωνία αυτή ακυρώθηκε από το Αλβανικό συνταγματικό δικαστήριο με την αιτιολογία ότι παραβιάζεται η εδαφική κυριαρχία (Ndoj, 2015). Παράλληλα, υπήρχαν ισχυρές αντιδράσεις εντός Αλβανίας ότι δεν ήταν μια επικερδής συμφωνία (Ndoj, 2015). Τόσο η ακύρωση της συμφωνίας όσο και η κυβερνητική αλλαγή στην Αλβανία ήταν αυτά που έφεραν στην επιφάνεια ζητήματα όπως το εμπόλεμο και το τσάμικο (Dervishi, 2019). Αντιδράσεις όμως υπήρξαν και εντός ελληνικής μειονότητας η οποία θεώρησε ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα συμφέροντα της (Κούζας, 2013). Γενικά η συμφωνία έγινε σε πλαίσιο σύσφιξης των ελληνοαλβανικών σχέσεων σε συνδυασμό με άλλες συμφωνίες όπως η κύρωση του Συμφώνου Σταθερότητας και Σύνδεσης από την ελληνική βουλή (Κούζας, 2013). Βέβαια πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την ανεξαρτησία του Συνταγματικού Δικαστηρίου και την επιρροή και έχει η πολιτική εξουσία, καθώς θεωρείται ότι αυτό επηρεάζεται άμεσα από το Σοσιαλιστικό κόμμα του πρωθυπουργού Ράμα, το οποίο διατηρεί κάποιες από τις δομές του παλαιού κομμουνιστικού κόμματος. (Ηλιόπουλος, 2022).

Η περίπτωση της μειονότητας

Μια επιπλέον πτυχή των διμερών σχέσεων είναι η μετανάστευση πολλών Αλβανών πολιτών στην Ελλάδα την δεκαετία του 90΄ και στις αρχές του 2000. Μεταξύ 450.000 και 700.000 Αλβανών μετανάστευσαν στην Ελλάδα για να εργαστούν (Κούζας, 2013). Η αθρόα αυτή η μετανάστευση συνέβαλε στην σύσφιξη των σχέσεων των δύο χωρών, ιδιαίτερα στο οικονομικό πεδίο (Κούζας, 2013). Οι μετανάστες που ήρθαν στην Ελλάδα συνέβαλαν στην οικονομική επιβίωση της Αλβανίας μέσα από την αποστολή εμβασμάτων που έφτασαν έως και το 9% του ΑΕΠ της χώρας (Κούζας, 2013). Η οικονομική επιβίωση της Αλβανίας ήταν πολύ σημαντική για την Ελλάδα για την καλύτερη διαβίωση της ελληνικής μειονότητας (Κούζας, 2013). Όμως η οικονομική κρίση του 2009 οδήγησε στη φυγή πολλών Αλβανών από την χώρα και άλλαξε τους συσχετισμούς των δύο χωρών (Κούζας, 2013). Η μείωση των εμβασμάτων που επήλθε μείωση την επιρροή και την αξιοπιστία της Ελλάδας ενώ η φυγή των μεταναστών μείωση την δυνατότητα της Αλβανίας να εξισώνει την αλβανική μειονότητα στην Ελλάδα με την αντίστοιχη στην Αλβανία (Κούζας, 2013).

Ωστόσο το σημαντικό ζήτημα ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Αλβανία παραμένει η ελληνική μειονότητα. Σε γενικές γραμμές, η ελληνική μειονότητα αντιμετωπίζει δυσκολίες σχετικά με την διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, την ίδρυση και συμμετοχή σε πολιτικούς σχηματισμούς και την εντοπιότητα (Μαλκίδης, 2007). Το πιο δύσκολο και το πιο σύνθετο ζήτημα είναι αυτό της εκπαίδευσης. Μέχρι το 1952 υπήρχε η δυνατότητα πραγματοποίησης μαθημάτων στα ελληνικά αλλά αυτό άλλαξε και πλέον γινόντουσαν στα αλβανικά (Μαλκίδης, 2007). Ένα ακόμα σημαντικό εμπόδιο είναι η διατήρηση των μειονοτικών ζωνών που αποκλείει ορισμένες περιοχές, όπως την Χιμάρα, από την διδασκαλία των ελληνικών (Μαλκίδης 2007). Έχει σημειωθεί επίσης μείωση του αριθμού των ελληνικών σχολείων στην περιοχή, ενώ παράλληλα ένα παιδί για να μπορεί να φοιτά πρέπει και οι δύο γονείς του να έχουν την ελληνική υπηκοότητα (Μαλκίδης, 2007, Γκόρος, 2024). Επιπλέον δεν υπάρχει συγκεκριμένη νομοθεσία που να προστατεύει τα μειονοτικά σχολεία και δεν εξασφαλίζεται η λειτουργία εκκλησιαστικών ιδρυμάτων που μπορούν παρέχουν εκπαίδευση και πολιτιστική κατάρτιση (Μαλκίδης, 2007, Γκόρος, 2024).

Οι προκλήσεις της ελληνικής μειονότητας δεν περιορίζονται στην εκπαίδευση αλλά υπάρχουν σημαντικά εμπόδια στην δυνατότητα της μειονότητας να οργανωθεί πολιτικά. Έχουν πραγματοποιηθεί διοικητικές μεταρρυθμίσεις για την αποδυνάμωση της μειονότητας, ενώ παρατηρείται και μη ίση μεταχείριση σε διοικητικές θέσεις (Γκόρος, 2024). Ειδικά στην Χιμάρα παρατηρήθηκαν εμπόδια στις εκλογές δημάρχων το 2000,2003,2014 (Γκόρος, 2024). Η υπόθεση Μπέλερη αποτελεί συνέχεια αυτών. Η σύλληψη του υποψήφιου δημάρχου Χιμάρας μπορεί να αποδοθεί σε τρεις λόγους. Στον εκφοβισμό της μειονότητας, στην αποτροπή εκλογής Μπελέρη και στον τελικό στόχο που είναι η αρπαγή των ελληνικών περιουσιών (Γκόρος, 2024).

Το τελευταίο αποτελεί και την μεγαλύτερη πρόκληση της μειονότητας σήμερα.  Πολλές φορές δεν δίνονται τίτλοι ιδιοκτησίας σε Έλληνες, κατεδαφίζονται τα σπίτια και δίνονται οικοδομικές άδειες σε ανθρώπους κοντά στην κυβέρνηση (Γκόρος, 2024). Χρησιμοποιείται η τεχνική της σαλαμοποίησης με την οποία κατεδαφίζονται λίγα σπίτια κάθε φορά για να αποφευχθούν αντιδράσεις (Ηλιόπουλος, 2022). Παράλληλα δεν έχει ολοκληρωθεί η επιστροφή των εκκλησιαστικών περιουσιών που είχε υποσχεθεί από την αλβανική κυβέρνηση μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος (Κούζας, 2013). Από την άλλη φαίνεται να αμφισβητείται και η εντοπιότητα των Ελλήνων από αλβανικούς ακαδημαϊκούς κύκλους ενώ υπάρχουν δυσκολίες καταγραφής και του ελληνικού πληθυσμού (Μαλκίδης 2007, Ηλιόπουλος, 2022). Ακόμα και σήμερα δεν γνωρίζουμε τον ακριβή πληθυσμό της μειονότητας και δεν δίνεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της εθνότητας (Κούζας 2013). Τέλος να σημειωθεί ότι την δεκαετία του 90΄ η μειονότητα δέχθηκε σημαντικό πλήγμα λόγω της μετανάστευσης προς την Ελλάδα που έφτασε έως και το 50% απόρροια της καταπίεσης, των οικονομικών δυσκολιών και της τραπεζικής κρίσης των πυραμίδων (Μαλκίδης, 2007).

Η ελληνική μειονότητα στο ευρωπαϊκό επίπεδο

Πέρα από τα διμερή ζητήματα οι ελληνοαλβανικές σχέσεις διέπονται και από την ευρωπαϊκή προοπτική της Αλβανίας. Για την Αλβανία η ένταξη στην ΕΕ αποτελεί προτεραιότητα αλλά δίνεται μεγαλύτερη σημασία στην οικονομική ενσωμάτωση της χώρας από την βελτίωση των συνθηκών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην χώρα (Γκόρος, 2024, Μαλκίδης, 2007). Η πορεία της ξεκίνησε το 2009 όταν έκανε αίτηση υποδοχής στην ΕΕ, ενώ το καθεστώς της υποψήφιας χώρας της αποδόθηκε το 2014 (Γκόρος, 2024). Μάλιστα τότε η Ελλάδα είχε την προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ αλλά δεν άσκησε βέτο και δεν προσπάθησε να πιέσει για την βελτίωση των συνθηκών της μειονότητας (Γκόρος, 2024).

Η Ελλάδα επιθυμεί την ένταξη της Αλβανίας στην ΕΕ γιατί πιστεύει ότι αυτό θα φέρει σταθερότητα στην χώρα και θα βελτιώσει τις συνθήκες της μειονότητας (Γκόρος, 2024, Μαλκίδης, 2007). Όμως αυτό θα πρέπει να γίνει με σεβασμό στα κριτήρια υποδοχής και σε γενικές γραμμές η Ελλάδα προσπαθεί να πιέζει μέσα από την διαδικασία ένταξης για την υιοθέτηση αιτημάτων της μειονότητας (Κούζας, 2013, Ndoj, 2015). Αν και η Αλβανία έχει υιοθετήσει όλα τα διεθνή κείμενα σχετικά με μειονότητες και είναι μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης παρατηρείται σημαντική διαφορά μεταξύ των νόμων και της εφαρμογής (Γκόρος, 2024). Επίσης με νόμο από το 2017 αναγνωρίζει όλες τις εθνικές και γλωσσικές μειονότητες αλλά και πάλι πολλά στοιχεία παραμένουν ανεφάρμοστα (Γκόρος, 2024).

Η περιορισμένη αυτή η εφαρμογή οφείλεται στους αδύναμους δημοκρατικούς θεσμούς και κρατικούς μηχανισμούς (Γκόρος, 2024). Ακόμη παρατηρείται έλλειψη βούλησης από την πολιτειακή ηγεσία της Αλβανίας για μεταρρυθμίσεις και αδυναμία εκδημοκρατισμού (Γκόρος, 2024). Επίσης η Αλβανία αυτή την στιγμή φαίνεται να είναι περισσότερο επικεντρωμένη στην αύξηση της επιρροής στα Σκόπια και στην Πρίστινα ενώ σε Ευρωπαϊκό επίπεδο χρησιμοποιεί τις μειονότητες (Ελληνική, Βουλγαρική) για να εξάγει ανταλλάγματα (Γκόρος, 2024). Ειδικά για την Ελληνική, φαίνεται να φοβάται ότι η γειτνίασή της με την μητρόπολη μπορεί να φέρει αναταραχές παρά το γεγονός ότι η μειονότητα στηρίζει το status quo (Γκόρος, 2024). Αλλά και η ίδια η Ελλάδα δεν έχει επενδύσει αρκετό διπλωματικό κεφάλαιο στην περιοχή για να το αναδείξει ως ευρωπαϊκό θέμα (Γκόρος, 2024).

Συνολικά, οι ελληνοαλβανικές σχέσεις έχουν ανακινηθεί τα τελευταία 30 χρόνια και διέπονται μονίμως από το θέμα της ελληνική μειονότητα στην Βόρεια Ήπειρο. Ιστορικά η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει να την προστατεύσει επαρκώς και να διαθέσει τους πόρους που απαιτούνται. Αυτή την στιγμή η μειονότητα αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις στην εκπαίδευση, στην οικονομική επιβίωση, στην πολιτική της εκπροσώπησης, στην ασφάλεια της, στην αρπαγή των περιουσιών της, ενώ αμφισβητείται και η ιστορικότητα της. Η Ελλάδα έχει συνδέσει το θέμα της μειονότητας με την ένταξη της Αλβανίας στην ΕΕ αλλά αυτή η πολιτική δεν έχει αποφέρει καρπούς. Επιπρόσθετα, οι ελληνοαλβανικές σχέσεις περιλαμβάνουν σε μικρότερο βαθμό το νομικό ζήτημα της εμπόλεμης κατάστασης, την σημαντική παρουσία αλβανικού πληθυσμού στην Ελλάδα και την χάραξη των θαλασσίων ζωνών. Όμως το εμπόλεμο όπως και το τσάμικο, το οποίο μονομερώς ανακίνησε η Αλβανία, θεωρούνται λήξαν από την ελληνική πλευρά. Τα τελευταία χρόνια ένας νέος σημαντικός παράγοντας έχει προστεθεί στις διμερείς σχέσεις των χωρών. Η Τουρκία επιθυμεί να αυξήσει την επιρροή της στα Βαλκάνια και ειδικά στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς κάτι που βάζει εμπόδια στις ελληνοαλβανικές σχέσεις και πρέπει να ληφθεί υπόψη στους σχεδιασμούς της ελληνικής πολιτικής.

 

Βιβλιογραφία

Γκόρος, Β. Σ. (2024). Η ελληνική μειονότητα στην Αλβανία υπό το πρίσμα του εξευρωπαϊσμού. Εκδόσεις Ινφογνώμων.

Μαλκίδης, Θ. (2007). Οι ελληνοαλβανικές σχέσεις. Εκδόσεις Γόρδιος.

Armakolas, I., & Triantafyllou, G. (2017). Greece and EU enlargement to the Western Balkans: Understanding an ambivalent relationship. Southeast European and Black Sea Studies, 17(4), 611–629. Διαθέσιμο σε:  https://doi.org/10.1080/14683857.2017.1407399

Beshku, K. (2015). The Albanian relationship with Greece and Turkey: Perceptions and Realities in the framework of the Foreign Policy Partnership. Center of Excellence Ministry of Foreign Affairs Albania. Διαθέσιμο σε : https://www.researchgate.net/publication/351233897_Albanian_relationship_with_Turkey_and_Greece_Perception_and_Realities_in_the_framework_of_Foreign_Policy_Partnership

Dervishi, G. (2019). Greek-Albanian Relations, the Past, the Present and the Future. Mediterranean Journal of Social Sciences, 10(3), 24–35. Διαθέσιμο σε: https://www.researchgate.net/publication/333349954_Greek-Albanian_Relations_the_Past_the_Present_and_the_Future

Ndoj, D. (2015). The Albanian-Greek relations following the Sea border issue. EUROPEAN JOURNAL OF SOCIAL SCIENCES  EDUCATION AND RESEARCH, 138–141. Διαθέσιμο σε: https://www.researchgate.net/publication/318535654_The_Albanian-Greek_Relations_Following_the_Sea_Border_Issue

Ηλιόπουλος, Δ. (2022, March 26). Ελληνοαλβανικές σχέσεις: Από την προσέγγιση του 19ου αιώνα στη συνύπαρξη του 21ου. Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών. Διαθέσιμο σε: https://elisme.gr/ellinoalvanikes-scheseis-tin-proseggisi-19oy-aiona-sti-synyparxi/

Κούζας, Ι. (2013). Ελληνοαλβανικές σχέσεις (1990-2010). Διαθέσιμο σε:

https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/33128

 

 

Πηγή Φωτογραφίας

Capital.Gr. (2017, October 26). Η Ελλάδα πρώτος επενδυτής στην Αλβανία. Διαθέσιμο σε: https://www.capital.gr/oikonomia/3249818/i-ellada-protos-ependutis-stin-albania/