Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Ιστορία και Πολιτισμός

Η Σφαγή του Κατύν: η εργαλειοποίηση της ιστορικής μνήμης στις πολωνορωσικές σχέσεις

Γράφει ο Δημήτρης Θεοδώρου

Οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Πολωνίας και Ρωσίας μετά την κατάρρευση της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών χαρακτηρίστηκαν από επανειλημμένες προσπάθειες για την προσέγγιση των δύο κρατών. Μία εκ των πιο σύνθετων προκλήσεων στη διαδικασία αυτή υπήρξε η διαχείριση προβληματικών κεφαλαίων του κοινού τους ιστορικού παρελθόντος. Στο πλαίσιο αυτό, η σφαγή του Κατύν αποτέλεσε ιδιαίτερα κρίσιμο παράγοντα. Ειδικότερα, την άνοιξη του 1940 το σταλινικό καθεστώς, μέσω του Λαϊκού Κομισαριάτου Εσωτερικών Υποθέσεων, εκτέλεσε πάνω από 20.000 Πολωνούς αιχμάλωτους πολέμου (Международное общество «Мемориал», 2008). Οι τάφοι των θυμάτων ανακαλύφθηκαν από τις δυνάμεις της ναζιστικής Γερμανίας το 1943, η οποία κατηγόρησε την Σοβιετική Ένωση για το έγκλημα, η οποία αρνούνταν την ανάμειξη, αποδίδοντας την ευθύνη στους ναζιστές. Κομβικό σημείο υπήρξε η συγκρότηση της επιτροπής Μπουρντένκο το 1944, η οποία συνέθεσε μια επιστημονικοφανή, πλην όμως προκατασκευασμένη εμπειρογνωμοσύνη, βασισμένη σε πλαστά στοιχεία τα οποία είχαν εναποτεθεί τεχνηέντως (Sanford, 2005, σ. 136-40). Παράλληλα, καταστρέφονταν σχετικά έγγραφα από τα σοβιετικά αρχεία, ενώ η νομική της επιχειρηματολογία στηρίχθηκε στην προσκόμιση πλαστών αποδείξεων, κατά τη διάρκεια της δίκης της Νυρεμβέργης (Niezależny Komitet Historyczny Badania Zbrodni Katyńskiej & Polska Fundacja Katyńska, 2000, σ. 113-5). Την ίδια στιγμή, οι πολωνικές αρχές συνέλεγαν αποδείξεις που αμφισβητούσαν τη σοβιετική εκδοχή.

Από την λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έως το 1990, το ζήτημα παρέμενε αδρανές, εξαιτίας των δρακόντειων μέτρων ελέγχου και καταστολής στην Πολωνία. Νέα δυναμική προέκυψε μετά την αλλαγή της στάσης της Σοβιετικής Ένωσης, στο πλαίσιο των πολιτικών της γκλάσνοστ και της περεστρόικα, όταν αποφασίστηκε η μερική αποκάλυψη σκοτεινών πτυχών της σοβιετικής ιστορίας. Το 1990, η έρευνα της ιστορικού Ναταλία Λεμπέντεβα ανέδειξε την ευθύνη των Σοβιετικών για το Κατύν, εξαναγκάζοντας την ηγεσία λίγο αργότερα να τερματίσει τη σιωπή της (Urban. 2020, σ. 221-2). Στις 13 Απριλίου, το κυβερνητικό ρωσικό πρακτορείο TASS δημοσιοποίησε την ενοχή της σοβιετικής πλευράς (Международное общество «Мемориал», 2008). Συνακόλουθα, ο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ παρέδωσε αντίγραφα σχετικών επίσημων εγγράφων στον στρατάρχη Jaruzelski, τα οποία αποκάλυπταν περιορισμένα στοιχεία της αλήθειας για την πολιτική ευθύνη και καθοδήγηση, καθώς και τα ακριβή σημεία εκτέλεσης και της θέσης των τάφων (Sanford, 2005, σ. 196-200). Ταυτόχρονα, ενορχηστρώθηκε μια επιχείρηση παραπληροφόρησης που έχει χαρακτηριστεί ως «αντί-Κατύν», προβάλλοντας το αφήγημα πως οι Πολωνοί είχαν διαπράξει χειρότερα εγκλήματα το 1920 απέναντι σε αιχμάλωτους πολέμου στον πόλεμο με τους Μπολσεβίκους, ως μέσο ιστορικού συμψηφισμού (Nowak, 2022, 396-7). Η ρητορική αυτή συνιστά έκτοτε πάγια επωδό της ρωσικής διπλωματίας.

Η ιστορική τομή του 1990 αποτέλεσε την αφετηρία μιας διαδρομής που προσδιόρισε το πλαίσιο των διμερών επαφών καθ’ όλη τη δεκαετία που ακολούθησε. Η αποκάλυψη της αλήθειας δοκίμασε τις διπλωματικές σχέσεις, αλλά για πρώτη φορά επέτρεψε στον πολωνικό λαό, και ιδιαίτερα στους αγαπημένους των θυμάτων, να αισθανθούν δικαίωση. Κατά τα πρώτα έτη της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η συνεργασία με το πολωνικό κράτος διακρινόταν από υψηλό βαθμό συνέργειας και κοινή βούληση για τη διεξαγωγή ερευνών που θα διευθετούσαν τα αναπάντητα ερωτήματα. Σε συμβολικό επίπεδο, το 1993, ο πρόεδρος Μπόρις Γιέλτσιν έγινε ο πρώτος Ρώσος ηγέτης που κατέθεσε στεφάνι στο πολωνικό νεκροταφείο του Poważki (Słowiński, 2024, σ. 128). Ένα έτος αργότερα, υπογράφτηκε η «Συμφωνία για τους τάφους και τους χώρους μνήμης των θυμάτων του πολέμου και της καταστολής», η οποία προέβλεπε την εκταφή των θυμάτων και την εκ νέου ταφή τους. Το 2000, η τελετή εγκαινίων των νεκροταφείων ως μνημειακών χώρων, επισφράγισε τα επιτεύγματα της δεκαετίας στον συγκεκριμένο τομέα (Słowiński, 2024, σ. 128-9). Παρά τις υπάρχουσες διαφωνίες, η περίοδος αυτή θεωρήθηκε επιτυχημένη, ιδίως σε σύγκριση με όσα θα ακολουθούσαν μετά την ανάληψη της εξουσίας της Ρωσίας από τον Βλαντίμιρ Πούτιν.

Στον 21ο αιώνα, η μετάβαση αυτή σηματοδότησε μια νέα περίοδο, κατά την οποία η διαχείριση του παρελθόντος απέκτησε διαφορετικό πρόσημο. Όπως και ο προκάτοχός του, επιδίωξε την επαναφορά της Ρωσίας ως υπερδύναμης στο διεθνές σύστημα. Στο πλαίσιο αυτό, η Ιστορία αξιοποιήθηκε ως εργαλείο νομιμοποίησης και ενίσχυσης του πατριωτισμού, στοιχείο που διατρέχει σταθερά την ρωσική εξωτερική πολιτική, ενώ ενδέχεται να εξακολουθήσει να επηρεάζει τη στρατηγική της χώρας μακροπρόθεσμα. Παράλληλα, η επίκληση ιστορικών αφηγημάτων αποσκοπούσε στην αποδοχή ενός συγκεντρωτικού μοντέλου διακυβέρνησης, το οποίο προϋπέθετε την ιδεολογική καθοδήγηση της κοινωνίας. Εντούτοις, η στρατηγική αυτή διαφοροποιείται ουσιωδώς ως προς τη στοχοθεσία σε σύγκριση με τη προκάτοχη ηγεσία. Κεντρικό πυλώνα αυτής της στρατηγικής αποτέλεσε η προσπάθεια ανάκτησης της ρωσικής επιρροής στον μετασοβιετικό χώρο, γεγονός που κατέστησε τη διαχείριση της ιστορικής μνήμης πεδίο αντιπαράθεσης και επαναπροσδιορισμού της εθνικής ταυτότητας (Trojan & Kyrydon, 2017, σ. 123-5). Σε αυτό το πλαίσιο, η βασική διαφοροποίηση μεταξύ του Πούτιν και του Γιέλτσιν έγκειται στη στάση απέναντι στο σοβιετικό παρελθόν. Η πρώτη μετασοβιετική ηγεσία επιθυμούσε μια κριτική στάση απέναντι σε αυτό, ενώ η επόμενη του Πούτιν επιζητούσε την αναθεώρηση της με θετικό πρόσημο, προβάλλοντας τον καθοριστικό ρόλο της πολιτικής ηγεσίας και του Κόκκινου Στρατού στη σωτηρία της Ευρώπης κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι πολιτικές και ιδεολογικές μεταβολές επηρέασαν άμεσα εκκρεμή ζητήματα της υπόθεσης του Κατύν. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από αναδιατυπώσεις των γεγονότων, αναθεωρήσεις των προηγούμενων θέσεων, καθώς και από καθυστερήσεις και τελικώς τη διακοπή των ερευνών. Παρά τις επίμονες πιέσεις από την πολωνική κυβέρνηση, το γραφείο του Γενικού Στρατιωτικού Εισαγγελέα διέκοψε την έρευνα, ακόμα και μετά την αποστολή επίσημων διαβημάτων. Τον Αύγουστο του 2004, η πολωνική αντιπροσωπεία του Ινστιτούτου Εθνικής Μνήμης, υπό τον πρόεδρο Leon Kieres, μετέβη στη Μόσχα, με σκοπό τη συζήτηση των έως τότε αποτελεσμάτων (Institute of National Remembrance, 2020, σ. 25). Ωστόσο, μόνο έπειτα από συνεχείς διπλωματικές κινητοποιήσεις της πολωνικής πλευράς, οι αρμόδιες ρωσικές αρχές ανακοίνωσαν την επίσημη διακοπή της έρευνας τον Σεπτέμβριο του 2004 (Sanford, 2005, σ. 219). Η αιτιολόγηση, που κοινοποιήθηκε το επόμενο έτος, στηρίχθηκε στον θάνατο των υπεύθυνων και στη μη αναγνώριση του εγκλήματος ως γενοκτονίας, έννοια η οποία παραμένει αντικείμενο νομικής και ιστοριογραφικής διαμάχης. Η τελική απόφαση χαρακτηρίστηκε άκρως απόρρητη και δεν γνωστοποιήθηκε ποτέ στην Πολωνία (Institute of National Remembrance, 2020, σ. 25), ενώ δεν δημοσιοποιήθηκε αναλυτικός ονομαστικός κατάλογος όσων ενεπλάκησαν στον σχεδιασμό και εκτέλεση του εγκλήματος. Η περιορισμένη διερεύνηση αναζωπύρωσε θεωρίες που αμφισβητούσαν τη σοβιετική ευθύνη, με τη σχετική βιβλιογραφία και τη δημόσια ρητορική να οξύνει περαιτέρω τις πολωνο-ρωσικές σχέσεις.

Η συγκεκριμένη περίοδος χαρακτηρίστηκε, σε επικοινωνιακό επίπεδο, από την παρέμβαση δύο σημαντικών πολιτικών παραγόντων, του Μ. Μαργκέλοφ και του Α. Τουλέγιεφ. Αμφότεροι άσκησαν κριτική στις απαιτήσεις της πολωνικής κυβέρνησης, επισημαίνοντας πως η Πολωνία δεν απολογήθηκε ποτέ για την δολοφονία των σοβιετικών αιχμαλώτων το 1920. Ο Μαργκέλοφ, πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνών Υποθέσεων του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου, δημοσίευσε άρθρο στην εφημερίδα Ιζβέστια, στο οποίο ισχυρίστηκε πως ο αριθμός των θυμάτων ανερχόταν σε περίπου 80.000, όταν έχει ήδη αποδειχθεί πως ο πραγματικός αριθμός ήταν κοντά στις 20.000. Επιπλέον, οι κύριες αιτίες θανάτου ήταν η πείνα και οι μολυσματικές ασθένειες, και όχι οι μαζικές εκτελέσεις. Η συνθήκη της Ρίγας του 1921, η οποία ρύθμιζε και το ζήτημα των αιχμαλώτων πολέμου, κατέδειξε ότι σημαντικός αριθμός σοβιετικών αιχμαλώτων αρνούνταν τον επαναπατρισμό, ενώ ορισμένοι εξ αυτών είχαν ενταχθεί στις πολωνικές δυνάμεις (Бюро национальной безопасности, 2009, σ. 14-5). Μάλιστα, ο Τουλέγιεφ, κυβερνήτης της περιφέρειας Κεμέρεβο, σε συνέντευξη στον βουλευτή της Κρατικής Δούμας, Β. Ιλιούκχιν, η οποία δημοσιεύτηκε στη Νεζαβίσιμαγια Γκαζέτα τον Δεκέμβριο του 2004, εξέφρασε αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα των εγγράφων που τεκμηρίωναν τη σοβιετική ενοχή. Οι εν λόγω αξιωματούχοι υιοθέτησαν την άποψη πως οι κατηγορίες προέρχονταν από εχθρικούς προς τη Ρωσία ιδεολογικούς και πολιτικούς κύκλους. Αντίστοιχες θέσεις απαντούνταν και σε δηλώσεις ανώτερων πολιτικών στελεχών της περιόδου, όπως η συνέντευξη του κυβερνητικού αξιωματούχου, Σέργκεϊ Γιαστρζέμπσκι, έναν μήνα νωρίτερα (Sanford, 2005, σ. 215). Λίγες ημέρες μετά την παρουσίαση της συνέντευξης, ο Ιλιούκχιν, σε συνεργασία με τους βουλευτές Γιούλι Κβιτσίνσκι και Αντρέι Σαβέλιεφ παραχώρησε συνέντευξη τύπου με θέμα την επαναξιολόγηση της υπόθεσης του Κατύν. Σε αυτήν επανέλαβαν την θεωρία της σύγκρισης με τα γεγονότα του 1920 (Бюро национальной безопасности, 2009, σ. 15-6). Συνολικά, την περίοδο εκείνη είχε αρχίσει να διαφαίνεται η επανεμφάνιση στοιχείων της σοβιετικής ιστοριογραφικής παράδοσης, η οποία εξυπηρετούσε τη νομιμοποίηση ευρύτερων γεωπολιτικών και στρατηγικών επιδιώξεων της Μόσχας (Słowiński, 2024, σ. 135-6).

Παρά το αρνητικό κλίμα που είχε διαμορφωθεί, οι δύο πλευρές παρέμεναν τυπικά προσηλωμένες στην εξεύρεση διαύλων επικοινωνίας και συνεννόησης, γεγονός που αποτυπώθηκε το 2008, με την επανεκκίνηση του έργου της ιστορικής «πολωνο-ρωσικής ομάδας για δύσκολα ζητήματα». Στόχος ήταν η συστηματική εξέταση ιστορικών γεγονότων που συνέχιζαν να επιβαρύνουν τις διμερείς σχέσεις (Chucherko, 2011, σ. 13-22). Οι αρχικές προσδοκίες διαψεύστηκαν, καθώς δεν επιτεύχθηκε μια ουσιαστική επαναπροσέγγιση των μεταξύ τους διαφορών. Το ίδιο έτος, αρνητική εντύπωση προκάλεσε και η έκδοση ενός σχολικού εγχειριδίου για την ιστορία της Ρωσίας, από το 1900 έως το 1945, από τους Α. Ντανίλοφ και Α. Φιλίποφ. Το βιβλίο έκανε μνεία στη σφαγή του Κατύν, δικαιολογώντας την, εκ νέου, ως πράξη αντιποίνων για τα γεγονότα του 1920 (Słowiński, 2024, σ. 137).

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ιδιαίτερη διεθνή προβολή απέσπασε η ταινία του διάσημου σκηνοθέτη Andrzej Wajda, Katyn (European Film Awards, n.d.), που κυκλοφόρησε το 2007. Η ταινία σημείωσε διεθνή επιτυχία και αξιοποιήθηκε συμβολικά από την πολωνική πλευρά, επιβεβαιώνοντας ότι το Κατύν αποτελεί, όπως και σήμερα, σύμβολο της εθνικής συνείδησης και ταυτότητας της Πολωνίας. Οι ρωσικές αρχές δεν αντέδρασαν ιδιαίτερα και προέβαλαν την ταινία το 2010 (Sniegon, 2023, σ. 91).

Η 70η επέτειος της σφαγής του Κατύν αποτέλεσε αρχικά πεδίο διπλωματικής σύγκλισης, καθώς ο Πούτιν και ο Πολωνός πρωθυπουργός Donald Tusk προέβησαν σε κοινές δηλώσεις, διατυπώνοντας δεσμεύσεις για την υπέρβαση των ιστορικών εμποδίων και την ενδυνάμωση της διμερούς συνεργασίας (Правительство Российской Федерации, 2010). Ωστόσο, η δυναμική αυτή ανακόπηκε αιφνίδια έπειτα από μια τραγική εξέλιξη. Η προγραμματισμένη επίσκεψη του Πολωνού προέδρου, Lech Kaczyński στη Ρωσία για την 70η επέτειο κατέληξε σε αεροπορικό δυστύχημα (Межгосударственный авиационный комитет, 2011, σ. 12-5) και τον θάνατο του, κοντά στο Σμολένσκ. Η εν λόγω τραγωδία επέτρεψε σε ορισμένους πολιτικούς και ειδησεογραφικούς φορείς της πολωνικής πλευράς να αναπτύξουν θεωρίες συνωμοσίας (Stanisławska, 2010), αποδομώντας το πόρισμα της επίσημης έρευνας (Межгосударственный авиационный комитет, 2011, σ. 149-208). Η ευρεία δημοσιογραφική κάλυψη του δυστυχήματος συνέβαλε στην ενίσχυση του ενδιαφέροντος της ρωσικής κοινής γνώμης γύρω από το Κατύν. Σε πολιτικό επίπεδο, η ρωσική ηγεσία προέβη σε κινήσεις που σηματοδότησαν μεταβολή στη δημόσια στάση απέναντι στο ζήτημα. Τον Μάιο του ίδιου έτους, ο Ρώσος πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ παρέδωσε στον υπηρεσιακό Πολωνό πρόεδρο Bronisław Komorowski 67 αποχαρακτηρισμένα έγγραφα σχετικά με το έγκλημα, συνοδευόμενα από τη δέσμευση για περαιτέρω αποχαρακτηρισμό σχετικού υλικού (Prus & Serwetnyk, 2010). Οι προθέσεις του επιβεβαιώθηκαν και κατά την επίσκεψη του στη Βαρσοβία. Ως ιστορικό ορόσημο, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, η Κρατική Δούμα αναγνώρισε τον σταλινικό χαρακτήρα του εγκλήματος, αλλά και τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα του σοβιετικού καθεστώτος. Οι διεργασίες αυτές ανανέωσαν τις ελπίδες για συμφιλίωση και αποκατάσταση μιας ομαλής ισορροπίας μεταξύ των δύο χωρών.

Η στασιμότητα που ακολούθησε το κλείσιμο των ρωσικών ερευνών το 2004 μετέβαλε τον χαρακτήρα της διένεξης, οδηγώντας την ιστορική διαδρομή του ζητήματος σε μια νέα, διεθνή νομική φάση. Το 2012, η Ρωσία κλήθηκε να αντιμετωπίσει την ετυμηγορία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο πλαίσιο της υπόθεσης Janowiec and Others v. Russia, κατόπιν προσφυγής των συγγενών των θυμάτων το 2007 (αρ. προσφυγών 55508/07 και 29520/09). Το δικαστήριο, σε πρώτο βαθμό, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, λόγω της αναξιοπρεπούς μεταχείρισης των συγγενών των θυμάτων, η οποία αποδόθηκε στη μυστικότητα των διαδικασιών, στην άρνηση γνωστοποίησης των τόπων ταφής και στη μη πλήρη αναγνώριση της αλήθειας σχετικά με τη σφαγή (European Court of Human Rights, 2012, para. 152–166). Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ρωσική Ομοσπονδία παρέβη την υποχρέωσή της βάσει του άρθρου 38 της Σύμβασης, αρνούμενη να επιδείξει την απαραίτητη συνεργασία για την εξέταση της υπόθεσης (European Court of Human Rights, 2012, par. 115). Ωστόσο, η Μεγάλη Ολομέλεια του Δικαστηρίου, με την τελική της απόφαση το 2013, δεν επιβεβαίωσε την παραβίαση του άρθρου 3 (European Court of Human Rights, 2013, para. 177–189). Παράλληλα, κατέληξε και στην παραβίαση του άρθρου 38, εξαιτίας της άρνησης των ρωσικών αρχών να προσκομίσουν το έγγραφο που επιβεβαίωνε την παύση της έρευνας το 2004 (European Court of Human Rights, 2013, para. 190–216). Αναφορικά με το άρθρο 2 (δικαίωμα στη ζωή), το δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να εξετάσει ουσιαστικά την πιθανή παραβίασή του, λόγω έλλειψης αρμοδιότητας ratione temporis, καθώς τα κρίσιμα γεγονότα και οι βασικές φάσεις της έρευνας είχαν προηγηθεί της προσχώρησης της Ρωσίας στη Σύμβαση το 1998 (European Court of Human Rights, 2013, para. 104, 108, 113, 157, 159, 185-6). Η υπόθεση του Κατύν αντιμετωπίζεται στη διεθνή βιβλιογραφία ως υπόθεση σοβαρών παραβιάσεων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, χωρίς ωστόσο να επιβληθούν ποινικές διώξεις στη Ρωσία (Citroni, 2013, σ. 279-94; Kamiński, 2013, σ. 207-26), ενώ η Πολωνία αξιοποιεί έκτοτε την απόφαση του δικαστηρίου στο πλαίσιο της διπλωματικής της επιχειρηματολογίας.

Κατά τη δεκαετία του 2010, η ρωσική πλευρά επέμεινε στις θέσεις της για την εργαλειοποίηση της ιστορικής αφήγησης, επιδιώκοντας τη θωράκιση της εσωτερικής συνοχής, σε μια περίοδο ριζοσπαστικών γεωπολιτικών ανακατατάξεων. Ήδη από το 2010, η θεμελίωση της ορθόδοξης εκκλησίας, αφιερωμένης στην Ανάσταση του Χριστού, στο χώρο του Κατύν, σηματοδότησε αυτή τη στροφή· παρά τις αρχικές διακηρύξεις και τη χρήση της εικόνας της Πολωνής Παναγίας της Częstochowa ως σύμβολο συμφιλίωσης, η λειτουργία της εκκλησίας κατέληξε να επικεντρώνεται κυρίως στα ορθόδοξα θύματα, από τη στιγμή που η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία χαρακτήρισε το Κατύν «ρωσικό Γολγοθά» (Sniegon, 2023, σ. 93-4). Από το 2015, με την επικράτηση του κόμματος Prawo i Sprawiedliwość (Νόμος και Δικαιοσύνη), η Πολωνία ακολούθησε, επίσης, μια πιο αδιάλλακτη στάση ως προς τη διαχείριση των ιστορικών ζητημάτων. Η αμοιβαία αυτή σκλήρυνση είχε ως αποτέλεσμα την περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων των δύο χωρών, με αλληλοκατηγορίες για υπονομευτικές πρακτικές. Ενδεικτική της νέας φάσης υπήρξε η ανέγερση του νέου μουσειακού κέντρου και του ρωσικού μνημείου «Εκτέλεση» το 2018 κοντά στο πολωνικό νεκροταφείο, αφιερωμένου στα θύματα της «Μεγάλης Εκκαθάρισης». Η πρωτοβουλία αυτή ερμηνεύθηκε ως προσπάθεια υποβάθμισης της ιστορικής σημασίας του χώρου για την Πολωνία και προς μια ευρύτερη αφήγηση για τα θύματα της σταλινικής καταστολής.

Η συσσώρευση της έντασης κατά τα προηγούμενα έτη λειτούργησε ως προοίμιο, οδηγώντας την ιστορική διαδρομή του ζητήματος στην τρέχουσα φάση της οριστικής και καθολικής ρήξης. Κατά την τελευταία πενταετία, αμφότερες οι πλευρές διατήρησαν τις υφιστάμενες πολιτικές ως προς τη διαχείριση της ιστορικής μνήμης, με τις πλέον ουσιαστικές εξελίξεις να καταγράφονται από το 2022 και έπειτα. Την περίοδο αυτή σημειώθηκαν περιστατικά βανδαλισμών, τα οποία χαρακτηρίστηκαν ως πράξεις προσβολής της ιερότητας των χώρων μνήμης από την πολωνική πλευρά (Domańska, 2023, σ. 3-4). Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στην αφαίρεση της πολωνικής σημαίας από το νεκροταφείο του Κατύν (Figaj, 2022; Reuters, 2022; TVN24, 2022). Πρόσφατα, η Περιφερειακή Δούμα του Σμολένσκ προχώρησε στην απομάκρυνση στρατιωτικών συμβόλων από το νεκροταφείο του Κατύν, με κυριότερα το παράσημο του Virtuti Militari και τον Σταυρό της Εκστρατείας του 1939, προκαλώντας την οργισμένη απάντηση του Πολωνού Υπουργού Εξωτερικών, Radosław Sikorski, που κατηγόρησε την Ρωσία για παραχάραξη της Ιστορίας (Caliber.Az, 2025; Instytut Pamięci Narodowej, 2025; Notes from Poland, 2025; Polska Agencja Prasowa, 2025). Η αιτιολόγηση του αιτήματος της περιφέρειας είχε στηριχθεί στο χαρακτηρισμό των συμβόλων ως ρωσοφοβικών και στην επίκληση της νομοθεσίας περί πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως και τη μνήμη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου («7×7» Горизонтальная Россия, 2025).

Συμπερασματικά, οι αντιπαραθέσεις γύρω από την ιστορική μνήμη και τη διαχείριση των συλλογικών τραυμάτων εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμο παράγοντα χαρτογράφησης των δυναμικών των σχέσεων μεταξύ Πολωνίας και Ρωσίας. Παράλληλα, η επιστημονική πρόοδος, όπως στον τομέα της αρχαιολογίας, συνεχίζει να προσφέρει όλο και περισσότερα εμπεριστατωμένα δεδομένα (Zalewska, Żelazko, Krupa-Ławrynowicz, & Latocha, 2025, σ. 111-27). Η αναθεώρηση της ιστορικής αφήγησης από τη ρωσική πλευρά, σε συνδυασμό με την τρέχουσα εξωτερική πολιτική της, έχει εντείνει τη δυσπιστία, ιδιαίτερα μετά την εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022. Τα δεδομένα συνηγορούν υπέρ της εκτίμησης ότι η ένταση στις διμερείς σχέσεις θα διατηρηθεί μακροπρόθεσμα. Οι γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις και η αμοιβαία έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς εκμηδενίζουν πλέον τις πιθανότητες επαναπροσέγγισης (Brussels Signal, 2025). Τέλος, στο πεδίο της συλλογικής μνήμης και της ερμηνείας ιστορικών γεγονότων, διαφαίνεται η παγίωση ανταγωνιστικών και θεσμικά κατευθυνόμενων αφηγημάτων, συμβάλλοντας στην όξυνση ζητημάτων εθνικής ταυτότητας και ιστορικής συνείδησης, τόσο στην Πολωνία όσο και στη Ρωσία.

Βιβλιογραφία

 

Α. Βιβλία

Niezależny Komitet Historyczny Badania Zbrodni Katyńskiej & Polska Fundacja Katyńska. (2000). Zbrodnia katyńska po 60 latach: Polityka, nauka, moralność (M. Tarczyński, red.; Zeszyty Katyńskie, nr 12). Polska Fundacja Katyńska.

Nowak, A. (2022). Polska i Rosja. Sąsiedztwo wolności i despotyzmu X–XXI w. Biały Kruk.

Sanford, G. (2005). Katyn and the Soviet massacre of 1940: Truth, justice and memory. Routledge.

Urban, T. (2020). The Katyn Massacre 1940: History of a Crime. Pen & Sword Military.

 

Β. Πρωτογενείς πηγές

Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. (1950). European Convention on Human Rights. Διαθέσιμο σε: https://www.echr.coe.int/documents/d/echr/Convention_ELL

European Court of Human Rights. (2012, April 16). Judgment in the case of Janowiec and Others v. Russia [Chamber judgment]. Διαθέσιμο σε: https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-110513%22]}

European Court of Human Rights. (2013, October 21). Grand Chamber Judgment in the case of Janowiec and Others v. Russia [Grand Chamber judgment]. Διαθέσιμο σε: https://hudoc.echr.coe.int/app/conversion/pdf/?filename=001-127684.pdf&id=001-127684&library=ECHR

Instytut Pamięci Narodowej. (2020). The Katyn massacre (J. Czarniecki, tłum.). Instytut Pamięci Narodowej.

Instytut Pamięci Narodowej. (2025). Oświadczenie Instytutu Pamięci Narodowej w sprawie zniszczenia elementów Polskiego Cmentarza Wojennego w Miednoje oraz wypowiedzi ministra spraw zagranicznych RP Radosława Sikorskiego. Διαθέσιμο σε: https://ipn.gov.pl/pl/dla-mediow/komunikaty/219585

Бюро национальной безопасности. (2009). Историческая пропаганда России в 2004–2009 годах. Варшава. Διαθέσιμο σε: https://www.bbn.gov.pl/download/1/3082/Istoriczeskaja_propaganda_Rossii__RU.pdf

Межгосударственный авиационный комитет. (2011). Окончательный отчет по расследованию авиационного происшествия: Катастрофа самолета Ту-154М, б/н 101, 10 апреля 2010 г., Смоленск, Россия. Διαθέσιμο σε: https://mak-iac.org/upload/iblock/807/finalreport_rus.pdf

Международное общество «Мемориал». (2008). Катынь: хроника событий. Διαθέσιμο σε: https://imwerden.de/pdf/katyn_khronika_sobyty__ocr.pdf

Правительство Российской Федерации. (2010). Премьер-министр Владимир Путин и его польский коллега Дональд Туск приняли участие в памятной церемонии у мемориала «Катынь». Διαθέσιμο σε: https://archive.government.ru/docs/10122/

Γ. Άρθρα από ακαδημαϊκές πηγές

Chucherko, J. (2011). Znaczenie dla stosunków polsko-rosyjskich Polsko-Rosyjskiej Grupy ds. Trudnych. Krakowskie Studia Międzynarodowe, 3, 13–24. Διαθέσιμο σε: https://bibliotekanauki.pl/articles/506431.pdf

Citroni, G. (2013). Janowiec and Others v. Russia: A Long History of Justice Delayed Turned into a Permanent Case of Justice Denied. Polish Yearbook of International Law, 33, 279–294. Διαθέσιμο σε: https://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=2473117

Domańska, M. (2023). Fighting ‘hostile’ memory: The vandalism of Polish monuments in Russia. Centre for Eastern Studies (OSW). Διαθέσιμο σε: https://www.osw.waw.pl/en/publikacje/osw-commentary/2023-11-15/fighting-hostile-memory-vandalism-polish-monuments-russia

Kamiński, I. C. (2013). The Katyń Massacre before the European Court of Human Rights: A Personal Account. Polish Yearbook of International Law, 33, 205–226. Διαθέσιμο σε: https://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=2473108

Słowiński, K. (2024). Węzły pamięci. Kwestia zbrodni katyńskiej w relacjach polsko-rosyjskich. Nowa Polityka Wschodnia, 1(40), 114–146. Διαθέσιμο σε: https://czasopisma.marszalek.com.pl/uploads/periodicals/npw/40/npw4006.pdf

Sniegon, T. (2023). From state terror to international conflict: Katyn as a foreign policy tool of Putin’s Russia. AREI: Journal for Central and Eastern European History and Politics, 1, 78–101. Διαθέσιμο σε: http://www.arei-journal.pl/webroot/upload/files/AREI-1-2023%20NET.pdf

Trojan, S., & Kyrydon, A. (2017). Przestrzeń informacyjna: wojna pamięci. Studia Politicae Universitatis Silesiensis, 10, 1–20. Διαθέσιμο σε: https://czasopisma.uwr.edu.pl/okom/article/view/3288/3173

Zalewska, A., Żelazko, J., Krupa-Ławrynowicz, A., & Latocha, S. (2025). The importance of material evidence and the role of archaeological research in the process of disproving the Katyn lie (1943–2023). Kwartalnik Historii Kultury Materialnej, 73(1), 111–128. Διαθέσιμο σε: https://rcin.org.pl/Content/246221/282958.pdf

 

Δ. Άρθρα από ειδησεογραφικές πηγές

Brussels Signal. (2025). Russians remove Polish military symbols from Katyń Memorial in Smolensk. Brussels Signal. Διαθέσιμο σε: https://brusselssignal.eu/2025/08/russians-remove-polish-military-symbols-from-katyn-memorial-in-smolensk/

Caliber.Az. (2025). FM: Poland sends diplomatic protest note to Russia over war memorial crosses. Caliber.Az. Διαθέσιμο σε: https://caliber.az/en/post/fm-poland-sends-diplomatic-protest-note-to-russia-over-war-memorial-crosses

European Film Awards. (n.d.). Katyn. European Film Awards. Διαθέσιμο σε: https://www.europeanfilmawards.eu/efa-movie/katyn/

Evrim Ağacı. (2025). Russia removes Polish symbols at Katyn memorial amid tensions. Grand Pinnacle Tribune / Evrim Ağacı. Διαθέσιμο σε: https://evrimagaci.org/gpt/russia-removes-polish-symbols-at-katyn-memorial-amid-tensions-491596

Figaj, B. (2022). Wiceszef MSZ: zdjęcie polskiej flagi w Katyniu pokazuje jak daleko od standardów cywilizacyjnych odeszła Rosja. Dzieje.pl. Διαθέσιμο σε: https://dzieje.pl/wiadomosci/wiceszef-msz-zdjecie-polskiej-flagi-w-katyniu-pokazuje-jak-daleko-od-standardow

Notes from Poland. (2025). Poland protests Russia’s removal of crosses from cemetery of Polish victims of Soviet massacres. Διαθέσιμο σε: https://notesfrompoland.com/2025/05/21/poland-protests-russias-removal-of-crosses-from-cemetery-of-polish-victims-of-soviet-massacres/

Polska Agencja Prasowa. (2025). Russia removes commemorative plaques from Polish massacre memorial. PAP. Διαθέσιμο σε: https://www.pap.pl/aktualnosci/russia-removes-commemorative-plaques-polish-massacre-memorial

Prus, J., & Serwetnyk, T. (2010). Kolejny gest Kremla, problemy pozostają. Rzeczpospolita. Διαθέσιμο σε: https://www.rp.pl/wydarzenia/art15219941-kolejny-gest-kremla-problemy-pozostaja

Reuters. (2022). Poland to protest after Russia removed its flag from war memorial. Reuters. Διαθέσιμο σε: https://www.reuters.com/world/europe/poland-protest-after-russia-removed-its-flag-war-memorial-2022-06-27/

Stanisławska, J. (2010). Teorie spiskowe wokół tragedii. Wirtualna Polska. Διαθέσιμο σε: https://wiadomosci.wp.pl/teorie-spiskowe-wokol-tragedii-6032025631634561a

TVN24. (2022). Polska flaga usunięta z cmentarza w Katyniu. Prezydencki minister: wyraziliśmy protest. Διαθέσιμο σε: https://tvn24.pl/polska/katyn-polska-flaga-usunieta-z-cmentarza-prezydencki-minister-wyrazilismy-protest-st5765192

«7×7» Горизонтальная Россия. (2025). Прокуратура потребовала убрать барельефы польских наград с мемориала в Смоленской Катыни. Διαθέσιμο σε: https://semnasem.org/news/2025/08/18/prokuratura-potrebovala-ubrat-barelefy-polskih-nagrad-s-memoriala-v-smolenskoj-katyni

Ε. Πηγή φωτογραφίας:

Polskie Radio. (2021). Poland remembers victims of 1940 massacre by Soviets. Polskie Radio. Διαθέσιμο σε: https://www.polskieradio.pl/395/7784/Artykul/2712095,Poland-remembers-victims-of-1940-massacre-by-Soviets