Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Ιστορία και Πολιτισμός

Η πολιτική και πολιτισμική επιρροή της Jazz μουσικής στην αποαποικιοποίηση του Κονγκό

Γράφει η Ματίνα Γεώργα

Η σχέση ανάμεσα στη μουσική και την πολιτική υπήρξε διαχρονικά βαθιά και πολύπλοκη, ειδικά σε κοινωνίες όπου η καλλιτεχνική έκφραση αποτέλεσε, όχι μόνο ζήτημα αισθητικής, αλλά και ζήτημα επιβίωσης, ταυτότητας και αντίστασης. Στην περίπτωση της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, η μουσική συνδέθηκε άρρηκτα με τις προσπάθειες αποαποικιοποίησης, την άνοδο και δολοφονία του Patrice Lumumba, την αμερικανοβέλγικη ανάμειξη στην πολιτική σκηνή της χώρας και τις πολύπλευρες μορφές πολιτισμικής αντίστασης κατά της βέλγικης αποικιοκρατίας. Με αφορμή όσα επαναφέρει το πρόσφατο ντοκιμαντέρ  «Soundtrack to a Coup d’État (2024)» του Johan Grimonprez, θα εκτεθεί παρακάτω το πώς η μουσική επηρέασε όχι μόνο την τοπική κοινωνία του Κονγκό, αλλά και τις παγκόσμιες ισορροπίες κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Η μελέτη της μουσικής ως πολιτικού φαινομένου έχει αναπτυχθεί έντονα τις τελευταίες δεκαετίες. Οι θεωρητικοί της πολιτισμικής μελέτης, όπως ο Frantz Fanon  και ο Ngũgĩ wa Thiong’o, έχουν αναδείξει ότι στην αποικιοκρατούμενη Αφρική η καλλιτεχνική και πολιτισμική παραγωγή  λειτουργούσε, τόσο ως πεδίο καταστολής, όσο και ως μέσο χειραφέτησης. Η μουσική συγκεκριμένα αποτέλεσε έναν από τους πιο ισχυρούς μηχανισμούς συλλογικής οργάνωσης, καταγραφής εμπειριών και προβολής εναλλακτικών αφηγήσεων απέναντι στην επίσημη αποικιοκρατική ιστορία, διατηρώντας ζωντανές τις μνήμες, πολιτικοποιώντας τους Κονγκολέζους και ενισχύοντας το αίσθημα κοινής εθνικής ταυτότητας.

Στο Κονγκό, ήδη από τη δεκαετία του 1940 αναπτύχθηκε ένα ραγδαία εξελισσόμενο μουσικό περιβάλλον, όπου το rumba congolaise, ως υβριδικό είδος βασισμένο σε αφρικανικούς ρυθμούς και λατινοαμερικανικές επιρροές, αποτέλεσε το «ηχητικό αποτύπωμα» μιας νέας αστικής συνείδησης (White, 2002, σελ.39). Η μουσική αυτή δεν ήταν απλώς ψυχαγωγία, καθώς εξέφραζε τον εκκολαπτόμενο εθνικισμό και την επιθυμία για αυτοδιάθεση. Οι στίχοι, συχνά υπαινικτικοί, λόγω της αποικιοκρατικής λογοκρισίας, «έκρυβαν» πολιτικά μηνύματα, επιτρέποντας στους καλλιτέχνες να αρθρώσουν δημόσιο λόγο σε ένα περιβάλλον καταστολής (White, 2002, σελ. 166 -167).

Μια πολιτική μορφή, η οποία ταυτίστηκε με το αίτημα για ανεξαρτησία, του οποίου τόσο η δράση, όσο και η δολοφονία ενέπνευσε τους καλλιτέχνες να εκφραστούν πολιτικά ήταν ο Patrice Lumumba, συγκλίνοντας την πολιτική και πολιτισμική αντίσταση. Ο Lumumba ενσαρκώνει τον αντι-αποικιοκρατικό ηγέτη που απειλούσε γεωπολιτικά συμφέροντα και για αυτό έγινε στόχος δολοφονίας με εμπλοκή της CIA και των βελγικών υπηρεσιών (De Witte, 2001,σελ.80 – 82). Η πολιτική του παρουσία είχε άμεσο αντίκτυπο στη μουσική σκηνή: πολλοί καλλιτέχνες ενσωμάτωσαν το όνομά του και τις ιδέες του σε τραγούδια, συχνά με κρυπτογραφημένο τρόπο.

Αυτή η πολιτιστική επανάσταση μαρτύρησε την εξασθένηση της δυτικής επιρροής στο Κονγκό, γεγονός που ανέδειξε την ανάγκη υιοθέτησης λιγότερο εμφανών, αλλά εξίσου αποτελεσματικών μέσων επιβολής. Το ντοκιμαντέρ «Soundtrack to a Coup d’État» φωτίζει ένα εξ αυτών, την πολιτιστική διπλωματία των ΗΠΑ, η οποία προσπάθησε να χρησιμοποιήσει την τζαζ ως μέσο ήπιας ισχύος, για να επηρεάσει την αφρικανική κοινή γνώμη και να προβάλλει τις Η.Π.Α. ως μια φιλελεύθερη δημοκρατία. Καλλιτέχνες όπως ο Louis Armstrong συμμετείχαν σε περιοδείες με επίσημη χρηματοδότηση του State Department. Το παράδοξο είναι ότι η τζαζ, είδος με βαθιά ριζωμένη εμπειρία φυλετικής καταπίεσης στις ΗΠΑ, χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο προώθησης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής σε μια χώρα που αγωνιζόταν να απελευθερωθεί από την αποικιοκρατική κυριαρχία. Το ντοκιμαντέρ δείχνει με ενάργεια πώς η μουσική έγινε μέρος της γεωπολιτικής σκακιέρας, ενώ παράλληλα παρέμεινε πεδίο αυθεντικής έκφρασης των Κονγκολέζων.

Η συλλογική μνήμη διαμορφώνεται μέσα από ποικίλα πολιτισμικά μέσα, μεταξύ των οποίων η μουσική κατέχει προνομιακή θέση (Halbwachs, 1950, σελ. 41 – 50 & Assmann, 2011, σελ. 51 – 69) . Στην περίπτωση του Κονγκό, η μουσική λειτουργεί ως αρχείο βιωμάτων, καθώς εμπεριέχει και αποτυπώνει τις απογοητεύσεις της αποικιοκρατίας, τον ενθουσιασμό της ανεξαρτησίας, τη βία των πραξικοπημάτων, τη δικτατορία του Mobutu και τις διαδοχικές κρίσεις που σημάδεψαν το κράτος. Ακόμη και μετά τη δολοφονία του Lumumba, η μνήμη του συνέχισε να ζει μέσα από τραγούδια. Καλλιτέχνες, όπως ο Franco Luambo και ο Rochereau, συνέβαλαν στη διατήρηση της μορφής του ως συμβόλου αντίστασης. Με τον τρόπο αυτόν, η μουσική μετατράπηκε σε «ηχητική ιστοριογραφία», σε μια μορφή λαϊκής ιστορικής γραφής την οποία δύσκολα μπορούσε να ελέγξει η επίσημη εξουσία. Επιπλέον, το μεταγενέστερο κίνημα «zairoise» υπό τον Mobutu, που επιχείρησε να επιβάλει έναν νέο εθνικό πολιτισμό, να δομήσει μια νέα εθνική ταυτότητα γύρω από την προσωπικότητα του Mobutu, αλλά και να τον νομιμοποιήσει, χρησιμοποίησε τη μουσική για την κατασκευή εθνικής ταυτότητας. Παρότι το αυταρχικό καθεστώς ενσωμάτωσε στην πολιτική του τους μουσικούς για να ενισχύσει το ιδεολογικό του μήνυμα, η ίδια η μουσική παρέμεινε πεδίο αντιφάσεων: φορέας τόσο καθεστωτικής προπαγάνδας όσο και κρυφής αντίστασης.

Η κονγκολέζικη μουσική αποτελεί ίσως ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα πολιτισμικής υβριδικότητας, όπως θα την όριζε ο Homi Bhabha. Η έννοια αυτή είναι κομβικό σημείο της μετααποικιακής θεωρίας του και εξηγεί πως μέσα από τη συνεχή αλληλεπίδραση, πολιτική, αλλά κυρίως πολιτιστική, κυρίαρχων και υποτελών κουλτούρων, χτίζεται ένας ενδιάμεσος χώρος, ένα εργαστήρι, μέσα στο οποίο δημιουργούνται νέες πολιτισμικές μορφές και ταυτότητες (Bhabha, 1994, σελ. 112 – 115). Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η περίπτωση του Κονγκό. Το rumba congolaise, οι επιρροές από κουβανική μουσική, τα ηλεκτρικά κιθαριστικά μοτίβα των δεκαετιών 1960–1970 και η μετέπειτα διάχυση της pop μουσικής δείχνουν ότι η μουσική του Κονγκό δεν είναι «καθαρό» προϊόν, αλλά αποτέλεσμα διασταυρώσεων που συχνά γεννήθηκαν μέσα από αποικιοκρατικές συνθήκες. Παρόλα αυτά, αυτή η υβριδικότητα δεν συνεπάγεται παθητική αποδοχή της αποικιοκρατικής επιβολής. Αντίθετα, η μετα-αποικιακή ταυτότητα συγκροτείται μέσα από την επανανοηματοδότηση των επιβαλλόμενων πολιτισμικών μορφών (Mbembe, 2001, σελ.105). Στο Κονγκό, η μουσική πήρε πολιτισμικά δάνεια, τα ανέτρεψε και τα ενσωμάτωσε σε μια νέα ηχητική γλώσσα που έγινε αναπόσπαστο μέρος της εθνικής ταυτότητας.

Το ντοκιμαντέρ του Grimonprez επαναπροσδιορίζει την έννοια του «ηχητικού αρχείου» και προσφέρει μια πολυεπίπεδη ανάγνωση της ιστορίας του Κονγκό. Συνδυάζοντας σπάνιο αρχειακό υλικό, πολιτικές ομιλίες, εικόνες από μουσικές περιοδείες και γεωπολιτικές αναλύσεις, αποκαλύπτει την αλληλεπίδραση ανάμεσα στην τέχνη και την πολιτική εξουσία. Ειδικότερα, το έργο δείχνει πώς οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν την τζαζ ως όχημα δημοκρατίας, την ίδια στιγμή που υπονόμευαν έναν δημοκρατικά εκλεγμένο ηγέτη. Πρόκειται για μια διπλή ειρωνεία: πρώτον, επειδή η τζαζ υπήρξε προϊόν της αφροαμερικανικής αντίστασης απέναντι στον ρατσισμό και, δεύτερον, επειδή οι μουσικοί συχνά αγνοούσαν τον τρόπο με τον οποίο εργαλειοποιούνταν. Το ντοκιμαντέρ δεν αντιμετωπίζει τη μουσική απλώς ως υπόβαθρο της πολιτικής ιστορίας, αλλά ως ενεργό παράγοντα, με καθοριστική συμβολή στη διαμόρφωσή της. Η μουσική δεν είναι διακοσμητική, αλλά λειτουργεί ως ενεργός πολιτικός δρων. Η ερμηνεία αυτή ευθυγραμμίζεται με σύγχρονες θεωρήσεις της πολιτικής μουσικολογίας (Street, 2012, σελ. 3 – 4), οι οποίες αναδεικνύουν ότι τα μουσικά γεγονότα παράγουν πολιτικό νόημα ανεξάρτητα από την πρόθεση των δημιουργών τους.

Η πορεία του Κονγκό μετά τη δολοφονία του Lumumba σημαδεύτηκε από δεκαετίες πολιτικής αποσταθεροποίησης, συγκρούσεων και ξένης παρέμβασης. Μέσα σε αυτό το ταραγμένο περιβάλλον, η μουσική απέκτησε ρόλο ανθεκτικότητας, επανδρώνοντας με ελπίδα και μαχητικότητα τους Κονγκολέζους. Αυτό επιβεβαιώνεται, καθώς, τόσο ως πολιτικό, αλλά κυρίως ως πολιτιστικό μέσο διατηρήθηκε στον χρόνο, συνέχιζε να εκφράζει και να ενώνει ανθρώπους και παρά τις επιρροές που δέχθηκε ο βασικός της στόχος, η έκφραση, παρέμεινε αναλλοίωτος. Όπως δείχνουν σύγχρονες ανθρωπολογικές μελέτες, όπως αυτή του Thomas Turino, η μουσική έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί κοινότητες αλληλεγγύης, ακόμη και σε περιβάλλοντα βίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Mobutu, πολλοί μουσικοί ενσωμάτωσαν κρυφά μηνύματα διαμαρτυρίας στους στίχους τους. Η χρήση της γλώσσας Lingala ως lingua franca της μουσικής συνέβαλε στην ανάπτυξη ενός κοινού κώδικα επικοινωνίας που διαφεύγει της λογοκρισίας. Η μουσική έτσι λειτουργούσε ως «ασφαλές καταφύγιο νοήματος», όπου η αντίσταση μπορούσε να αρθρωθεί έμμεσα.

Σήμερα, η κονγκολέζικη μουσική σκηνή παραμένει εξαιρετικά ζωντανή και πολυδιάστατη. Καλλιτέχνες της διασποράς, όπως ο Baloji, αντλούν έμπνευση από την πολιτική ιστορία του Κονγκό και εξερευνούν τη μετα-αποικιακή ταυτότητα μέσα από σύγχρονα είδη όπως το hip hop και η ηλεκτρονική μουσική. Η φιγούρα του Lumumba εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς, όχι μόνο ως πολιτικός ηγέτης, αλλά ως σύμβολο πολιτισμικής αυτοδιάθεσης. Παράλληλα, το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας για την πολιτική μουσική του Κονγκό αναζωπυρώθηκε χάρη σε έργα όπως το «Soundtrack to a Coup d’État». Η επαναφορά της ιστορίας του Lumumba και η ανάδειξη του ρόλου της μουσικής στη διαμόρφωση της πολιτικής συνείδησης καθιστούν το ντοκιμαντέρ σημαντική συνεισφορά στην παγκόσμια πολιτισμική ιστοριογραφία.

Συμπερασματικά, η περίπτωση του Κονγκό αποκαλύπτει με ενάργεια ότι η μουσική δεν αποτελεί απλώς πολιτιστικό προϊόν, αλλά βασικό μηχανισμό κοινωνικής οργάνωσης, μνήμης και αντίστασης. Από την εποχή του Lumumba έως τη σύγχρονη εποχή της παγκοσμιοποίησης, η μουσική λειτούργησε ως χώρος, όπου η αποικιοκρατική κληρονομιά αμφισβητήθηκε, επαναδιατυπώθηκε και μετασχηματίστηκε. Το «Soundtrack to a Coup d’État» υπενθυμίζει ότι η ιστορία δεν γράφεται μόνο με λόγια και πράξεις, αλλά και με ήχους. Η μουσική αποτελεί ιστορικό τεκμήριο, πολιτικό εργαλείο, αλλά και βιωματική αφήγηση. Στο Κονγκό, περισσότερο ίσως από άλλες χώρες, η μουσική συνεχίζει να είναι η φωνή ενός λαού που αγωνίζεται να επανακτήσει την ιστορία του.

 

Βιβλιογραφία

Anderson, B. (1983). Imagined communities: Reflections on the origin and spread of nationalism. Verso.

Assmann, J. (2011). Cultural memory and early civilization: Writing, remembrance, and political imagination. Cambridge University Press.

Bhabha, H. K. (1994). The location of culture. Routledge.

De Witte, L. (2001). The assassination of Lumumba. Verso.

Fanon, F. (1961). The wretched of the earth. Grove Press.

Halbwachs, M. (1992). On collective memory. University of Chicago Press. University Press.

Mbembe, A. (2001). On the postcolony. University of California Press.

Ngũgĩ wa Thiong’o. (1986). Decolonising the mind: The politics of language in African literature. James Currey.

Street, J. (2012). Music and politics. Polity Press.

Turino, T. (2008). Music as social life: The politics of participation. University of Chicago Press.

Von Eschen, P. (2004). Satchmo blows up the world: Jazz ambassadors play the Cold War. Harvard University Press.

White, B. W. (2002). Rumba rules: The politics of dance music in Mobutu’s Zaire. Duke.

Πηγή εικόνας:

Wikimedia Commons. 1961. African Jazz in 1961.jpg.