Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Κρίσεις και Ζητήματα Ασφαλείας

Αποτελεί η άνοδος της Κίνας παράγοντα νέας ευρωατλαντικής κρίσης;

Γράφει η Αιμιλία Αικατερίνη Κυβετού

Η άνοδος της Κίνας τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχει επιφέρει σημαντικές μεταβολές στις ισορροπίες ισχύος του διεθνούς συστήματος, επηρεάζοντας τόσο την παγκόσμια οικονομία όσο και τη γεωπολιτική αρχιτεκτονική. Η ταχεία οικονομική και τεχνολογική της ανάπτυξη, σε συνδυασμό με τη διεύρυνση της διεθνούς παρουσίας της, έχει αναζωπυρώσει τη συζήτηση γύρω από την «Παγίδα του Θουκυδίδη», δηλαδή τον κίνδυνο σύγκρουσης μεταξύ μιας ανερχόμενης και μιας κατεστημένης δύναμης (Allison, 2017, σ. 22). Σε αυτό το περιβάλλον, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΗΠΑ) και η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τη στάση τους απέναντι στην κινεζική ισχύ, υιοθετώντας διαφορετικές στρατηγικές και προτεραιότητες. Η παρούσα ανάλυση υποστηρίζει ότι η άνοδος της Κίνας λειτουργεί ταυτόχρονα ως παράγοντας σύγκλισης και ως πηγή τριβών στις ευρωατλαντικές σχέσεις. Στόχος είναι να εξεταστεί πώς οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται την άνοδο της Κίνας, ποια είναι τα βασικά σημεία σύγκλισης και απόκλισης και κατά πόσο η κινεζική άνοδος μπορεί να αποτελέσει παράγοντα μιας νέας ευρωατλαντικής κρίσης.

Αρχικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν την Κίνα ως τον βασικό μακροπρόθεσμο στρατηγικό τους ανταγωνιστή. Η Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας του 2022 χαρακτηρίζει το Πεκίνο ως τη μοναδική δύναμη που διαθέτει τόσο την ικανότητα όσο και την πρόθεση να αμφισβητήσει την αμερικανική πρωτοκαθεδρία σε τομείς όπως η τεχνολογία, η οικονομία και η στρατιωτική ισχύς (The White House, 2022, σ. 4). Υπό αυτό το πρίσμα, η κινεζική άνοδος εκλαμβάνεται όχι απλώς ως περιφερειακή πρόκληση, αλλά ως συστημική απειλή για τη φιλελεύθερη διεθνή τάξη.

Κεντρικό άξονα της αμερικανικής στρατηγικής αποτελεί ο περιορισμός της κινεζικής τεχνολογικής προόδου μέσω ελέγχων εξαγωγών και περιορισμών σε κρίσιμους τομείς, όπως οι ημιαγωγοί και η τεχνητή νοημοσύνη, με στόχο την επιβράδυνση της κινεζικής καινοτομίας (The White House, 2022, σ. 12). Παράλληλα, οι ΗΠΑ υιοθετούν μία στρατηγική επιλεκτικού decoupling, επιδιώκοντας τη μείωση της εξάρτησής τους από κινεζικές αλυσίδες εφοδιασμού και την ενίσχυση της εγχώριας βιομηχανικής βάσης, χωρίς να προχωρούν σε πλήρη οικονομική αποσύνδεση (The White House, 2022, σ. 15). Η στρατηγική αυτή συμπληρώνεται από την ενίσχυση συμμαχιών και πολυμερών σχημάτων στον Ινδο-Ειρηνικό, όπως το AUKUS και το QUAD, τα οποία λειτουργούν ως εργαλεία ανάσχεσης της κινεζικής επιρροής (The White House, 2022, σ. 23). Οι πρώτες ενδείξεις της Εθνικής Στρατηγικής Ασφαλείας του 2025 επιβεβαιώνουν τη συνέχεια αυτής της γραμμής, με ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στην τεχνολογική αποτροπή και την προστασία κρίσιμων υποδομών.

Σε αντίθεση με την αμερικανική στρατηγική, η Ευρωπαϊκή Ένωση προσεγγίζει την Κίνα μέσα από το τρίπτυχο partner–competitor–systemic rival, όπως αποτυπώνεται στο EU–China Strategic Outlook (European Commission & High Representative of the Union for Foreign Affairs and Security Policy, 2019). Η ευρωπαϊκή στάση χαρακτηρίζεται από ταυτόχρονη συνεργασία και ανταγωνισμό: συνεργασία σε ζητήματα παγκόσμιας διακυβέρνησης, ανταγωνισμό σε τεχνολογικούς και οικονομικούς τομείς και αντιπαράθεση σε αξιακά ζητήματα, όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της προσέγγισης της ΕΕ είναι η ασύμμετρη οικονομική αλληλεξάρτηση, η οποία καθιστά την Ένωση πιο εκτεθειμένη σε κρίσιμους τομείς και αναδεικνύει τα όρια της Συνολικής Συμφωνίας για τις Επενδύσεις (Comprehensive Agreement on Investment – CAI) ανάμεσα σε οικονομική συνεργασία και γεωπολιτικές ή αξιακές προτεραιότητες (Keohane & Nye, 1977, σ. 12).

Με γνώμονα αυτή την προσέγγιση, η ΕΕ υιοθετεί τη στρατηγική του de-risking, επιδιώκοντας τη μείωση κρίσιμων εξαρτήσεων χωρίς πλήρη αποσύνδεση. Η στρατηγική αυτή υλοποιείται μέσω διαφοροποίησης προμηθευτών και αξιοποίησης ρυθμιστικών εργαλείων, όπως τον Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (General Data Protection Regulation – GDPR), το Digital Markets Act που ρυθμίζει τις ψηφιακές πλατφόρμες, και οι μηχανισμοί FDI screening, οι οποίοι ελέγχουν ξένες επενδύσεις σε κρίσιμους τομείς (Chimits et al., 2023, σ. 6). Ταυτόχρονα, σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των κρατών-μελών—με τη Γερμανία να παραμένει πιο επιφυλακτική λόγω βιομηχανικής εξάρτησης και τη Γαλλία να προωθεί τη στρατηγική αυτονομία—περιορίζουν τη δυνατότητα διαμόρφωσης ενιαίας ευρωπαϊκής γραμμής (Brinza et al., 2024, σ. 10).

Παρά τις διαφορετικές αφετηρίες και στρατηγικές κουλτούρες, ΗΠΑ και ΕΕ συγκλίνουν σε ορισμένα κρίσιμα σημεία της πολιτικής τους απέναντι στην Κίνα. Και οι δύο αναγνωρίζουν το Πεκίνο ως συστημικό ανταγωνιστή, ικανό να επηρεάσει τη διεθνή τάξη και να προωθήσει κανόνες που δεν ευθυγραμμίζονται με τα δυτικά πρότυπα (European Commission, 2023 σ. 5; The White House, 2022, σ. 4). Η κοινή αυτή εκτίμηση δημιουργεί περιθώρια συνεργασίας σε τομείς όπως η τεχνολογική ασφάλεια, η κυβερνοασφάλεια και η προστασία κρίσιμων υποδομών. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη σύγκλιση, οι στρατηγικές των δύο πλευρών αποκλίνουν αισθητά ως προς τα μέσα και την ένταση της αντιμετώπισης της κινεζικής ισχύος. Οι ΗΠΑ υιοθετούν μια πιο ανταγωνιστική και περιοριστική προσέγγιση, με έμφαση στον τεχνολογικό περιορισμό της Κίνας, σε μια λογική που παραπέμπει στο θουκυδίδειο πλαίσιο. Η ΕΕ, αντίθετα, επιλέγει μια πιο επιλεκτική και πραγματιστική στρατηγική, προωθώντας το de-risking αντί του πλήρους decoupling, λόγω της βαθύτερης οικονομικής της αλληλεξάρτησης με το Πεκίνο (Keohane & Nye, 1977, σ. 12).

Οι διαφοροποιήσεις αυτές αποτυπώνονται χαρακτηριστικά σε επιμέρους πολιτικές επιλογές. Στην υπόθεση της Huawei και των δικτύων 5G, οι ΗΠΑ υιοθέτησαν μια απόλυτη γραμμή αποκλεισμού για λόγους εθνικής ασφάλειας, εντάσσοντας την απόφαση αυτή σε μια ευρύτερη στρατηγική τεχνολογικής αποτροπής. Αντίθετα, η ΕΕ επέλεξε μια πιο ευέλικτη πολιτική διαχείρισης κινδύνου, επιτρέποντας περιορισμούς μόνο σε ευαίσθητα τμήματα των δικτύων, σύμφωνα με το EU Toolbox (European Commission, 2020). Ανάλογη εικόνα παρουσιάζεται και στον τομέα των κρίσιμων πρώτων υλών. Οι ΗΠΑ κινούνται πιο επιθετικά προς την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και το reshoring, δηλαδή την επαναφορά κρίσιμων παραγωγικών δραστηριοτήτων στο εσωτερικό, ενώ η ΕΕ ακολουθεί μια πιο σταδιακή προσέγγιση μέσω του Critical Raw Materials Act, του ευρωπαϊκού πλαισίου που στοχεύει στη μείωση της εξάρτησης από τρίτες χώρες σε κρίσιμες πρώτες ύλες (European Commission, 2023, σ. 2).

Η θεωρητική προσέγγιση συμβάλλει στην κατανόηση αυτών των διαφοροποιημένων ευρωατλαντικών στρατηγικών. Το θουκυδίδειο πλαίσιο φωτίζει την αμερικανική αντίληψη περί απειλής, σύμφωνα με την οποία η άνοδος μιας ανερχόμενης δύναμης δημιουργεί δομικές εντάσεις και ωθεί την κατεστημένη δύναμη σε πιο ανταγωνιστική στάση (Allison, 2017, σ. 22). Αντίθετα, η ευρωπαϊκή στρατηγική ερμηνεύεται μέσα από τη θεωρία της ασύμμετρης αλληλεξάρτησης, η οποία υπογραμμίζει ότι η βαθιά οικονομική διασύνδεση καθιστά το πλήρες decoupling μη ρεαλιστικό και ενδεχομένως οικονομικά επιζήμιο (Keohane & Nye, 1977, σ. 12). Έτσι, παρότι οι δύο πλευρές συμφωνούν ως προς την ανάγκη διαχείρισης της κινεζικής ισχύος, διαφοροποιούνται ουσιαστικά ως προς τα μέσα και την ένταση της εφαρμοζόμενης πολιτικής.

Συνοψίζοντας, η άνοδος της Κίνας δεν οδηγεί αυτομάτως σε μια νέα ευρωατλαντική κρίση, αλλά διαμορφώνει ένα σύνθετο περιβάλλον στο οποίο συνεργασία και τριβή συνυπάρχουν. Η Κίνα λειτουργεί ταυτόχρονα ως παράγοντας σύγκλισης, όταν ΗΠΑ και ΕΕ αντιλαμβάνονται κοινές απειλές, και ως πηγή τριβών και αποκλίσεων, όταν οι οικονομικές και στρατηγικές τους προτεραιότητες διαφοροποιούνται. Υπό αυτή την έννοια, η κινεζική άνοδος δεν αποτελεί ούτε αποκλειστικά παράγοντα σύγκλισης ούτε αυτόνομη πηγή κρίσης, αλλά έναν πολλαπλασιαστή των υφιστάμενων δυναμικών στις ευρωατλαντικές σχέσεις. Το αν θα οδηγήσει σε βαθύτερη συνεργασία ή σε νέα κρίση θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι δύο πλευρές θα καταφέρουν να γεφυρώσουν τις στρατηγικές τους διαφορές και να διαμορφώσουν μια συνεκτική και ρεαλιστική κοινή στρατηγική απέναντι στην Κίνα.

Βιβλιογραφία/Πηγές

Allison, G. (2017). Destined for war: Can America and China escape Thucydides’s trap? Houghton Mifflin Harcourt.

Keohane, R. O., & Nye, J. S. (1977). Power and interdependence: World politics in transition. Little, Brown.

Brinza, A., Bērziņa-Čerenkova, U. A., Le Corre, P., Seaman, J., Turcsányi, R., & Vladisavljev, S. (2024). EU–China relations: De-risking or de-coupling – the future of the EU strategy towards China (European Parliament Study, PE 754.446). Publications Office of the European Union. Διαθέσιμο στο:
https://www.europarl.europa.eu/RegData/etudes/STUD/2024/754446/EXPO_STU(2024)754446_EN.pdf

Chimits, F., Ghiretti, F., & Stec, G. (2023). Updating the EU action plan on China: De-risk, engage, coordinate. MERICS Διαθέσιμο στο:
https://merics.org/en/report/updating-eu-action-plan-china-de-risk-engage-coordinate

European Commission. (2020). The EU toolbox for 5G security. Διαθέσιμο στο: https://digital-strategy.ec.europa.eu/en/library/eu-toolbox-5g-security

European Commission. (2023). Proposal for a regulation establishing a framework for ensuring a secure and sustainable supply of critical raw materials (Critical Raw Materials Act). Διαθέσιμο στο:
https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX:52023PC0160

European Commission & High Representative of the Union for Foreign Affairs and Security Policy. (2019). EU–China – A strategic outlook (JOIN(2019)5 final) Διαθέσιμο στο:
https://commission.europa.eu/system/files/2019-03/communication-eu-china-a-strategic-outlook.pdf

The White House. (2022). National Security Strategy. Διαθέσιμο στο:
https://bidenwhitehouse.archives.gov/wp-content/uploads/2022/10/Biden-Harris-Administrations-National-Security-Strategy-10.2022.pdf

 

Πηγή Εικόνας

Sebastian Contin Trillo‑Figueroa. (2025). Time for the EU to stop outsourcing its China policy to the US. South China Morning Post. Διαθέσιμο στο:

https://www.scmp.com/opinion/world-opinion/article/3306446/time-eu-stop-outsourcing-its-china-policy-us