Κρίσεις και Ζητήματα Ασφαλείας

Οι θεσμοθετημένες σχέσεις μεταξύ ΝΑΤΟ – Ε.Ε

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΗΠΑ) συνεργάζονται στενά στον τομέα της ασφάλειας, συμμετέχοντας από κοινού σε διεθνείς οργανισμούς, όπως o Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου (NATO). Η συμμαχία υπογράφτηκε τον Απρίλιο του 1949 με στόχο την ανάπτυξη της συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών της σε στρατιωτικούς, πολιτικούς και οικονομικούς τομείς, την προώθηση των γεωπολιτικών συμφερόντων και την αποτροπή ή την αντιμετώπιση ένοπλης επίθεσης εναντίον κάποιου κράτους-μέλους από ένα τρίτο κράτος. Σήμερα το ΝΑΤΟ απαριθμεί 28 κράτη μέλη στα οποία περιλαμβάνονται οι περισσότερες χώρες της Ευρώπης, ο Καναδάς και οι ΗΠΑ.

            Η Ευρωπαϊκή Ένωση διανύει την πιο κρίσιμη περίοδο από τη χρονολογία της ίδρυσης της, λαμβάνοντας υπόψιν τις τρομοκρατικές επιθέσεις που λαμβάνουν χώρα στην επικράτειά της, τα εκατοντάδες χιλιάδες κύματα μεταναστευτικών ροών που δέχεται καθημερινώς από το 2014 και καλείται να απορροφήσει, τη στιγμή που δεν διαθέτει μόνιμο στρατό, αλλά στηρίζεται στην εθελοντική προσφορά δυνάμεων από τα κράτη μέλη της για τη διαχείριση κρίσεων, ανθρωπιστικών αποστολών, στρατιωτικών συμβουλών και διατήρηση της ειρήνης.
             Οι θεσμοθετημένες σχέσεις μεταξύ του ΝΑΤΟ (North Atlantic Treaty Organization) γνωστού και ως Βορειοατλαντική Συμμαχία και της Ε.Ε ξεκίνησαν επίσημα στις 26 Φεβρουαρίου του 2001 με την υπογραφή της Συνθήκης της Νίκαιας, έχοντας ως βάση μέτρα που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 που αποσκοπούσαν στην προώθηση μεγαλύτερης ευρωπαϊκής ευθύνης σε θέματα άμυνας.  Ιστορικά, η συνθήκη του Μάαστριχτ (1992) ήταν η πρώτη που περιέλαβε διατάξεις σχετικά με την ευθύνη της Ένωσης στον τομέα της ασφάλειας και σχετικά με το ενδεχόμενο μιας κοινής αμυντικής πολιτικής. Στη Σύνοδο Κορυφής του Γκέτεμποργκ (Ιούνιος 2001), το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε εκδηλώσει τη βούλησή του να βελτιώσει τις ικανότητες της ΕΕ στους τομείς της πρόληψης συγκρούσεων και της διαχείρισης κρίσεων με στρατιωτικά και πολιτικά μέσα, ενώ η συνθήκη της Νίκαιας (2001) ανέθεσε στην ΕΠΑ (Επιτροπή Πολιτικής και Ασφάλειας) την αρμοδιότητα για τις επιχειρήσεις διαχείρισης κρίσεων, πάντοτε υπό την αιγίδα του Συμβουλίου.
            Η νέα πραγματικότητα για την Ευρώπη στην μεταψυχροπολεμική περίοδο καθιστούσε αναγκαία την ανάπτυξη μιας κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, με όλους τους απαραίτητους θεσμούς και στρατιωτικές δυνατότητες, και για να επιτευχθεί αυτό δεν θα έπρεπε να αγνοηθεί ο διατλαντικός δεσμός δηλαδή, η σχέση με τη μεγάλη σύμμαχο στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, τις ΗΠΑ. Η μοναδική εγγύηση για την προστασία της εδαφικής ακεραιότητας των χωρών της ΕΕ παραμένει αυτή που προκύπτει από άρθρο 5[1] του Βορειοατλαντικού Συμφώνου. Η στρατηγική
συμμαχία της Ευρώπης με τις ΗΠΑ αποτελεί θεμέλιο της παγκόσμιας σταθερότητας και ασφάλειας και στηρίζεται στις κοινές αξίες της ελευθερίας και της δημοκρατίας που διέπουν τους εταίρους.
            Σε ένα διεθνές σύστημα στο οποίο μόνη υπερδύναμη αποτελούν οι ΗΠΑ η ασφάλεια των πολιτών της ΕΕ σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται απο το ΝΑΤΟ. Στο πλαίσιο αυτό, η πολιτική ασφάλειας και άμυνας της ΕΕ πρέπει να αναπτυχθεί συμπληρωματικά και όχι ανταγωνιστικά προς τις ΗΠΑ, χωρίς αυτό να σημαίνει «υποταγή» στην τελευταία. Το ενδεχόμενο να χαθεί αυτός ο ειδικός δεσμός μεταξύ των δύο εταίρων.
            Η Διακήρυξη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ το 2002 σχετικά με την Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας (ΕΠΑΑ), καθορίζει τις πολιτικές αρχές που διέπουν τη σχέση αυτή συμπεριέλαβε λεπτομέρειες που αφορούν σε μόνιμες ρυθμίσεις για διαβούλευση και συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ. Πιο συγκεκριμένα : Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έχει εγγυημένη και μόνιμη πρόσβαση στο δυναμικό σχεδιασμού του ΝΑΤΟ, όταν αυτή εξετάζει τις δυνατότητες για την ανάληψη επιχείρησης, καθώς και για την πραγματοποίηση του επιχειρησιακού σχεδιασμού μιας επιχείρησης κατά την οποία χρησιμοποιούνται τα μέσα και το δυναμικό του ΝΑΤΟ.
            Το ΝΑΤΟ και η ΕΕ μοιράζονται στρατηγικά συμφέροντα, την πλειονότητα των μελών τους[2], διέπονται από κοινές αξίες και ιδεώδη και αντιμετωπίζουν τις ίδιες προκλήσεις.
Η στενή συνεργασία μεταξύ του ΝΑΤΟ και της ΕΕ αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την ανάπτυξη μιας διεθνούς «ολοκληρωμένης προσέγγισης» για τη διαχείριση κρίσεων. Συναντώνται σε τακτική βάση για να συζητήσουν θέματα κοινού ενδιαφέροντος. Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Jens Stoltenberg εμπλέκεται με τους ομολόγους του της ΕΕ, έχει συμμετάσχει στην Επιτροπή των Εξωτρεικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε κοινή συνεδρίαση με την υπο-επιτροπή Ασφάλειας και Άμυνας ενώ πραγματοποιούνται και συναντήσεις σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών, εκπροσώπων  των στρατιωτικών δυνάμεων και των συμβούλων άμυνας.
·         Ανάγκη ενίσχυσης της στρατηγικής συνεργασίας των δύο εταίρων
            Κατά τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στη Βαρσοβία τον Ιούλιο του 2016, ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ο Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού Βορειοατλαντικού Συμφώνου υπέγραψαν κοινή δήλωση ΝΑΤΟ-ΕΕ, η οποία εκφράζει την αποφασιστικότητά τους να δοθει νέα ώθηση και ουσία στην στρατηγική εταιρική σχέση ΝΑΤΟ-ΕΕ υπό το φως των κοινών προκλήσεων που αντιμετωπίζουν δίνοντας έμφαση στους ακόλουθους τομείς: αντιμετώπιση υβριδικών απειλών, επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ άλλων και στη θάλασσα όσον αφορά στην παράτυπη μετανάστευση, ασφάλεια και άμυνα στον κυβερνοχώρο, αμυντικές δυνατότητες, αμυντική βιομηχανία και έρευνα, γυμνάσια, οικοδόμηση αμυντικών δυνατοτήτων των εταίρων στα Δυτικά Βαλκάνια, την Ανατολή και το Νότο.
            Η ενίσχυση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική και έρχεται να προστεθεί ως θετικό γεγονός σε ένα δυσμενές διεθνές περιβάλλον το οποίο βρίσκεται συνεχώς υπό πρωτοφανείς απειλές.
Το Συμβούλιο της ΕΕ από την πλευρά του τονίζει πως, η εν λόγω συνεργασία θα εξακολουθήσει να πραγματοποιείται με πλήρη ευρύτητα πνεύματος και διαφάνεια και με πλήρη σεβασμό της αυτονομίας στη λήψη αποφάσεων και των διαδικασιών των δύο οργανισμών. Θα βασίζεται στις αρχές του μη αποκλεισμού και της αμοιβαιότητας με την επιφύλαξη του ιδιαίτερου χαρακτήρα της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας κάθε κράτους μέλους. Η άμυνα και η ασφάλεια αποτελούν θέματα που υπάγονται στον λεγόμενο σκληρό πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας του κράτους και για αυτόν ακριβώς το λόγο υπάρχει αυτή η επιφύλαξη.
Η εφαρμογή της κοινής δήλωσης αποτελεί βασική πολιτική προτεραιότητα για την ΕΕ. Συνιστά ουσιώδες στοιχείο των ευρύτερων προσπαθειών με στόχο την ενίσχυση της ικανότητας της Ένωσης να ενεργεί ως εγγυήτρια ασφάλειας για τα κράτη μέλη της.
·         Τομείς συνεργασίας
Οι δύο εταίροι έχουν αναπτύξει ένα κατευθυντήριο πρόγραμμα συνεργασίας εντός και εκτός του ευρωπαϊκού χώρου το οποίο περιλαμβάνει :
·         την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης ανθρώπων στο Αιγαίο και την Κεντρική Μεσόγειο
·         την καταπολέμηση της πειρατείας
·         την καταπολέμηση της τρομοκρατίας
·         την καταπολέμηση της διασποράς των όπλων μαζικης καταστροφής


[1] Το άρθρο 5 του συμφώνου, που αφορά την αλληλεγγύη μεταξύ των μελών του σε περίπτωση επίθεσης, αποτελεί το καθοριστικό σημείο του. Εάν εκδηλωθεί μια τέτοια επίθεση, κάθε συμβαλλόμενο μέρος βοηθά το μέρος που δέχεται την επίθεση, βάσει του δικαιώματος νόμιμης άμυνας, λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα για την αποκατάσταση και την εγγύηση της ασφάλειας, ακόμη και με τη χρήση των ενόπλων δυνάμεων. Τα μέτρα αυτά τερματίζονται μόλις το Συμβούλιο Ασφαλείας λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την αποκατάσταση και τη διατήρηση της ειρήνης και της ασφάλειας.
[2]  22 από τα 28 κράτη μέλη της ΕΕ

Δήμητρα Καλύβα – BA in International European and Regional Studies
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *