Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Ιράν: ο μόνος κερδισμένος στην Μέση Ανατολή

γράφει ο Γιώργος Αξιάρης

Καθώς το αυτοαποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος χάνει τα τελευταία εδάφη του σε Συρία και Ιράκ, οι ΗΠΑ και η Δύση δεν φαίνονται τόσο ικανοποιημένοι με το αποτέλεσμα: ο Μπασάρ αλ-Ασσάντ παραμένει στην εξουσία και βγαίνει νικητής στον πόλεμο εναντίον του ISIS στην Συρία. Η νίκη αυτή, αν και δεν σημαίνει τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, σηματοδοτεί και την επικράτηση αφενός της Ρωσίας και αφετέρου του Ιράν.
11/2/1979: Ο ιμάμης Χομεϊνί καταλαμβάνει την εξουσία καταργώντας 2,500 χρόνια μοναρχίας και εγκαθιδρύοντας ένα πολιτικό καθεστώς μοναδικό στο είδος του. Έκτοτε η άλλοτε Περσία άλλαξε ριζικά πρόσωπο. Το Ιράν βλέπει ως κύριο εχθρό του την Δύση και τους συμμάχους της και στην προσπάθεια να διατηρήσει ανέγγιχτο το καθεστώς του από εξωτερικές επιρροές, εισέρχεται σε έναν “ψυχρό πόλεμο”, εναντίον όλων εκείνων που απειλούν να το αλλοιώσουν.
Το Ιράν ανοίγει τρία “μέτωπα”. Το πρώτο με τις ΗΠΑ. Οι επιθετικές προς τις ΗΠΑ δηλώσεις του Χομεϊνή και κυρίως το περιστατικό ομηρίας πενήντα δύο Αμερικανών διπλωματών που εργάζονταν στην Πρεσβεία των ΗΠΑ στην Τεχεράνη κατά την διάρκεια της Ισλαμικής Επανάστασης και για περισσότερες από 400 μέρες, έχουν ως αποτέλεσμα τα δύο να κράτη να θεωρούν το ένα το άλλο ως μέγιστη απειλή. Το δεύτερο μέτωπο έχει να κάνει με την Σαουδική Αραβία και τον αγώνα για την περιφερειακή ηγεμονία που συνδέεται με τις δογματικές διαφορές που υπάρχουν, δηλαδή την διάκριση των Μουσουλμάνων σε Σουνίτες και Σιίτες (οι πρώτοι αποτελούν το περίπου 80-90% των Μουσουλμάνων ενώ οι δεύτεροι την μειοψηφία με το Ιράν να αποτελεί το κατ’ εξοχήν σιιτικό κράτος. Ιστορικά η διάκριση έχει προκαλέσει πολύνεκρες και αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα στα δύο δόγματα).Τέλος, το Ισραήλ θεωρεί το Ιράν ως την μεγαλύτερη υπαρξιακή απειλή. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την Ισλαμική Επανάσταση το Ιράν ανακάλεσε την αναγνώριση του Ισραήλ και χαρακτηρίστηκε από τον Χομεϊνή ως ο εχθρός του Ισλάμ. Ένας από τους λόγους είναι η κατάσταση στα παλαιστινιακά εδάφη και η άρνηση του Ισραήλ να παραχωρήσει ανεξαρτησία στους Μουσουλμάνους Παλαιστινίους, τους οποίους αν και Σουνίτες, το Ιράν υπερασπίζεται, επικαλούμενο τις αρχές της (μουσουλμανικής) αδελφότητας.
 Η στρατηγική που το Ιράν ακολουθεί σε κάθε περίπτωση είναι παρόμοια: Υποστήριξη αντικαθεστωτικών ή κυβερνητικών δυνάμεων και πολιτικών κομμάτων που πρόσκεινται ιδεολογικά η με άλλους τρόπους στο Ιράν, εκμετάλλευση των σιιτικών μειονοτήτων και δημιουργία συμμαχιών με κράτη και οντότητες που φαινομενικά έχουν κοινό σκοπό. Ο στόχος είναι ένας: η εξαγωγή επιρροής που θα το κάνουν ανθεκτικό σε εξωτερικές απειλές και παράλληλα θα το καταστήσουν σημαντική περιφερειακή δύναμη. Xαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι σχέσεις του Ιράν με το καθεστώς Ασσάντ στην Συρία όπου η διατήρηση του καθεστώτος σημαίνει και διατήρηση της Ιρανικής επιρροής στην Συρία και στον Λίβανο (βλ. παρακάτω), όπως και η περίπτωση υποστήριξης της Χαμάς στην Γάζα, οργάνωσης -από πολλούς τρομοκρατική- που ¨αντιστέκεται” στην Ισραηλινή κατοχή. Όμως και η περίπτωση του Ιράκ ξεχωρίζει όπου το Ιράν εκμεταλλεύεται τόσο το κενό ισχύος που άφησε η εισβολή των ΗΠΑ το 2003 όσο και την σιιτική κυβέρνηση. Πολλά μπορούν να ειπωθούν για τις σχέσεις του Ιράν με τους παραπάνω αλλά και πολλούς περισσότερους δρώντες για τον τρόπο που αυτό υποδαυλίζει τις δράσεις της Σαουδικής Αραβίας, ωστόσο το τελευταίο διάστημα τρεις είναι η περιπτώσεις που ξεχωρίζουν.
Η Υεμένη είναι μία από αυτές. Πριν ακόμη από το ξέσπασμα της Αραβικής άνοιξης διατηρούσε ένα καθεστώς με εντάσεις. Αυτές οι εντάσεις είναι αποτέλεσμα των Σιιτών επαναστατών (εφ’ εξής Χουθι) και της κεντρικής κυβέρνησης πρώτα με τον Πρόεδρο Σαλέχ και από το 2011 και έπειτα με τον Χαντί. Οι Χούθι μετά από πολλά χρόνια συγκρούσεων έχουν καταλάβει πλέον την πρωτεύουσα της Υεμένης, την Σαναα, ενώ έπειτα από την παρέμβαση της Σαουδικής Αραβίας το 2015, εκδιώχθηκαν από το Αντέν, λιμάνι υψηλής γεωστρατηγικής σημασίας η μόνιμη κατάληψη του οποίου θα σήμανε και την νίκη των Χουθι. Ο κύριος σύμμαχος όμως των Χούθι που ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τα κατορθώματα αυτών, είναι ασφαλώς το σιιτικό κράτος του Ιράν, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα ο κατα τ’ άλλα εμφύλιος πόλεμος να αποτελεί ακόμη έναν πόλεμο ανάμεσα σε Ιράν και Σαουδική Αραβία. Αν και οι σχέσεις μεταξύ Ιράν και Χούθι δεν ήταν πάντοτε στενές, το Ιράν τους υποστηρίζει στέλνοντας τόσο ομάδες ενόπλων, από τον Λίβανο, το Αφγανιστάν και το ίδιο το Ιράν, παρέχοντας συμβουλές και οδηγίες για την μάχη όπως και σύγχρονους εξοπλισμούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο πύραυλος που εκτόξευσαν οι Χουθι από τα σύνορα της Υεμένης με την Σαουδική Αραβία στο Διεθνές Αεροδρόμιο του Ριάντ. Ακόμη στην πρώτη Δεκεμβρίου σύμφωνα με δημοσιεύματα, οι Χούθι εκτόξευσαν ξανά πύραυλο προς πόλη της Σαουδικής Αραβίας, ενώ μία μέρα αργότερα, τα μέσα ενημέρωσης αυτών ανακοίνωσαν την εκτόξευση πυραύλου σε εργοστάσιο πυρηνικής ενέργειας στο Άμπου Ντάμπι, κάτι που διαψεύδουν οι τοπικές αρχές. Οι πύραυλοι ασφαλώς εξουδετερώθηκαν προτού βρει στόχο, όμως το γεγονός ότι οι Χούθι έχουν την δυνατότητα να πλήξουν την πρωτεύουσα της Σαουδικής Αραβίας και των ΗΑΕ, αναδεικνύει αφενός την ισχύ που έχουν αποκτήσει και αφετέρου εκλαμβάνεται ως ισχυρό πλήγμα στις προσπάθειες της Σαουδικής Αραβίας να πλήξει τους ίδιους και κυρίως το Ιράν.
Το Κατάρ αποτελεί επίσης μήλο της έριδος ανάμεσα σε Ιράν και Σαουδική Αραβία. Το Κατάρ, μια παραδοσιακά αραβική χώρα, εκδιώχθηκε τον Ιούνιο από το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, ενώ η Σαουδική Αραβία και έξι ακόμη αραβικές χώρες έχουν σταματήσει κάθε είδους επαφές μαζί του και έχουν επιβάλλει κάθε είδους αποκλεισμό εις βάρος του. Οι κατηγορίες: συνεργασία με το Ιράν σε μια περίοδο όπου η Σαουδική Αραβία χάνει κύρος και υποστήριξη τρομοκρατικών οργανώσεων μεταξύ άλλων των Αδελφών Μουσουλμάνων.
Το Κατάρ και το Ιράν δεν είχαν πάντοτε σταθερές σχέσεις ωστόσο ασκούν κοινό έλεγχο στην περιοχή με τις μεγαλύτερες ποσότητες φυσικού αερίου, διατηρώντας έτσι στενή επαφή και αναβαθμίζοντας την συνεργασία ακόμη και σε θέματα ασφαλείας. Το 2016 μετά την επίθεση στην Πρεσβεία της Σαουδικής Αραβίας στην Τεχεράνη, όλα τα αραβικά κράτη απέσυραν τους Πρέσβεις ως ένδειξη αλληλεγγύης και διαμαρτυρίας. Το Κατάρ αν και τελευταίο, απέσυρε επίσης τον Πρέσβη. Ωστόσο έπειτα από τον αποκλεισμό που επέβαλλαν τα αραβικά κράτη σε αυτό, το Ιράν εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία, παρέχοντας τον εναέριο και θαλάσσιο χώρο για τις μεταφορές και, μεταξύ άλλων, σχεδόν την πλειοψηφία των εισαγόμενων αγαθών που μέχρι τότε εισάγονταν από την Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, βγάζοντας το Κατάρ από την δύσκολη θέση και δημιουργώντας σχέση εξάρτησης. Σε αντάλλαγμα, τον Αύγουστο του 2017, δηλαδή εν μέσω της κρίσης με τα υπόλοιπα Αραβικά κράτη και ενάμιση χρόνο μετά την επίθεση εναντίον της Σαουδ-αραβικής Πρεσβείας στην Τεχεράνη, το Κατάρ αποκατέστησε πλήρως τις διπλωματικές σχέσεις στέλνοντας στην Τεχεράνη Πρέσβη και απέρριψε τις προτάσεις της Σαουδικής Αραβίας για αποκατάσταση σχέσεων, μέσα στις οποίες και η ολοκληρωτική διακοπή σχέσεων με το Ιράν, δίνοντας προβάδισμα στο τελευταίο.
Τελευταία και κρίσιμη περίπτωση αποτελεί ο Λίβανος . Εξαιτίας της μεγάλης σιιτικής μειονότητας του Λιβάνου το Ιράν έχει καταφέρει να εγκαθιδρύσει την επιρροή του στην χώρα μέσω της Χεζμπολάχ. Η Χεζμπολάχ,  αποτελεί σιιτική οργάνωσή και πολιτικό κόμμα, που διοικεί de facto τον Νότιο Λίβανο, συμμετέχει παράλληλα στην κεντρική κυβέρνηση και μέσω του στρατιωτικού της σκέλους αμύνεται και δρα εναντίον του Ισραήλ. Η κύρια πηγή δύναμης της Χεζμπολάχ είναι ασφαλώς το Ιράν, κάτι που δεν αποτελεί μυστικό, και από το οποίο λαμβάνει κάθε είδους υποστήριξη. Ακόμη εξαιτίας των πρακτικών της θεωρείται από πολλά κράτη ως τρομοκρατική οργάνωση.
Για να γίνει αντιληπτή η επιρροή που ασκεί το Ιράν στον Λίβανο, στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική, είναι αναγκαίο πρώτα να γίνει κατανοητή η ισχύς της Χεζμπολάχ. Στο εσωτερικό του Λιβάνου, από την στιγμή που ο Ισραηλινός Στρατός αποσύρθηκε από τον Νότιο Λίβανο το 2000, δραστηριοποιήθηκε αυτόνομα στην εκεί περιοχή, παραμερίζοντας ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και της κεντρικής κυβέρνησης του Λιβάνου για τον αφοπλισμό της έως που το 2008 συμφωνήθηκε η δημιουργία κυβέρνησης εθνικής ενότητας με την συμμετοχή αυτής.. Σε εξωτερικό επίπεδο η Χεζμπολάχ έχει ισχυρή παρουσία στις παρούσες συγκρούσεις στην Μέση Ανατολή. Μάχεται στο πλευρό του Ασσάντ στην Συρία, στο Ιράκ πολεμούν τον ISIS προστατεύοντας παράλληλα Σιιτικούς πληθυσμούς και Ιρανικά συμφέροντα, ενώ στην Υεμένη πολεμούν μαζί με τους Χούθι από την Σανάα, εναντίον της Σαουδικής Αραβίας.
Ο αυξημένος ρόλος λοιπόν του Ιράν στα εσωτερικά του Λιβάνου είναι που κάνει πολλούς αναλυτές να πιστεύουν ότι η επόμενη σύγκρουση στην Μέση Ανατολή θα ξεσπάσει εκεί. Προ ολίγων εβδομάδων ο Πρωθυπουργός του Λιβάνου Σαάντ αλ-Χαρίρι, ανακοίνωσε από την Σαουδική Αραβία την παραίτηση του -την οποία τελικά ανέστειλε- αναφερόμενος ότι η ζωή του κινδυνεύει και υπογραμμίζοντας ότι θα αποσύρει την παραίτηση του αν η Χεζμπολάχ σταματήσει να αναλαμβάνει δράση σε περιφερειακό επίπεδο. Πολλοί είναι αυτοί που υποστήριξαν ότι ο Σαάντ αλ-Χαρίρι ήταν κρατούμενος της Σαουδικής Αραβίας εξαιτίας της αδυναμίας της κεντρικής κυβέρνησης του Λιβάνου να αποκηρύξει την Χεζμπολάχ και να συνεχίσει να ανέχεται την εμπλοκή της σε συγκρούσεις στην Μέση Ανατολή υπερασπιζόμενη το Ιράν.
Το 2015 το Ιράν υπέγραψε συμφωνία με τις πέντε μεγάλες δυνάμεις και την Γερμανία για την παύση παραγωγής πυρηνικού οπλοστασίου. Σε αντάλλαγμα, συμφωνήθηκε η άρση των διεθνών κυρώσεων που είχαν επιβληθεί. Κατά έναν ειρωνικό τρόπο, η Μέση Ανατολή ενώθηκε: τόσο Ισραήλ όσο και οι Αραβικές χώρες εξέφρασαν την κατηγορηματική αντίθεση τους προς το deal, λέγοντας ότι η άρση κυρώσεων θα οδηγήσει σε ισχυροποιήσει το Ιράν και θα του επιτρέψει να ασκήσει ακόμη μεγαλύτερη επιρροή. Μια εκτίμηση που δεν ήταν τόσο λάθος. Το τι πρόκειται να γίνει στον Λίβανο και στην υπόλοιπη Μέση Ανατολή είναι κάτι αβέβαιο. Είναι ωστόσο σίγουρο ότι το Ιράν έχει εδραιώσει την θέση του στην πολιτική σκακιέρα της Μέσης Ανατολής κάτι που μόνο σε όξυνση της σύγκρουσης με την Σαουδική Αραβία μπορεί να οδηγήσει. Και μόνο το γεγονός ότι η ισχύς του Ιράν έχει προκαλέσει την συνεργασία ανάμεσα σε υπηρεσίες πληροφοριών του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας, δείχνει το μέγεθος της απειλής που αυτό συνιστά.
ΠΗΓΕΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *