Διεθνής και Ευρωπαϊκή Οικονομία

Η Γεω-Οικονομία στις Διεθνείς Σχέσεις: Το Παράδειγμα της Γερμανίας (Μέρος 1ο)

γράφει ο Μάριος Κραντάς

 

Μέρος 1ο

Η γεωοικονομία στις Διεθνείς Σχέσεις

Με το πέρας του Ψυχρού Πολέμου επήλθε μια περιόδος αισιοδοξίας σχετικά με το μέλλον των διεθνών σχέσεων, με την ισχύουσα άποψη να υπoστηρίζει, πως οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί και συγκρούσεις πλέον θα έφταναν στο τέλος τους. Οι διεθνολόγοι που στήριζαν την άποψη αυτή ήταν ως επί το πλείστον νεοφιλελεύθεροι, με τη λογική, πως οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί είναι σχεδόν υπό εξαφάνιση και στη θέση τους υπερισχύει η λογική της οικονομικής συνεργασίας και αλληλεξάρτησης. Ταυτόχρονα υποστηρίζεται, πως η γεωπολιτική και η γεωοικονομία είναι έννοιες ταυτόσημες. Ένας από τους πυλώνες του φιλελευθερισμού ταυτόχρονα υποστηρίζει πως ηπαγκοσμιοποίηση και η αύξηση της οικονομικής αλληλεξάρτησης εκτοπίζουν τον πόλεμο και οδηγούν σε συνεργασία και σταθερότητα. Αν και πολλά κράτη συνεργάζονται οικονομικά και εμπορικά μεταξύ τους, αυτό δεν αποδεικνύει πως η ειρήνη επιτυγχάνεται με αλληλεξάρτηση και εμπόριο. Μάλιστα δεν ευσταθεί εμπειρικά και θεωρητικά, αφού βάζει ως πρωταρχικό σκοπό ενός κράτους την οικονομική του ανάπτυξη. Ο πρώτος στόχος των κρατών στα πλαίσια ενός άναρχου και ανταγωνιστικού διεθνούς συστήματος είναι η επιβίωσή τους. Εδώ φαίνεται επίκαιρη και η ρήση του Αριστοτέλη, όπου όπως και το άτομο, έτσι και το κράτος πρώτα επιδιώκει το «ζην» (να επιβιώσει) και μετά το «ευ ζην» (να επιβιώσει καλά), εν προκειμένω, μέσω της οικονομικής ανάπτυξης. Ταυτόχρονα, ακόμη και σε μία συνεργασιακή σχέση μεταξύ δύο κρατών ή στα πλαίσια ενός διεθνούς οικονομικού οργανισμού, τα κράτημέλη δεν ενδιαφέρονται μονάχα πόσο θα κερδίσουν γενικότερα, αλλά και πόσο θα κερδίσουν σε σχέση με τους «συνέταιρούς» τους. ∆ηλαδή, δεν ενδιαφέρονται μόνον για τα απόλυτα κέρδη, αλλά κυρίως για τα σχετικά κέρδη (relative gains).

Όσο για τα προβλήματα εμπειρικής θεμελίωσης που παρουσιάζει η φιλελεύθερη ανάλυση για τη σχέση οικονομικής αλληλεξάρτησης και ειρήνης, μπορεί κανείς να αναφέρει μια σειρά περιπτώσεων όπου, κάτω από συνθήκες οικονομικής αλληλεξάρτησης, όχι μόνο δεν υπήρξε αρμονία και συνεργασία, αλλά αντίθετα προκλήθηκε πόλεμος, με χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα τους δύο παγκόσμιους πολέμους. Τις παραμονές του πρώτου πολέμου η οικονομική αλληλεξάρτηση ήταν τόσο στενή, ώστε οι οικονομίες των χωρών της ∆υτικής Ευρώπης ήταν σε κατάσταση ολοκλήρωσης (integration). Ταυτόχρονα, ακόμη και στον Δεύτερο, τη στιγμή που η Γερμανία εισέβαλλε στη Σοβιετική Ένωση, οι δύο χώρες ήταν στο υψηλότερο σημείο οικονομικής τους αλληλεξάρτησης. Καταλαβαίνουμε λοιπόν, πως η οικονομική αλληλεξάρτηση δεν εκτοπίζει τον πόλεμο.

Καθώς έχουν συμπληρωθεί δύο δεκαετίες από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, έχει γίνει φανερό σε όλους, ότι οι πόλεμοι και οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί δεν έχουν σταματήσει. Ο Πόλεμος του Κόλπου, που ξέσπασε αμέσως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, μια σειρά πολεμικών συρράξεων στην περιοχή της πρώην Γιουγκοσλαβίας, ο πόλεμος στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στη Λιβυή, της Κριμαίας και προσφάτως οι απειλές απέναντι στο Ιράν, δεν αφήνουν περιθώρια για αυταπάτες σε αυτό το ζήτημα. Έτσι δημιουργήθηκε η ρητορεία περί «τέλους της ιστορίας».

Τι ακριβώς όμως εννοείται με αυτόν τον όρο;

Ο όρος αυτός εννοεί, ότι οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί και οι συγκρούσεις μπορεί να μην έχουν εξαλειφθεί τελείως, αλλά παρόλα αυτά, έπαυσαν να υφίστανται στο σημαντικότερο τμήμα του κόσμου. Αυτό το τμήμα αποτελείται ουσιαστικά από τις πιο αναπτυγμένες χώρες, όπως τις Ηνωμένες Πολιτείες, τις χώρες της Ευρώπης και την Ιαπωνία. Σε αυτό το τρίγωνο, που ελέγχει περίπου τα 2/3 του παγκόσμιου ακαθάριστου εισοδήματος, πράγματι υφίσταται οικονομική αλληλεξάρτηση και συνεργασία, η οποία έχει φέρει σταθερότητα και ειρήνη.

Ωστόσο πιο πολύ ανταγωνίζονται τα κράτη αυτά μεταξύ τους παρά συνεργάζονται, με γεωοικονομικό ανταγωνισμό. Έτσι για παράδειγμα παρατηρούνται δασμολογικοί πόλεμοι και προσπάθεια για ενίσχυση των εγχώριων βιομηχανιών σε βάρος των αντίστοιχων ξένων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι πως μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η Ισπανία και ο Καναδάς, κράτη ανεπτυγμένα και εγγεγραμμένα σε διεθνείς οργανισμούς, βρέθηκαν σε οξύ ανταγωνιστικό κλίμα, ενώ στις μέρες μας το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία έχουν τεταμμένες σχέσεις όσον αφορά την αλιεία, με την Γαλλία να κρατά αδιάλλακτη στάση απέναντι στο Brexit και των εμπορικοοικονομικών της θεμάτων.

Αναγνωρίζουμε λοιπόν από τα παραπάνω το εξής: ηγεωοικονομία, δεν έχει την ίδια λογική με την <<απλή>>οικονομία. Η οικονομία χρησιμοποιείται από ένα κράτος τόσο ως θεμέλιο της στρατιωτικής του ισχύος, όσο και ως μέσο επίτευξης των σκοπών του, μέσω της οικονομικής επιρροής. Σύμφωνα με τον K. Knorr, οι οικονομικοί συντελεστές είναι μέσα επίτευξης της πολιτικής ενός κράτους. Σύμφωνα με τον ίδιο, η επιρροή σημαίνει ότι ένας δρών χρησιμοποιεί ένα μοχλό πίεσης, προκειμένου να αποκτήσει πλεονέκτημα σε σχέση με έναν άλλο δρώντα.

Επιπρόσθετα, η οικονομική επιρροή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επίτευξη τριών κύριων σκοπών: του εξαναγκασμού, της άμεσης επιρροής εκ μέρους ενός κράτους προς ένα άλλο κράτος, με σκοπό βέλτιστες συνθήκες για το πρώτο κράτος και τέλος του σκοπού τηςαπόδοσης οικονομικών πλεονεκτημάτων σε μία άλλη χώρα προκειμένου να κερδίσει μία θέση γενικής επιρροής έναντι της χώρας αυτής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του τελευταίου η οικονομική βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης προς τις αραβικές χώρες την δεκαετία του 1950. Παρομοίως, οι Η.Π.Α. παρείχαν οικονομική βοήθεια στις χώρες της Λατινικής Αμερικής με σκοπό την εδραίωση της επιρροής τους.

Η γεωοικονομική συλλογιστική είναι έντονη και σε παραδοσιακές γεωπολιτικές θεωρίες.

Οι θεωρίες του Αμερικανού γεωπολιτικού Alfred T. Mahan για τη σημασία της θαλάσσιας ισχύος είχαν οικονομική βάση. Ο Mahan ξεκίνησε από τη διαπίστωση, ότι το διεθνές εμπόριο είχε τεράστια σημασία για την οικονομική ισχύ ενός κράτους. Ήταν σημαντικό να έχει κανείς αποικίες με σκοπό την απρόσκοπτη ροή πρώτων υλών και αγορές για τα προϊόντα του. Ο Mahan επεσήμανε πως αυτός που ελέγχει τις θάλασσες μπορεί να ελέγξει το διεθνές εμπόριο, επιβάλλοντας ναυτικό αποκλεισμό στα εχθρικά λιμάνια. Έτσι, ο εχθρός θα αποκοπεί από τις διεθνείς αγορές, θα είναι σχετικά εύκολο να χάσει τις αποικίες του και τελικά θα οδηγηθεί σε οικονομική καταστροφή. Η στρατηγική αυτή εφαρμόστηκε με συνέπεια από τους Βρετανούς, από τους Ισπανούς και τους Ολλανδούς εώς το εμπάργκο της ηπειρωτικής Ευρώπης, που γονάτισε το Ναπολέοντα.

Η σημαντική και έντονη χρήση της γεωπολιτικής και της γεωοικονομίας, γίνεται εμφανής στις πρόσφατες συγκρούσεις, που έγιναν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου για τον έλεγχο του πετρελαίου. Το πετρέλαιο είναι σημαντικό τόσο για στρατιωτικούς λόγους, όσο και για εμπορικούς, αποτελώντας έτσι βασική παράμετρο στο πώς μοιράζεται η ισχύς στη διεθνή πολιτική. Ιστορικό παράδειγμα αποτελεί ο πόλεμος του YomKippur το 1973 μεταξύ Εβραίων και Αράβων, οι οποίοι όταν άρχισαν να χάνουν τον πόλεμο στρατιωτικά,πολιτικοποίησαν και οπλοποίησαν το πετρέλαιο επιβάλλοντας εμπάργκο. Έτσι, αύξησαν τη γεωοικονομική ανταγωνιστικότητα τους και εξισορρόπησαν το στρατιωτικό τους μειονέκτημα. Αντίστοιχα, όταν το Ιράκ προσπάθησε να καταλάβει το Κουβέιτ, πολλοί ερμήνευσαν αυτήν την ενέργεια ως το προοίμιο του σκοπού επικυριαρχίας των Ιρακινών προς ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και τον Περσικό Κόλπο. Αν η κίνηση αυτή πετύχαινε, θα είχε σαν αποτέλεσμα να περνούσε υπό τον έλεγχο του Ιράκ μια εξαιρετικά κρίσιμη γεωπολιτική περιοχή. Το Ιράκ έτσι θα αύξανε κατακόρυφα την οικονομική, πολιτική και στο τέλος τη στρατιωτική του δύναμη. Συνεπώς, ήταν πολύ λογικό να περιμένει κανείς ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προσπαθούσαν να αποτρέψουν μια τέτοια εξέλιξη, κάτι που έκαναν με τον πόλεμο του Κόλπου. Ταυτόχρονα κάτι παρόμοιο συμβαίνει με το Ιράν και τον Κόλπο του Ομάν. Η απειλή της ναυτικής αυτής διόδου για τα πετρελαιοφόρα πλοία θα ήταν ένα τεράστιο χτύπημα στην παγκόσμια οικονομική ισορροπία, ενώ ταυτόχρονα, η ύπαρξη τέτοιων πετρελαιοφόρων πλοίων στην περιοχή δρα ως αποτροπή προς κάθε κρατικό δρώντα να επιχειρήσει πολεμικές επιχειρήσεις στην περιοχή, αφού αυτό ίσως επέφερε μια νέα πετρελαϊκή κρίση.

Στο παιχνίδι αυτό μπαίνουν ακόμα και ζητήματα της ελληνικής εθνικής ασφάλειας, όπως για παράδειγμα το Κυπριακό και το ζήτημα του Αιγαίου. Το Αιγαίο δεν έχει μόνο γεωπολιτική αξία σε σχέση με την Ελλάδα και τη Τουρκία, αλλά έχει και σημαντική γεωοικονομική αξία σε διεθνές επίπεδο, αφού καθορίζει την έλευση ενέργειας μέσω των πιθανών αγωγών, ή και ακόμα για τις θαλάσσιες διόδους (Στενά). Έτσι, η Τουρκία χρησιμοποιεί ως εργαλείο μόχλευσης τα Στενά, έτσι ώστε η διέλευση των πετρελαιοφόρων πλοίων να υπόκειται σε πολλαπλούς περιορισμούς που θα ελέγχει η ίδια και ταυτόχρονα, με τις επιθετικές της κινήσεις και διεκδικήσεις στο Αιγαίο, δημιουργεί ένα αβέβαιο περιβάλλον για το μέλλον της ενεργειακής πολιτικής στην περιοχή.

Συμπεράσματα

Η γεωοικονομία λοιπόν και η γεωπολιτική, δεν είναι έννοιες απλής, κοινής διπλωματίας. Ανάγονται περισσότερο στο βάθρο της υψηλής στρατηγικής. Πλέον χώρες υπερδυνάμεις όπως οι ΗΠΑ, ή και περιφερειακές, όπως η Τουρκία ή τα κράτη του αραβικού κόσμου, χρησιμοποιούν τα βιομηχανικά αγαθά και την οικονομία ως όπλα, πολιτικά και διπλωματικά με σκοπό την επίτευξη των στόχων τους. Ταυτόχρονα όμως, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα στις «Συμπληγάδες Πέτρες» των διεθνών σχέσεων, μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, σε έναν αγώνα για την δικιά της επιβίωση και υπερίσχυση, στον οποίο βέβαια πρωτοστατεί η Γερμανία, η πιο ισχυρή (προς το παρόν) οικονομική δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με μια ισχυρή βιομηχανική και εμπορική παρουσία παγκοσμίως.

Βιβλιογραφία

Does Imported Oil Threaten U.S. National Security?(n.d.). Ανάκτηση από Rand Corporation: https://www.rand.org/pubs/research_briefs/RB9448/index1.html

Gilpin, R. (1987). The Political Economy of International Relations . Princeton: Princeton University Press.

Grieco, J. M. (1990). Cooperation among Nations: Europe, America, and Non-Tariff Barriers to Trade .London: Cornell University Press.

Grieco, J. M. (2013, October 20). Anarchy and the Limits of Cooperation: A Realist Critique of the Newest Liberal Institutionalism. Ανάκτηση από Academia: https://www.academia.edu/4829933/Anarchy_and_the_Limits_of_Cooperation_A_Realist_Critique_of_the_Newest_Liberal_Institutionalism_Author

Kacowicz, A. (1995). Explaining Zones of Peace: Democracies as Satisfied Powers. Journal of Peace Research, 265-276.

Kaiser, D. (1990). Politics and War: European Conflict from Philip II to Hitler . Στο D. Kaiser, Politics and War: European Conflict from Philip II to Hitler (σ. 375). Cambridge: Harvard University Press.

Keith Crane, A. G. (2009). Imported Oil and U.S. National Security. Ανάκτηση από Rand Corporation: https://www.rand.org/pubs/monographs/MG838.html

Mahan, A. T. (2009, January 27). The Influence of Sea Power upon the French Revolution and Empire: 1793-1812. Ανάκτηση από Archive: https://archive.org/details/influenceofseapo01maha/page/n5

Mahan, A. T. (2016). The Influence of Sea Power upon History: 1660-1783. Palala Press.

Mearsheimer, J. J. (1990). Back to the Future: Instability in Europe After the Cold War. Στο J. J. Mearsheimer, Back to the Future: Instability in Europe After the Cold War (σ. 46). International Security.

Myrianthis, M. (1996). Oleaginous Geopolitics in SW Asia and the Burgas-Alexandroupolis Oil Pipeline.Athens: Institute of International Relations.

Singer, M., & WIldavsky, A. (1993). The Real World Order: Zones of Peace/Zones of Turmoil. Chatham: Chatham House Publishers.

Vihma, A. (2017). Geoeconomic Analysis and the Limits of Critical Geopolitics: A New Engagement with Edward Luttwak. Geopolitics, 21.

Waltz, K. (1979). Theory of International Politics .Massachusetts: Addison Wesley.

Yergin, D. (1991). The Prize . New York: Simon and Schuster.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *