Κλιματική Αλλαγή, Περιβαλλοντολογικά Προβλήματα και Δίκαιο Ενέργειας

Το καθεστώς της κλιματικής αλλαγής τα τελευταία τριάντα χρόνια

γράφει ο Γιάννης Αντωνόπουλος,

Η δεύτερη Συνδιάσκεψη των Η.Ε. για την προστασία του περιβάλλοντος στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας το 1992 θεωρείται η σημαντικότερη έως τώρα περιβαλλοντική Συνδιάσκεψη. Σε αυτή την Συνδιάσκεψη υιοθετήθηκαν για πρώτη φορά κάποια δεσμευτικά κείμενα από τα κράτη μέλη των Η.Ε. Ένα από αυτά τα κείμενα είναι η Σύμβαση Πλαίσιο των Η.Ε. για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Η εν λόγω Σύμβαση Πλαίσιο είναι η πρώτη προσπάθεια στο διεθνές στερέωμα για την αντιμετώπιση αυτού του ακανθώδους περιβαλλοντικού προβλήματος.


Η εν λόγω Σύμβαση Πλαίσιο αποτελείται από 2 βασικές αρχές. Οι αρχές αυτές είναι η προσέγγιση του μετριασμού (mitigation) και η προσέγγιση της προσαρμογής (adaptation). Προκειμένου για την εφαρμογή αυτών των  αρχών υιοθετήθηκε περαιτέρω ένα  Πρωτόκολλο εξειδίκευσης, το Πρωτόκολλο του Κιότο το 1997. Αυτό το Πρωτόκολλο βασίστηκε στην Σύμβαση Πλαίσιο του 1992. Η υιοθέτησή του κρίθηκε απαραίτητη καθότι απαιτούνταν πλέον αυστηρότερες διατάξεις για να μειωθούν οι εκπομπές αερίων με σκοπό τον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής.


Η βασική του αντίθεση του Πρωτοκόλλου του Κιότο σε σχέση με ότι είχε προηγηθεί σε διεθνείς συμφωνίες είναι ότι εισάγονται νομικά δεσμευτικοί στόχοι μείωσης των εκπομπών αερίου για τις ανεπτυγμένες χώρες. Για το λόγο αυτό θεωρείται το Πρωτόκολλο του Κιότο μια από τις σημαντικότερες διεθνείς νομοθετικές πράξεις για την καταπολέμηση των κλιματικών μεταβολών. Οι δεσμευτικοί και ποσοτικοποιημένοι του στόχοι για τη μείωση των αερίων έθεσαν τις βάσεις, ώστε η συζήτηση για την κλιματική αλλαγή να περάσει σε πιο πρακτικό και πιο αποτελεσματικό επίπεδο. Οι εκβιομηχανισμένες χώρες δεσμεύονται έκτοτε να αναφέρουν τον περιορισμό ορισμένων αερίων τα οποία επιβαρύνουν το περιβάλλον και συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου μέσω της υπερθέρμανσης του πλανήτη.


Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Κιότο  οι συνολικές εκπομπές των ανεπτυγμένων χωρών έπρεπε  να μειωθούν τουλάχιστον κατά 5 % την περίοδο 2008-2012 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990. Ενδεικτικά τα αέρια στα οποία αναφέρεται το Πρωτόκολλο του Κιότο είναι το διοξείδιο του άνθρακα (CΟ2), το μεθάνιο (CH4), το πρωτοξείδιο του αζώτου (N2Ο), οι υδροφθοράνθρακες (HFC), οι υπερφθοριωμένοι  υδρογονάνθρακες (PFC) και το εξαφθοριούχου θείο (SF6). Σημειώνεται ότι τα κράτη που συμμετείχαν στην υιοθέτησή του συμφώνησαν για μείωση των εκπομπών τους σε ποσοστό 18% σε σχέση με το επίπεδο εκπομπών αερίων του 1990. Ειδικά, η Ε.Ε. η οποία συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις δεσμεύτηκε για μείωση των εκπομπών αερίων της σε ποσοστό 20%.


Το Πρωτόκολλο του Κιότο, που υιοθετήθηκε το 1997, τέθηκε σε ισχύ το 2005. Για να τεθεί σε ισχύ το Πρωτόκολλο απαιτείτο η επικύρωσή του από τουλάχιστον 55 χώρες οι οποίες όμως θα έπρεπε να ανήκουν στις χώρες που κατείχαν το 55% των εκπομπών παγκοσμίως με χρονιά ορόσημο το 1990. Επειδή οι ΗΠΑ (οι οποίες κατέχουν το 25% των παγκόσμιων εκπομπών αερίου) δεν προέβησαν στην επικύρωση του Πρωτοκόλλου του Κιότο, το γεγονός αυτό ήταν καταλυτικό προκειμένου να καταστεί ανέφικτο το παραπάνω προαπαιτούμενο του στόχου του 55% για να τεθεί σε ισχύ το Πρωτόκολλο του Κιότο.[1]Υπογραμμίζεται επιπλέον ότι η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία κατά την περίοδο πριν την θέση σε ισχύ του Πρωτοκόλλου δεν κατατάσσονταν ακόμα στις αναπτυσσόμενες χώρες παρά το γεγονός ότι στην πορεία της εξέλιξής του έγιναν από τους μεγαλύτερους ρυπαντές.


Η απόφαση ότι το Πρωτόκολλο του Κιότο περιείχε κανόνες μόνο για τις αναπτυγμένες χώρες αποτελεί το θεμελιώδες πρόβλημα στην εκπλήρωση του  σκοπού της ύπαρξής του. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι περισσότερες από 70 αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες έχουν καταρχήν εκφράσει την επιθυμία τους να μειώσουν-περιορίσουν τις εκπομπές αερίων, χωρίς όμως αυτό να έχει δεσμευτικό χαρακτήρα.


Στις 12 Δεκεμβρίου 2015 υιοθετήθηκε η Συμφωνία των Παρισίων. Ουσιαστικά αποτελεί ένα σχέδιο δράσης το οποίο αποσκοπεί στη συγκράτηση της αύξησης της θερμοκρασίας αρκετά πιο κάτω από τους 2ο C για την περίοδο μετά το 2020. Η Συμφωνία τέθηκε σε ισχύ στις 4 Νοεμβρίου του 2016, διότι τότε ολοκληρώθηκε το απαιτούμενο για την κύρωσής της από 55 τουλάχιστον χώρες, που θα αντιπροσώπευαν το 55% των εκπομπών αερίων παγκοσμίως.


 Ένα σημαντικό στοιχείο της Συμφωνίας των Παρισίων, η οποία αντικατέστησε το Πρωτόκολλο του Κιότο, είναι ότι σε σχέση με το Πρωτόκολλο του Κιότο, όλες οι χώρες της Ε.Ε. επικύρωσαν την Συμφωνία των Παρισίων επιβεβαιώνοντας την κοινή πολιτική γραμμή που ακολουθούν τα κράτη μέλη σε περιβαλλοντικά ζητήματα. Η συγκεκριμένη Συμφωνία θεωρείται τόσο σημαντική γιατί θέτει με δεσμευτικούς κανόνες το κανονιστικό πλαίσιο το οποίο θα πρέπει να ακολουθηθεί από όλα τα κράτη με απώτερο σκοπό την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Η Συμφωνία των Παρισίων αποτελείται από 29 άρθρα και  ήδη από το 2ο άρθρο παρουσιάζεται ξεκάθαρα ο κύριος σκοπός της.  Επιδιώκει δηλαδή να θωρακίσει τον πλανήτη απέναντι στις αλλαγές που διαδραματίζονται υπό το πρίσμα της αειφόρου ανάπτυξης και σε συνδυασμό με τις προσπάθειες που γίνονται για την εξάλειψη της φτώχειας.  


Η Συμφωνία των Παρισίων θεωρείται μια πολυδιάστατη Συμφωνία, η οποία στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες – διαστάσεις: τον μετριασμό, την προσαρμογή και την χρηματοδότηση. Πιο συγκεκριμένα, σχετικά με τον άξονα της χρηματοδότησης, η Ε.Ε. και άλλες ανεπτυγμένες χώρες που συμμετέχουν θα εξακολουθήσουν να παρέχουν χρηματοδότηση για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Ο στόχος είναι να βοηθηθούν οι αναπτυσσόμενες χώρες τόσο να μειώσουν τις εκπομπές όσο και να θωρακιστούν έναντι των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Ο επόμενος άξονας της προσαρμογής αντικατοπτρίζεται στην Συμφωνία των Παρισίων με την μείωση των εκπομπών αερίων. Συνεπώς, ο άξονας της προσαρμογής είναι στενά συνδεδεμένος με αυτόν της χρηματοδότησης που απαιτείται για όλο αυτό το έργο. Τέλος, ο μετριασμός θα επιτευχθεί με την προσαρμοστικότητα των κρατών αναφορικά με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Μετριάζοντας και μειώνοντας τις εκπομπές αερίων χωρίς ταυτόχρονα να απειλείται η παραγωγή, αφού ο σκοπός είναι μια φιλική προς το κλίμα ανάπτυξη.


  Συνεπώς, με βάση αυτούς τους τρείς άξονες προσπαθεί η Συμφωνία των Παρισίων να επιτευχθεί ο βασικός στόχος, μια μέση παγκόσμια θερμοκρασία κάτω των  2οC.  Η βασική της διαφορά σε σχέση και με το Πρωτόκολλο του Κιότο είναι ότι στην Συμφωνία των Παρισίων οι κυβερνήσεις θέτουν μόνες τους στόχους οι οποίοι θα είναι 5ετείς και θα γνωστοποιούν μέσω εκθέσεων την πρόοδο τους μέσα σε αυτό το διάστημα. Επιπροσθέτως, σημαντικό είναι πως πλέον αναφερόμαστε τόσο στα αναπτυγμένα όσο και στα αναπτυσσόμενα κράτη.


 Επομένως, γίνεται αντιληπτό ότι η Συμφωνία των Παρισίων είναι μια υβριδική Συμφωνία καθώς δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι και μετρήσιμοι στόχοι, αλλά καθορίζονται από τα ίδια τα κράτη. Αυτός ήταν και ο λόγος όπου υπήρξε και υπάρχει ακόμα μια μεγάλη συζήτηση για την ανάγκη ή μη δημιουργίας ενός μηχανισμού συμμόρφωσης. Ο μηχανισμός αυτός θα είναι επιφορτισμένος με την επίβλεψη των στόχων των κρατών, των δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει καθώς και το πόσο τηρούνται. Το σύστημα το οποίο επικρατεί πάντως μέχρι στιγμής είναι ταυτόσημο με αυτό του Κιότο και προβλέπει αρχικά συστάσεις και έπειτα επιβολή κυρώσεων στα κράτη.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

·       Σαμιώτης Γ., Τσάλτας Γρ.,(1990), Διεθνής Προστασία του Περιβάλλοντος, τόμος Ι, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα.


·       Τσάλτας Γρ., (2017,)Περιβάλλον, Διεθνής Προστασία Πολιτική – Δίκαιο – Θεσμοί, εκδ. Σιδέρης, Αθήνα


·       UNITEDNATIΟNSFRAMEWΟRKCΟNVENTIΟN ΟNCLIMATE CHANGE, FCCC/INFΟRMAL/84 GE.05-62220 (E) 200705




[1]Σημειώνεται ότι με την αποχώρηση του Καναδά ήδη από την πρώτη περίοδο και με την μη συμμετοχή της Ρωσίας, Ιαπωνίας και της Νέας Ζηλανδίας  στη δεύτερη περίοδο δεσμεύσεων, το Πρωτόκολλο του Κιότο δέσμευε πλέον μόνον το 14% περίπου των παγκόσμιων εκπομπών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *