Κρίσεις και Ζητήματα Ασφαλείας

Ευρωπαϊκή Άμυνα: Μια σύγχρονη προσέγγιση

γράφει ο Εμμανουήλ Καρακόλιος Η ύπαρξη ενός ενιαίου στρατιωτικού σώματος, επιφορτισμένου να καλύπτει ολόκληρο τον Ευρωπαϊκό χώρο για την προστασία των Ευρωπαϊκών συνόρων, αποτέλεσε σκέψη και πολιτικό όραμα, από τις απαρχές της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Για κάποιο χρονικό διάστημα, οι Ευρωπαίοι ονειρεύονται να αναπτύξουν τη δική τους ασφάλεια και αμυντική πολιτική, με τη στήριξη ενός ανεξάρτητου Ευρωπαϊκού στρατού από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, τις οποίες η Δυτική Ευρώπη έπρεπε να στηρίξει κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Η Ευρώπη πέτυχε την ανάπτυξη της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής Άμυνας και Ασφάλειας (ΚΕΠΑΑ), η οποία επικεντρώθηκε στη διαχείριση κρίσεων και τις επιχειρήσεις ειρήνης που βασίζονται στη «μαλακή ισχύ», ταυτόχρονα με την ενίσχυση του στρατού της Ευρώπης. Ωστόσο, οι Ρωσικές στρατιωτικές δραστηριότητες στην Ουκρανία – ειδικότερα στην Κριμαία – και η χρήση της υβριδικής τακτικής του πολέμου, άλλαξε το πρότυπο ασφάλειας στην Ευρώπη. Το ΝΑΤΟ, με ισχυρή παρουσία και επιρροή στις ΗΠΑ, εμφανίστηκε ως βασικό πλεονέκτημα στην αντιμετώπιση και την αμφισβήτηση της Ρωσικής απειλής για άλλη μια φορά, στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου.


Το όραμα ενός Ευρωπαϊκού στρατού έχει αναβληθεί επ’ αόριστόν. Ιστορικά, η ιδέα ενός Ευρωπαϊκού στρατού συνυπάρχει με την ελπίδα μιας Ευρωπαϊκής ενότητας. Παρόλο τις καλόβουλες σκέψεις του Βίκτωρ Ουγκώ, όταν προέβλεπε ότι θα έρθει στιγμή που τα όπλα θα βρίσκονται στα μουσεία προς διερεύνηση των μαθητών.  Μετά την δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (Ε.Κ.Α.Χ.), η οποία αποτέλεσε το έμβρυο της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα έξι ιδρυτικά μέλη, συμφώνησαν το 1952, να δημιουργήσουν μια υπερεθνική Ευρωπαϊκή δύναμη, ένα σχέδιο που ψηφίστηκε μόνο από το Γαλλικό κοινοβούλιο. Στη συνέχεια, οι χώρες – μέλη επικεντρώθηκαν στη σταδιακή οικονομική ολοκλήρωση και παρέμειναν επί τούτου για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το ΝΑΤΟ, με τη βαριά παρουσία των Αμερικανικών στρατευμάτων μέσα στην Ευρώπη, ως μέρος της εκτεταμένης διασφάλισης των ΗΠΑ, ως η κύρια πλατφόρμα για την Ευρωπαϊκή ασφάλεια, αφήνει την Ευρώπη να επικεντρωθεί κυρίως στην οικονομική συνεργασία στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) και εκεί με βαρύ έλεγχο από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Ως αποτέλεσμα, οι πολιτικές διαφωνίες της Ευρώπης με τις ΗΠΑ σχετικά με την ασφάλεια και το στρατό του ΝΑΤΟ οδήγησαν στην δέσμευση των ΗΠΑ προς την κατεύθυνση διασφάλισης της άμυνας της Ευρώπης. Στον αντίποδα, ο πρόεδρος Charles De Gaulle, αμφισβήτησε τη διαβεβαίωση των ΗΠΑ, υποστηρίζοντας ότι οι Αμερικανοί δεν θα κινδύνευαν το έδαφός τους και τον πληθυσμό τους για χάρη της Ευρώπης. Η Γαλλία, όπως είναι γνωστό, αποσύρθηκε από τη στρατιωτική δομή του ΝΑΤΟ το 1966 και ο De Gaulle δεν ήταν ο μόνος Ευρωπαίος πολιτικός που αντιστάθηκε στην Αμερικανική επιρροή στην Ευρώπη. Ο Josef Strauss και ο Willy Brandt της Δυτικής Γερμανίας ζήτησαν επίσης ισχυρότερη Ευρώπη.

Οι Ευρωπαϊκές προσπάθειες για την ανάπτυξη στρατιωτικής πολιτικής χωρίς την εντατικοποίηση των ΗΠΑ, ανέδειξε την ΕΕ στην άμυνα και την ασφάλεια της Ευρώπης, με τις φιλοδοξίες και τα καθήκοντα του Petersberg του 1992 – το οποίο όριζε τους όρους σύμφωνα με τους οποίους ο Ευρωπαϊκός στρατός θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί – επέτρεπε στα στρατεύματα της ΕΕ να χρησιμοποιηθούν για ανθρωπιστική βοήθεια και σωτηρία, διατήρηση της ειρήνης και ως δυνάμεις καταπολέμησης κρίσεων. Αντί να τοποθετείται ως παγκόσμιος παίκτης, η ΕΕ προτίμησε τη συμμετοχή σε περιφερειακές κρίσεις εντός και γύρω από την Ευρώπη, και επέλεξε να εντείνει τον διάλογο με τη Ρωσία. Ωστόσο, η αναποτελεσματικότητα της ΕΕ στη Βοσνία και το Κοσσυφοπέδιο ώθησε τους Ευρωπαίους ηγέτες να επικεντρωθούν στην ανάπτυξη μιας κοινής και αποτελεσματικής πολιτικής. Η Συνθήκη του Άμστερνταμ το 1999 και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κολωνίας διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ασφάλειας και Άμυνας. Οι ηγέτες συμφώνησαν στην Κολωνία ότι «η Ένωση πρέπει να έχει την ικανότητα αυτόνομης δράσης, υποστηριζόμενη από αξιόπιστες στρατιωτικές δυνάμεις, τα μέσα για να αποφασίσουν να τα χρησιμοποιήσουν και να είναι έτοιμοι να το πράξουν, προκειμένου να ανταποκριθούν στις διεθνείς κρίσεις, και όχι σε βάρος των ενεργειών του ΝΑΤΟ».
Ωστόσο, καμία από αυτές τις προσπάθειες δεν επέτρεψε μια κοινή και υγιή Ευρωπαϊκή ασφάλεια και αμυντική πολιτική. Η επανεξέταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, το 2008 με τίτλο «Έκθεση για την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφάλειας«, πρόσθεσε την ασφάλεια του κυβερνοχώρου, την αλλαγή του κλίματος και τις πανδημίες στον κατάλογο των απειλών για την ΕΕ. Η έκθεση τόνιζε ότι η Ένωση «πρέπει να συνεχίσει να ενισχύει τις προσπάθειές της όσον αφορά τις δυνατότητες, καθώς και τις ρυθμίσεις αμοιβαίας συνεργασίας και επιμερισμού των βαρών».
Η Ένωση αποδέχθηκε όλες τις λειτουργίες και με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, μετονομάστηκε σε Κοινή Ευρωπαϊκή Ασφάλεια και την Αμυντική Πολιτική το 2009, διευρύνοντας τον κατάλογο των καθηκόντων του Petersberg να περιλαμβάνει κοινές επιχειρήσεις αφοπλισμού, στρατιωτικές ασκήσεις και σταθεροποίηση μετά τη σύγκρουση. Οι αλλαγές που εισήγαγε η Συνθήκη της Λισαβόνας, ιδίως στη δημιουργία του Ύπατου Εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας και ίδρυση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, διευκόλυνε τον συντονισμό μεταξύ των κρατών – μελών, αλλά δεν θέσπισε κοινή και υγιή πολιτική. Η ΚΕΠΠΑ, κηρύχθηκε επισήμως ως αδρανής το 2011. Η σύσταση ενός ανεξάρτητου Ευρωπαϊκού στρατού βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη ιδίως από τη στιγμή που η Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση δέχθηκε τα καθήκοντα του Petersberg. Για το σκοπό αυτό, ο στρατιωτικός πρωταρχικός στόχος του Ελσίνκι (MHG) πρότεινε την ίδρυση ενός στρατού της ΕΕ μέχρι το 2003 – που θα αποτελείται από 15 ταξιαρχίες ή 50.000 – 60.000 στρατεύματα – τα οποία θα αποτελούσαν τον ακρογωνιαίο λίθο για την εξέλιξη ενός Ευρωπαϊκού στρατού. Παρά την πολύμορφη γεωστρατηγική θέση των κρατών – μελών και τη νοητή κατά συνέπεια αναγκαιότητα συγκρότησής του, ως ένα ενιαίο και ανεξάρτητο Ευρωπαϊκό όργανο, με κεντρικό συντονισμό και διευρυμένες εξουσίες επέμβασης, αυτό δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα. Τον συγκεκριμένο δε ρόλο, επιτελεί από το 2001 και μετέπειτα η Στρατιωτική Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ανώτατο στρατιωτικό όργανο στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου  με  Έλληνα Πρόεδρο, τον Στρατηγό Μιχαήλ Κωσταράκο, ο οποίος διευθύνει όλες τις στρατιωτικές δραστηριότητες της ΕΕ, ιδίως τον σχεδιασμό και την εκτέλεση των στρατιωτικών αποστολών και επιχειρήσεων, δυνάμει της ΚΕΠΑΑ, καθώς και την ανάπτυξη των στρατιωτικών ικανοτήτων. Επιπρόσθετα παρέχει στρατιωτικές συμβουλές στην Επιτροπή Πολιτικής και Ασφάλειας και δίνει συστάσεις για στρατιωτικά θέματα.
Οι πρόσφατες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία και τα μεταναστευτικά ρεύματα στο νοτιοανατολικό Ευρωπαϊκό χώρο, έχουν δημιουργήσει σημαντικές αμυντικές προκλήσεις, αναφορικά με την ασφάλεια, τόσο των Ευρωπαϊκών συνόρων, όσο και του εσωτερικού της ΕΕ Πλέον η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, στα πλαίσια της εμβάθυνσής της, επεξεργάζεται πιο ώριμα από ποτέ, τη δημιουργία του Ευρωστρατού: «Είναι ένα αναγκαίο μέσο πίεσης και προστασίας των Ευρωπαίων πολιτών», ισχυρίζονται ανώτατα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΕΚ). Πιο συγκεκριμένα, ο Γάλλος αρχηγός του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, Joseph Daul, της μεγαλύτερης πολιτικής ομάδας στην αίθουσα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εξέδωσε δήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα της Ευρώπης, λέγοντας ότι: «Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η ειρήνη της ηπείρου μας, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς μια κοινή και λειτουργική Ένωση ασφάλειας, έναν Ευρωπαϊκό στρατό. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος, να υπερασπιστούμε τις βασικές μας αξίες και τη ζωή των πολιτών της Ένωσης. Η ΕΕ πρέπει να προστατεύσει τους πολίτες της». Ο Γάλλος αρχηγός ζήτησε επίσης περαιτέρω οικονομική και κοινωνική ολοκλήρωση. Ωστόσο, υπάρχει και ο αντίλογος στην παραπάνω άποψη, της Βρετανίδας Υπουργού Ενόπλων Δυνάμεων Penny Mor – Daunt, ηγέτιδας της Αριστεράς, η οποία δήλωσε ότι: «Διαπίστωσα πως η εκστρατεία παραμονής στην ΕΕ, ασκεί πιέσεις στον Βρετανικό λαό, να συμφωνήσει σε κάτι που θα συνεπάγεται την υποβάθμιση της ικανότητάς μας και την παραίτηση από τον έλεγχο της εθνικής μας άμυνας, μεταβαίνοντας σε έναν Ευρωστρατό».
Το σοβαρό ερώτημα που τίθεται είναι γιατί η Αμερική με μικρότερο πληθυσμό και οικονομία, από την ΕΕ ως σύνολο, συνεχίζει να αναλαμβάνει την ασφάλεια της Ευρώπης; Μόνο 3 από τους 28 Ευρωπαίους συμμάχους (η Εσθονία, η Ελλάδα και η Πολωνία), πληρούν το ελάχιστο όριο δαπανών για την άμυνα, άνω του 2% του ΑΕΠ. Κάθε σοβαρή Ευρωπαϊκή πολιτική, πρέπει να μοιράζεται τον κρίσιμο εξοπλισμό, διότι όπως αποδείχθηκε στην Λιβύη το 2011, από την Βρετανία και την Γαλλία, ακόμη και οι ισχυρότερες δυνάμεις της ΕΕ δεν μπορούν να τα καταφέρουν μόνες τους.
Η ΕΕ μπορεί επίσης να αποτελέσει, ένα βήμα για τις ουδέτερες Σκανδιναβικές χώρες, τη Σουηδία, τη Νορβηγία και τη Φινλανδία, ώστε να συμμετέχουν ενεργά στην υπεράσπιση των ευάλωτων χωρών της Βαλτικής και τελικά να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ. Η Στρατιωτική Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μπορεί και οφείλει να διαθέσει χρήματα για την έρευνα στον τομέα της άμυνας, να παρακολουθεί τα ελλείμματα των κρατών – μελών, καθώς και να ελέγχει τους εθνικούς αμυντικούς προϋπολογισμούς.
Γενικότερα, είναι μάταιο να συζητάμε για μια Ευρωπαϊκή «στρατηγική αυτονομία», από τη στιγμή που οι στρατοί των κρατών – μελών δεν μπορούν να κινηθούν, να πολεμήσουν ή ακόμα και να δουν τον εχθρό χωρίς την Αμερικανική βοήθεια. Οι Ευρωπαίοι χρειάζονται αεροσκάφη μεταφοράς, δεξαμενόπλοια ανεφοδιασμού καυσίμων, ελικόπτερα, αεροσκάφη, δορυφόρους, νοσοκομεία και πολλά άλλα. Δεν έχει σημασία αν αυτά αποκτώνται στο όνομα του ΝΑΤΟ ή της ΕΕ Οι στρατιωτικές δυνάμεις είναι εθνικές: «όσο ισχυρότερες είναι, τόσο ισχυρότερη θα είναι η ΕΕ και κατά συνέπεια το ΝΑΤΟ».
Έμπρακτη έγινε η πρόθεση αμυντικής συνεργασίας της Ένωσης με την δημιουργία της PE.S.CO (Permanent Structured Cooperation), στις 13 Νοεμβρίου 2017, μιας μόνιμης διαρθρωμένης συνεργασίας, η οποία αριθμεί 25 κράτη – μέλη, συμπεριλαμβανομένων την Ελλάδα και την  Κύπρο. Η μόνιμη διαρθρωμένη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας, θεσπίστηκε με την Συνθήκη της Λισαβόνας, το 2009, όπου και τέθηκε σε ισχύ. Συγκεκριμένα, προβλέπει τη δυνατότητα ορισμένων κρατών μελών της ΕΕ να συνεργάζονται στενότερα στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας. Αυτό το μόνιμο πλαίσιο αμυντικής συνεργασίας, παρέχει την δυνατότητα σε όσα κράτη – μέλη έχουν την βούληση, θέληση και την ικανότητα να αναπτύξουν από κοινού αμυντικές δυνατότητες, να επενδύσουν σε κοινά έργα και να ενισχύσουν την επιχειρησιακή ετοιμότητα, εκπαίδευση και τη στενότερη συνεργασία των Ενόπλων Δυνάμεών τους.
Πιο συγκεκριμένα, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου καθορίζει:
  • τον κατάλογο των «φιλόδοξων και δεσμευτικότερων κοινών υποχρεώσεων» που αναλαμβάνουν τα συμμετέχοντα κράτη – μέλη, συμπεριλαμβανομένης της «τακτικής αύξησης των αμυντικών προϋπολογισμών σε πραγματικούς όρους για την επίτευξη των συμφωνηθέντων στόχων»
  • τη διακυβέρνηση, για τη διατήρηση της συνοχής και της φιλοδοξίας της, πράγμα το οποίο συμπληρώνεται από ειδικές διαδικασίες διακυβέρνησης, σε επίπεδο έργων
  • τις διοικητικές ρυθμίσεις, όπως οι γραμματειακές λειτουργίες σε επίπεδο έργων και η χρηματοδότηση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ξενόγλωσση


  • BATACCHI (Pietro), “European Defense taking shape – at last”, The new European and Security Policy, 2017, σ. 82–6


  • CHAPPELL (Laura), PETAR (Petrov), “The European Defense Agency and permanent structured cooperation: are we heading towards another missed opportunity”, Defense Studies, τόμος 12, n. 1, 2012, σ. 44–66


  • CROSS (Maia), “The limits of epistemic communities: EU security agencies”, Politics and Governance, τόμος 3, n. 1, 2015, σ. 90


  • DEDMAN (Martin), “Europe & 1992”, International Journal of Production Research, τόμος 31, n. 2, 1993, σ. 279-84


  • DUNA (Dacian), RAUL (Ciprian Dăncuţă), “The common European Army project between the national defense preferences of the member states and the geostrategic challenges at the eastern borders of the EU”, Eurolimes, τόμος 18, 2014, σ. 55


  • FIOTT (Daniel), “The European Commission and the European Defense Agency: a case of rivalry”, Journal of Common Market Studies, τόμος 53, n. 3, 2015, σ. 542–57


  • GIBBS (David), “Washington’s New Interventionism: U.S. hegemony and inter-imperialist rivalries”, Monthly Review, τόμος 53, n. 4, 2001, σ. 15


  • IRONDELLE (Merand), FOUCAULT (Michel Paul), “Public Support for European Defense: does strategic culture matter”, European Journal of Political Research, τόμος 1, n.2, 2015, σ. 363–83


  • KARAMPEKIOS (Nikolaos), “Understanding Greece’s policy in the European Defense agency: between national interest and domestic politics”, Journal of Southeast European and Black Sea, τόμος 15, n. 1, 2015, σ. 37–52


  • POWASKI (Ronald), “An Army of its own, Bulletin of the Atomic Scientists, 2001, σ. 25–7


  • PRICOPI (Marius), “Military Integration – a fundamental condition for European security and stability”, European Security Journal, τόμος 2, n. 2, 2012, σ. 122–28


  • ŞAFAK (Oğuz), “The future of Europe’s defense: NATO or an EU Army, Turkish Policy Quarterly”, τόμος 16, n. 1, 2017, σ. 59-68


  • SCHWALL DÜREN (Angelica), “The future of European Security and Defense Policy: towards a European Army”, European Security Journal, 2007, σ. 35–40



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *