Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Το «αγκάθι» στις σχέσεις Ελλάδας-Αλβανίας


           Ο πρωθυπουργός της Αλβανίας, Edi Rama, κάνοντας δηλώσεις περί των Τσάμηδων και των απαιτήσεων που έχουν σε ελληνικά εδάφη, πυροδότησε ένα ζήτημα που αποτελεί την “αχίλλειο πτέρνα” στις σχέσεις Αθήνας-Τιράνων εδώ και πολλά χρόνια. Ο Rama μίλησε για <<στοιχειώδη δικαιώματα των Αλβανών>> συμπατριωτών του, οι οποίοι <<πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να διεκδικήσουν δια της δικαστικής οδού τα δικαιώματά τους, όπως κάθε ευρωπαίος πολίτης>>. Γνωρίζουμε την ιστορία όμως του <<Τσάμικου Ζητήματος>>;
 
 
 
 
            Η αλβανική περίπτωση είναι ιδιάζουσα. Η ιστορία ξεκινά με την ενσωμάτωση της Ηπείρου στο ελληνικό κράτος το 1913. Σε αντίθεση με τους Βούλγαρους και τους Σέρβους, οι Αλβανοί (Σκυπετάριοι, δηλαδή γιοι των αετών, όπως αυτοαποκαλούνται) δεν είχαν ενιαία κουλτούρα, ούτε μεσαιωνικό κράτος και ενιαία εκκλησιαστική οργάνωση. Ο εκτροχιασμός στις σχέσεις Ελλάδας-Αλβανίας επήλθε, σύμφωνα με τις εκθέσεις του τότε πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου, το 1925-1926 όταν τα παράπονα των Τσάμηδων, που έχασαν τις περιουσίες τους, δίχως να τους αποδοθεί αποζημίωση, δεν εισακούστηκαν. Έτσι δημιουργήθηκε μια έκρυθμη κατάσταση ανάμεσα σε Τσάμηδες και Έλληνες.
 
            Σε αποκορύφωμα των βιαιοτήτων οι Τσάμηδες συνέπραξαν μαζί με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου εναντίον των Ελλήνων. Ως απάντηση σε τούτο οι δυνάμεις του ΕΔΕΣ εκδίωξαν όλο τον τσαμικό πληθυσμό και προχώρησαν σε εκκαθάρισή του (περίπου 20.000-25.000 άνθρωποι). Οι νεκροί αριθμούνται στους 3.000, ενώ οι υπόλοιποι κατέφυγαν στην Αλβανία. Αναντίρρητα, όσα διεξήχθησαν στιγμάτισαν βαθιά τους Τσάμηδες και τους απογόνους τους, καθώς χάθηκαν περιουσίες ζωής και φυσικά απώλεσαν την ελληνική τους ιθαγένεια. Από ελληνικής πλευράς ακόμη δεν έχουν αναγνωριστεί οι πράξεις του ΕΔΕΣ, ο οποίος δεν ανήκει σε καμία ελληνική κρατική οργάνωση.
 
               Η ελληνική πλευρά παρουσιάζεται δύσκαμπτη και συχνά εκλαμβάνεται το ζήτημα των Τσάμηδων ως ένδειξη κρυφής ατζέντας για την δημιουργία μιας Μεγάλης Αλβανίας. Ο πρωθυπουργός της Αλβανίας δηλώνει με κάθετο τρόπο ότι δεν υπάρχει κανένα εδαφικό ζήτημα ανάμεσα στις δύο χώρες και πως τέτοιου είδους φαντασιώσεις δημιουργούνται από πηγές που σκοπό έχουν να υποδαυλίσουν τις σχέσεις των δύο κρατών. Η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει επαναλάβει πολλές φορές πως δεν υπάρχει κανένα απολύτως ενδεχόμενο απόδοσης δικαιωμάτων των ιδιοκτησιών. Τέτοιου είδους ζητήματα ανάμεσα σε γειτονικά κράτη θα πρέπει να επιλύονται με διαφάνεια και νηφαλιότητα προς αποφυγή παρεξηγήσεων. Εξάλλου στόχος των διπλωματικών υπηρεσιών είναι η διασφάλιση της σταθερότητας και της δημοκρατικότητας στις διμερείς σχέσεις.
 
                  Μπορεί να έχει τεθεί επί τάπητος το ζήτημα της Τσαμουριάς και οι ενδιαφερόμενες πλευρές να παρουσιάζονται ανοιχτές σε διάλογο, εντούτοις, δεν εκλείπουν οι εξάρσεις σε δηλώσεις. Ο Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος, Νίκος Κοτζιάς, είναι αμετάκλητος στο ότι δεν υπάρχει κανένα “τσάμικο ζήτημα” για την χώρα μας, ενώ αντίθετα ο Αλβανός ομόλογός του, Ditmir Bushati, δεν παύει να αναμοχλεύει την συζήτηση επί του θέματος αυτού.
 
                         Είναι γνωστό ότι η τέχνη της Διπλωματίας και των Διεθνών Σχέσεων έχει άλλη χρονική βαθμίδα και δη όταν επρόκειτο για σημαντικά εθνικά ζητήματα. Δε χωρούν συμβιβασμοί, οι οποίοι γίνονται “επί ποδός” προς χάριν πολιτικών κομματικών σκοπιμοτήτων. Είναι πολλά τα ζητήματα ανάμεσα σε Ελλάδα και Αλβανία, όπως, λόγου χάρη, το ζήτημα για την ΑΟΖ και οι έρευνες που διεξήχθησαν για τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων στο Ιόνιο και τα οποία επιζητούν την σαφή οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών και οικοπέδων. Τελευταία φορά συντελέστηκε χάραξη των θαλάσσιων συνόρων το 2009 με την Αλβανία να αποσύρεται μετά από λίγο από την συμφωνία.
 
                    Η μόνη οδός που μπορεί να αποφέρει τα μέγιστα στην ελληνική πλευρά και πρέπει να τελεστεί με μοναδικό γνώμονα το εθνικό- και όχι το κομματικό- συμφέρον της χώρας είναι η ανοιχτή και μετωπική συζήτηση με την αλβανική εξωτερική πολιτική ηγεσία, διότι όσο επιλέγουμε να εθελοτυφλούμε και να μην αντιμετωπίζουμε ένα μείζον εθνικό ζήτημα, τόσο περισσότερο ενισχύουμε την αντίθετη πλευρά μεγιστοποιώντας το διαπραγματευτικό της χαρτί.
Πηγές:
       Σπυρίδων Σφέτας, Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία, Τόμος Α’, Από την Οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1354-1918), Θεσσαλονίκη 2009, Εκδόσεις Βάνιας.
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *