Διεθνής και Ευρωπαϊκή Οικονομία

H Λατινοαμερικανική διακυβέρνηση MERCOSUR

γράφει η Κατερίνα Χαροκόπου


 1991, 4 ισχυρές χώρες της Λατινικής Αμερικής, Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη και Ουρουγουάη υπογράφουν τη Συνθήκη της Ασουνσιόν (26/03/1991), που θα σηματοδοτήσει  την απαρχή ενός οικονομικού και πολιτικού διακυβερνητικού συνασπισμού μεταξύ χωρών της Λατινικής Αμερικής. Η MERCOSUR (Mercado Comun del Sur) συστάθηκε με   στόχο   να  δημιουργηθεί  η  Κοινή Αγορά  του  Νότου που θα αποτελέσει για τα επόμενα χρόνια τον ακρογωνιαίο λίθο για τη συνεργασία των χωρών πρωτεργατών και με άλλες νεοεισαχθέντες χώρες του αμερικανικού νότου.


Από τη πρώτη στιγμή σύστασης της ένωσης, άμεση βλέψη της αποτέλεσε η υιοθέτηση της ιδέας του ελεύθερου εμπορίου.  Απαρχή της ελευθέρωσης του εμπορίου αποτέλεσε η τελωνειακή ένωση των χωρών  που προέβλεπε κοινό εξωτερικό δασμολόγιο. Η προάσπιση του εμπορίου ενισχύθηκε με την υιοθέτηση ειδικών μέτρων για τους ευαίσθητους τομείς, κυρίως, της πρωτογενής παραγωγής. Συγχρόνως και παράλληλα με κάθε προσπάθεια για εμπορική και οικονομική συνεργασία, οι ενοποιημένες χώρες προέβησαν και στη προστασία των δημοκρατικών καθεστώτων, σε μια γεωγραφική περιοχή όπου δικτατορικά καθεστώτα είχαν τη τάση κατά καιρούς να αντιτάσσονται   στις δημοκρατικές ισορροπίες. Με τη πάροδο του χρόνου, η ένωση έχει επεκταθεί και σε θέματα πυρηνικής ενέργειας πάντα με γνώμονα την ειρηνική ισορροπία των χωρών αλλά και τον σεβασμό των δικαιωμάτων των πολιτών.
Η πολιτική MERCOSUR αποτέλεσε δελεαστικό παράγοντα για την είσοδο νέων χωρών, της Βενεζουέλας ως ενεργό μέλος, της Χιλής, της Βολιβίας, της Κολομβίας, του Εκουαδόρ, του Περού ως συνδεδεμένα κράτη και του Μεξικού ως παρατηρητή. Κάθε νέα είσοδος μέλους κράτους εξυπηρετεί σημαντικό σκοπό, τόσο για το κράτος όσο και για την ίδια την MERCOSUR. Έτσι, τη στιγμή που η Βραζιλία λαμβάνει ηγεμονικό ρόλο στην ένωση, οι λοιπές χώρες αποσκοπούν κυρίως στην εμπορική τους εξωστρέφεια και κατά συνέπεια στην οικονομική τους μεγέθυνση.  Ως επι προσθέτως, χώρες, όπως για παράδειγμα η Παραγουάη, που ιστορικά επλήγησαν από δικτατορικά καθεστώτα, αντιμετώπισαν την ένωση ως δικλίδα ασφαλείας για τη προστασία τους. Τα διαφορετικά επίπεδα ισχύος μεταξύ των χωρών μελών καθιστούν τη MERCOSUR πόλο έλξης για ξένους επενδυτές, γεγονός που επιφέρει τη φιλελευθεροποίηση και τον άνοιγμα των νοτιοαμερικανικών αγορών.
Για την υιοθέτηση των προαναφερθέντων πολιτικών, η MERCOSUR προχώρησε στη θεσμοθέτηση ειδικών οργάνων, προασπίζοντας το διακυβερνητικό χαρακτήρα στη δομή της. Απαρτίζεται από ένα Συμβούλιο Κοινής Αγοράς (Common Market CouncilCMC), στο οποίο συμμετέχουν οι υπουργοί οικονομικών και εξωτερικών των κρατών μελών, από την  Ομάδα της Κοινής Αγοράς (CommonMarketGroupGMC) με βασική αρμοδιότητα την τήρηση της Συνθήκης της Ένωσης, από την Επιτροπή Εμπορίου (TradeCommission), με αρμοδιότητα το συντονισμό του εξωτερικού εμπορίου. Παράλληλα τα όργανα υποστηρίζονται από τη Γραμματεία (Secretaria del MERCOSURSM), η οποία αναλαμβάνει συμπληρωματικό ρόλο στη δράση των θερμικών οργάνων. Με το πρωτόκολλο του Ούρο Πρέτο (1994) συστάθηκαν επιπλέον η Κοινή Κοινοβουλευτική Επιτροπή (JointParliantaryCommission), όπου εκπρόσωποι των εθνικών κοινοβουλίων των κρατών εξετάζουν θέματα του Συμβουλίου Κοινής Αγοράς και θέτουν ενστάσεις, αν χρειαστεί.  Επιπλέον, το Συμβουλευτικό Οικονομικό και Κοινωνικό Φόρουμ (EconomicandSocialAdvisoryForum) εκπροσωπεί τον οικονομικό και κοινωνικό τομέα, έχοντας συμβουλευτικό ρόλο προς την Συμβούλιο Κοινής Αγοράς, μέσω έγκρισης ή απόρριψης (με προτάσεις μομφής) προς τις αποφάσεις της.
 Η θεσμική ένδυση της MERCOSUR, ωστόσο, δε περιορίστηκε στα προαναφερόμενα όργανα. Τα συμβαλλόμενα κράτη έθεσαν σε προτεραιότητα τη κατανόηση και το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα ανθρώπινα δικαιώματα θεωρούνται ως οδηγός για την ανάπτυξη των δημόσιων πολιτικών και την ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών.  Έτσι, το 2006 γεννήθηκε η ιδέα δημιουργίας ενός περιφερειακού φορέα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, με βάση το σεβασμό και τη προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως θεμελιώδη άξονα της Ένωσης.  Η ιδέα αυτή ενεργοποιήθηκε το 2009, στο Μπουένος Άιρες,  με τη δημιουργία του Ινστιτούτου Δημοσίων Πολιτικών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα της MERCOSUR (IPPDH).
Από τη πρώτη μόλις δεκαετία δράσης της, η  επιταχυμένη πορεία της MERCOSUR την ώθησε να στραφεί σε διαφορετικούς πόλους συνεργασίας. Από την απαρχή του 1999 MERCOSUR και Ευρωπαϊκή έχουν ανοίξει διαλόγους στενότερης συνεργασίας, εμπορικού κυρίως περιεχομένου. Οι δύο εταίροι ενθαρρύνουν τη συνεργασία στους καίριους τομείς των επενδύσεων, των μεταφορών, της γεωργικής παραγωγής και της ενέργειας. Άμεση προτεραιότητα αποτελεί η βελτίωση των τελωνειακών λειτουργιών μεταξύ τους με απώτερο σκοπό την επιτάχυνση των εξαγωγών. Σύμφωνα με στοιχεία του 2016 οι εξαγωγές χωρών της MERCOSUR προς την Ε.Ε άγγιξαν το 21,8%, περιλαμβάνοντας γεωργικά (τρόφιμα), φυτικά (σόγια, καφέ) και ζωικά προϊόντα. Αντίστοιχα, η Ε.Ε αποτέλεσε το πιο σημαντικό εξαγωγέα μεταφορικού εξοπλισμού και φαρμακευτικών προϊόντων. Ωστόσο, επίσημη συμφωνία για τους όρους της συνθήκης του ελεύθερου εμπορίου δεν έχει ακόμη επικυρωθεί από τις δύο μεριές, γεγονός που ενδέχεται να υλοποιηθεί μέχρι τέλος του τρέχοντος χρόνου.
Είναι γεγονός πως η MERCOSUR ανταποκρίνεται σε γνώμες και απόψεις που τη θέλουν να ακολουθεί βήματα παρόμοια με τα ευρωπαϊκά. Η ταχύτατη πορεία ανάπτυξης της, η εύρυθμη, παρόλα τα διαφορετικά επίπεδα ισχύος της, λειτουργία της την καθιστούν ως ένα από διαρκές υποσχόμενο διακυβερνητικό οικοδόμημα.  Αν και η συσπείρωση των κρατών ταλανίστηκε μετά από την αποπομπή της Βενεζουέλας το 2016 λόγω μη συμμόρφωσης της σε κανόνες εμπορίου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εν τούτοις  η MERCOSUR αναμένεται να έχει διαρκή ρόλο στις παγκόσμιες  εμπορικές συναλλαγές.


Πηγές:
http://www.MERCOSUR.int/

http://ec.europa.eu/trade/policy/countriesandregions/regions/MERCOSUR/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *