Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Τρομοκρατία: Πώς η προσωπική βούληση μετατρέπεται σε δράση που αφορά τις Διεθνείς Σχέσεις

γράφει η Ελίνα Αναγνωστοπούλου

 

Κάθε μέρα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με φαινόμενα βίας, λεκτικής ή μη, που επηρεάζουν τις ανθρώπινες σχέσεις, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Η τρομοκρατία είναι μία ακραία μορφή έκφρασης που αφορά τη διεθνή κοινότητα όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια, μιας και το φαινόμενο είναι σε έξαρση την τελευταία 20ετία.

Η μεγάλη αρχή έγινε το 2000 με το τρομοκρατικό χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους, χτύπημα που συγκλόνισε όλη τη διεθνή κοινότητα κι έκανε τα κράτη να σκεφτούν την τρομοκρατία ως μία νέα μορφή πολέμου ή διεθνής σύγκρουσης, την οποία και προσπαθούν να αντιμετωπίσουν δραστικά, με έμμεσους ή άμεσους τρόπους αντίδρασης.

Σε κάθε τρομοκρατική επίθεση υπάρχει και μία διαφορετική αιτία, ίσως, όμως, να ενώνονται όλες μαζί στη γενικότερη θεωρία ότι τα χτυπήματα αυτά αφορούν μία γενικευμένη αντίδραση προς το κατεστημένο, προερχόμενα από την «καταπιεσμένη» Ανατολή προς την «αναπτυγμένη» κι αλλιώτικα δομημένη Δύση. Στην περίπτωση της τρομοκρατικής επίθεσης της Αλ Κάιντα είχε γίνει αντιληπτή η αλλαγή του status quo στο Αφγανιστάν, με αποτέλεσμα την ακραία μορφή έκφρασης μίας εξτρεμιστικής ομάδας που σκόρπισε το θάνατο και κόστισε ανθρώπινες ζωές. Σε εμπόλεμη ζώνη οι άνθρωποι αυτοί θα αποτελούσαν τον «άμαχο πληθυσμό».

Η επίθεση που έγινε στη Νέα Ζηλανδία εγείρει περισσότερα ερωτηματικά σχετικά με τις προθέσεις κάθε προσωπικότητας να προβεί σε εξτρεμιστικές δράσεις βίας και αντίδρασης. Τα κριτήρια που επιλέγονται για τα σχέδια αυτών των δράσεων δεν είναι εύληπτα προς τη διεθνή κοινότητα, για το λόγο αυτό πολλές φορές δεν προλαμβάνονται. Σε αυτή τη νέα μορφή πολέμου κανένα κράτος και κανένα μέρος δεν είναι ασφαλές.

Η άμεση μεταφορά της πληροφορίας και των γεγονότων κάνει δελεαστικότερη την επιλογή για δράση, ακόμα κι εάν αυτή είναι αποτυχημένη και δεν περατώσει το «σκοπό» της. Κάθε τρομοκρατική επίθεση μας κάνει πιο σαφές ότι η προσωπική βούληση μπορεί να μετατραπεί αυτόματα σε γεγονός που απασχολεί τις διεθνείς σχέσεις και τη διεθνή κοινότητα. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις μπορεί να μη συνδέονται άμεσα μεταξύ τους, ωστόσο, δημιουργούν ένα δίκτυο με δράσεις που συνήθως έχουν σοβαρά αντίκτυπα και κοστίζουν ανθρώπινες ζωές και υλικές απώλειες σε μερίδα πληθυσμού που δεν ευθύνεται για την πρόκληση κάθε βλάβης στην οποία κι υπόκειται.

Θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε το δίκτυο των εξτρεμιστών με μία άναρχη μορφή κυριαρχίας και εξουσίας που επηρεάζει χωρίς διακρίσεις όλα τα κράτη ανεξαιρέτως, δε σχετίζεται ούτε με το θρήσκευμα, ούτε με τον πολιτισμό, αλλά σχετίζεται με τη ρητορική μίσους κι αντίδρασης προς την κατεστημένη μορφή εξουσίας. Ίσως αυτός να είναι και ο πιο βασικός λόγος που τα κράτη πρέπει να θωρακίζονται προληπτικά, ώστε να αποφεύγονται τέτοιες επιθέσεις.

Όλες οι κυβερνήσεις θα πρέπει να καταδικάζουν ευθέως τα φαινόμενα βίας και να είναι αρωγοί στην αντιμετώπισή τους και στην εύρεση των δραστών. Οι πράξεις αυτές θα πρέπει να ακολουθούνται από δραστικές αντιδράσεις για την αντιμετώπισή τους, ενώ, ταυτόχρονα, θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο που θα θωρακίζει τους ανθρώπους και θα τους προστατεύει από τη βούλησή να προκληθούντέτοιου είδους φαινόμενα, ώστε να οικοδομείται, έστω και σταδιακά, ένα δίκτυο που θα προασπίζει την διεθνή ειρήνη και θα μειώνει τις ακραίες φωνές.

Τα φαινόμενα τρομοκρατικών δράσεων σχετίζονται άμεσα με τη διάσπαση της εσωτερικής αρχής κάθε κράτους ειδικότερα αλλά και γενικότερα της διεθνούς κοινότητας. Η συγκριτική άμυνα είναι ένας τρόπος αντιμετώπισης της διεθνούς αυτής απειλής. Τα αναπτυγμένα κράτη πλέον δεν έχουν ανάγκη για αναθεώρηση των συνόρων τους, τουλάχιστον όσον αφορά στην πλειοψηφία τους, γι’ αυτό και θα πρέπει να βρεθεί μέθοδος αντιμετώπισης των απειλών συγκριτικά. Η άμυνα θα πρέπει να έχει προληπτικό χαρακτήρα, οι πληροφορίες να διαμοιράζονται ακόμη πιο άμεσα και τα μέτρα ασφαλείας κάθε κράτους να έχουν συγκεκριμένα standards, κοινά για όλους, με δικλείδες ασφαλείας που θα καθιστούν την προσπέλασή τους όλο και πιο αδύνατη.

Η τρομοκρατία δεν είναι ταμπού, είναι γεγονός για το οποίο όλοι μας πρέπει να έχουμε την πρόθεση να το αντιμετωπίσουμε και να τοθέσουμε στο περιθώριο στην πράξη κι όχι στη θεωρία. Η προσωπική βούληση μεμονωμένων ανθρώπων κι ομάδων δεν πρέπει να επηρεάζει τη διεθνή κοινότητα, πρέπει μόνο να αποτελεί σημείο αναφοράς, έμπνευσης, εξέλιξης και προόδου κι η τρομοκρατία δεν υπηρετεί κανέναν από αυτούς τους σκοπούς. Αντιθέτως, τέτοια φαινόμενα αποδεικνύουν ότι το διεθνές σύστημα κι οι δικλείδες ασφαλείας του έχουν αποτύχει σε αυτό και χρειάζονται άμεσα βελτίωση προκειμένου να εξουδετερωθούν αυτού του είδους οι δράσεις. Είναι δε εμφανές ότι αυτό είχε επισημανθεί πριν τις μεγάλες επιθέσεις από διεθνολόγους και μελετητές των διεθνών σχέσεων.

Πηγές άρθρου:

Bialer Uri, “Between East and West: Israel’s Foreign Policy Orientation 1948-1956 (LSE Monographs in International Studies)”, Cambridge University Press, 1990

Coletta Damon, “Unipolarity, Globalization, and the War on Terror: Why Security Studies Should Refocus on Comparative Defense”, International Studies Review, Autumn, 2007, Διαθέσιμο σε: https://www.jstor.org/stable/4621832

Χειλά Ειρήνη, «Οι διεθνείς συγκρούσεις στον 21οαιώνα», Εκδόσεις Ποιότητα, 2013

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *