Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Ιστορική Αναδρομή της Κοινοπολιτείας (Commonwealth), ομοιότητες και διαφορές με την Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς την ίδρυση, τις σχέσεις των κρατών μελών και το νομοθετικό πλαίσιο

Η Κοινοπολιτεία των Εθνών, γνωστή ως «Κοινοπολιτεία» (Commonwealth) και παλαιότερα ως Βρετανική Κοινοπολιτεία, είναι η εθελούσια – ελεύθερη ένωση 52 ανεξάρτητων κρατών, τα οποία αποτελούν πρώην αποικίες της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Τα κράτη αυτά στην πλειονότητά τους  αναγνωρίζουν ως κοινή γλώσσα εργασίας την Αγγλική. Αναλυτικότερα, η «Κοινοπολιτεία» ιδρύθηκε επισήμως το 1931 με πρώτα της μέλη της την Αυστραλία, τον Καναδά, τη Ν. Ζηλανδία, τη Νότια Αφρική και την Ιρλανδία. Όλα αυτά τα κράτη ονομάζονταν Ανεξάρτητα Κοινοπολιτειακά Βασίλεια.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1960, η Βρετανική Αυτοκρατορία άρχισε να διαλύεται. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι πρώην αποικίες, οι οποίες μέχρι πρότινος αντιμετωπίζονταν ως έδαφος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, να γίνονται ταυτόχρονα με την ανεξαρτησία τους και μέλη της Κοινοπολιτείας. Αρχικά, ο λόγος που ιδρύθηκε η Κοινοπολιτεία ήταν για να προαχθεί μια σχέση αλληλεπίδρασης και συνεργασίας μεταξύ των ελεύθερων πλέον κρατών και της Μ. Βρετανίας. Η Μ. Βρετανία συνειδητοποιούσε ότι έχανε όχι μόνο τις αποικίες της αλλά και την αίγλη της, λόγω των ραγδαίων εξελίξεων που έλαβαν χώρα στις αρχές και τα μέσα του 20ου αιώνα. Συνεπώς, έπρεπε να βρει έναν συνδετικό κρίκο για να διατηρήσει, έστω και με χαλαρότερους δεσμούς, τα προνόμια που προέκυπταν από τα πρώην εδάφη της, καθώς και την θέση ισχύος της στο εξελισσόμενο διεθνές σύστημα.

Ο τρόπος για να το κάνει αυτό ήταν υπερτονίζοντας την σχέση την οποία διατηρούσαν τα κράτη αυτά μεταξύ τους. Οι σχέσεις που είχαν συμπεριλάμβαναν όλους τους τομείς δραστηριότητας, τόσο κρατικούς όσο και ιδιωτικούς. Από την δημόσια διοίκηση και την νομοθεσία, μέχρι το εμπόριο και την ναυτιλία. Με αυτόν τον τρόπο η Μ. Βρετανία δημιούργησε ένα προτιμησιακό καθεστώς σε κάθε ιδιωτικό επίπεδο. Αρχικά, στο κομμάτι του εμπορίου θέσπισε προνομιακές τιμές μεταξύ των κρατών της Κοινοπολιτείας. Ταυτόχρονα, στο κομμάτι της ναυτιλίας, οι φόροι που επιβάλλονταν ήταν μικρότεροι, κάνοντας εύκολη την διατήρηση της πρωτοκαθεδρίας της Μ. Βρετανίας στον ναυτιλιακό τομέα. Επιπλέον, οι πολίτες των κρατών της Κοινοπολιτείας αντιμετώπιζαν διαφορετικό καθεστώς σε περίπτωση που επιχειρούσαν να δραστηριοποιηθούν στην Μ. Βρετανία.

Αναφορικά με το κομμάτι της δημόσιας διοίκησης, ήδη τα πρώην αποικιακά κράτη είχαν εμφυσήσει αρκετά από τα χαρακτηριστικά του αποικιοκράτη τους αναφορικά με την κρατική τους διοίκηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το νομικό τους σύστημα. Αναλυτικότερα, η πλειονότητα των χωρών της Κοινοπολιτείας ανήκουν και στην οικογένεια του Κοινοδικαίου. Έτσι, με την απελευθέρωσή τους ήταν δύσκολο να μεταβάλλουν ραγδαία και το νομικό τους σύστημα. Συνεπώς, διατήρησαν στην πλειονότητά τους τους νόμους που εφαρμόζονταν μέχρι εκείνη την στιγμή στο κράτος, οι οποίοι είχαν θεσπιστεί από την Μ. Βρετανία, και σταδιακά προέβησαν σε αλλαγές. Πάραυτα, οι αλλαγές δεν ήταν τόσο μεγάλες ώστε να απαρνηθούν πλήρως το θεσπισμένο από την Μ. Βρετανία Κοινοτικό Δίκαιο, γνωστό και ως  «Common Law» ή το Δίκαιο της Επιείκειας, «Equity Law».

Στον αντίποδα, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένας διεθνής οργανισμός, ο οποίος την προκειμένη στιγμή αποτελείται από 28 κράτη μέλη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προέκυψε με την σύγχρονη μορφή της μετά την Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992. Τότε στην ουσία συνενώθηκαν η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (Ε.Ο.Κ.), η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (Ε.Κ.Α.Χ.) και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας, γνωστή και ως ΕΥΡ.ΑΤΟΜ. (Ε.Κ.Α.Ε.). Ο λόγος της συνένωσης των τριών αρχικών κοινοτήτων ήταν επειδή οι συνθήκες είχαν ωριμάσει για ένα ενιαίο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Επιπλέον, αναγνώριζαν όλα τα κράτη ότι η συνεργασία τους είχε προχωρήσει σε πολλαπλά επίπεδα τα οποία ξεπερνούσαν κατά πολύ τις περιορισμένες αρμοδιότητες που κατείχαν οι 3 αυτές κοινότητες. Έτσι, ιδρύθηκε μια οικονομική και πολιτική Ένωση, η οποία θα μπορούσε να ρυθμίσει και να προάγει καλύτερα τόσο τα συμφέροντά της, όσο και αυτά των κρατών μερών.

Η βασική διαφορά που υπάρχει μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Κοινοπολιτείας είναι ο δεσμός σύνδεσης μεταξύ των κρατών. Στην Κοινοπολιτεία οι δεσμοί που υπάρχουν μεταξύ των μελών είναι «χαλαροί» και λιγότερο δεσμευτικοί από ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία αποτελεί έναν διεθνή οργανισμό με νομική προσωπικότητα. Η Κοινοπολιτεία βασίζεται περισσότερο στο έθιμο της διασύνδεσης μεταξύ των πρώην αποικιών με τον αποικιοκράτη τους, ενώ στην Ε.Ε. τα κράτη έχουν καθαρά συνεργατικό πνεύμα, γνωρίζοντας ότι το κάθε κράτος μέλος οφείλει να ακολουθεί μια πορεία παράλληλη και σε συμφωνία με αυτήν που καθορίζει η Ένωση. Στο ίδιο επίπεδο, η Ε.Ε. βασίζεται στην αρχή της δοτής αρμοδιότητας. Σύμφωνα με αυτήν, τα ίδια τα κράτη έχουν εκχωρήσει δικαιώματα στην Ε.Ε. για να αποφασίζει η ίδια για αυτά τα θέματα όπως είναι για παράδειγμα η νομισματική πολιτική.

Επιπροσθέτως, η Ε.Ε. μπόρεσε μετά και το 1992 να γίνει και πιο αποτελεσματική στην ελεύθερη διακίνηση προϊόντων, υπηρεσιών, προσώπων και κεφαλαίων μεταξύ των χωρών που συμμετέχουν σε αυτή. Βασικό κομμάτι συνεργασίας των κρατών μελών είναι και η κινητικότητα όλων αυτών των παραγόντων. Σε αυτό προστέθηκε και η έννοια της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Συγκεκριμένα, όλοι οι πολίτες ενός κράτους μέλους της Ε.Ε. έχουν παράλληλα με την ιθαγένεια του κράτους τους και την ευρωπαϊκή ιθαγένεια, ως απότοκο και στοιχείο της εμφανούς αλληλεξάρτησης στον Ευρωπαϊκό χώρο. Αναφορικά με το κομμάτι του νομικού πλαισίου συναντώνται και εδώ διαφορές συγκριτικά με την Κοινοπολιτεία. Αναλυτικότερα, η Ε.Ε. έχει δικαιοπαραγωγική ικανότητα. Έχει δηλαδή την ικανότητα να θεσπίζει δίκαιο το οποίο τα κράτη μέλη της είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν. Σημαντικό σε αυτό το σημείο είναι να αναφερθεί ότι το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, τόσο το πρωτογενές όσο και το δευτερογενές, είναι ανώτερο του εσωτερικού δικαίου ενός κράτους. Σε περίπτωση σύγκρουσης δηλαδή ενός ευρωπαϊκού με ενός εσωτερικού κανόνα δικαίου, υπερτερεί ο ευρωπαϊκός και ο εσωτερικός πρέπει να έρθει σε συμφωνία με τον πρώτο.

Συνεκδοχικά, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι οι διαφορές μεταξύ της Βρετανικής Κοινοπολιτείας και της Ε.Ε. είναι έντονα αισθητές. Πρόκειται στην ουσία για 2 διαφορετικές προσεγγίσεις σύνδεσης, αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης μεταξύ ομάδων κρατών. Στην περίπτωση της Βρετανικής Κοινοπολιτείας η διασύνδεση είναι περισσότερο εθιμική, χαλαρή και χωρίς κάποιου είδους δεσμεύσεις. Παρόλα αυτά όμως τα κράτη που συμμετέχουν σε αυτή δυνητικά επωφελούνται από αυτήν την συνεργασία. Στον αντίποδα, η Ε.Ε. αποτελεί μια δεσμευτική ένωση των κρατών που βρίσκονται στον ευρωπαϊκό χώρο. Τα κράτη έχουν αναπτύξει έντονες σχέσεις μεταξύ τους, η οικονομία του ενός κράτους επηρεάζεται άμεσα από τα υπόλοιπα μέρη και η Ε.Ε. έχει τον ρόλο του ενορχηστρωτή αυτού του εγχειρήματος. Θα μπορούσαμε να πούμε, έστω και καταχρηστικά, ότι η Κοινοπολιτεία αποτέλεσε μία αρχική έμπνευση για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, παρότι η ανάπτυξή του γινόταν την ίδια χρονική περίοδο με την Κοινοπολιτεία, ωστόσο η Ε.Ε. προέβη σε μια πιο έντονη και διαδραστική εξέλιξη σε όλους τους τομείς.

 

 

Βιβλιογραφία:

 

  • Θ. Χριστοδουλίδης, «Διπλωματική Ιστορία τριών αιώνων», Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 1997

 

  • Α. Κοράντης, «Διπλωματική Ιστορία της Ευρώπης (1919-1945)», Ελεύθερη Σκέψις, Αθήνα, 1996

 

  • Β. Χριστιανός, «Εισαγωγή στο Δίκαιο της Ε.Ε», Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2011
  • Κ. Στεφάνου, «Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση (Πρώτος Τόμος)», Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα, 2002

 

  • Χ. Ταγαράς, Μ. Μένγκ-Παπαντώνη, «Η κατ’ άρθρο 26.2 ΣΛΕΕ εσωτερική αγορά», Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2013

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *