Διεθνές και Ευρωπαϊκό ΔίκαιοΚλιματική Αλλαγή, Περιβαλλοντολογικά Προβλήματα και Δίκαιο Ενέργειας

Πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά ζητήματα

γράφει η Αναστασία-Νεφέλη Βιδάκη

Εδώ και πολλά χρόνια στους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής: ΕΕ) έχει ενταχθεί η προστασία του περιβάλλοντος, η οποία σταδιακά με την έκδοση όλο και περισσότερων οδηγιών στοχεύει στην προστασία της υγείας των ανθρώπων αλλά και της ίδιας της φύσης. Το ενωσιακό νομικό πλαίσιο θέτει σε πρώτο στάδιο ορισμένες απαιτήσεις, τις οποίες καλούνται να σέβονται τα κράτη-μέλη του. Ιδίως οι δημόσιες αρχές του κράτους-μέλους είναι αυτές που επιλαμβάνονται την ευθύνη της ενημέρωσης των πολιτών και την όσο το δυνατόν προσαρμογή της εθνικής νομοθεσίας στις επιταγές των οδηγιών, αλλά και διεθνών νομοθετημάτων των οποίων ως συμβαλλόμενο μέρος καθίσταται η ΕΕ. Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να παρουσιάσει συνοπτικά την ενωσιακή έννομη τάξη σε σχέση με το ζήτημα της πρόσβασης στη δικαιοσύνη για παραβιάσεις περιβαλλοντικής νομοθεσίας, δηλαδή ενδεικτικά τα βασικά νομοθετήματα , το περιεχόμενο αυτής, το ρόλο της Ένωσης στην παροχή των εγγυήσεων αυτών.

Στη χώρα μας , όπου συχνά το περιβάλλον τίθεται σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην προοπτική επιχειρηματικού κέρδους ή στην ακόρεστη εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου,  είναι πιο επιτακτικό από ποτέ να αναλογιστεί κανείς για ποιο λόγο είναι αδήριτη ανάγκη η δυνατότητα πρόσβασης στη δικαιοσύνη για ζητήματα περιβαλλοντικού χαρακτήρα. Και η απάντηση είναι πολύ απλή. Η απόλαυση των εγγυήσεων και των οφελών της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ δεν αποτελεί μόνο μια υποχρέωση  των αρμοδίων αρχών αλλά ένα δικαίωμα των πολιτών, στους οποίους εναπόκειται μαζί με τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (εφεξής: ΜΚΟ) να αποτρέψουν κάθε κρατική αυθαιρεσία.

Μια πρώτη επαφή με το ενωσιακό νομοθετικό πλαίσιο είναι ικανή για να μαρτυρήσει τον αποσπασματικό του χαρακτήρα, αφήνοντας ένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στα κράτη μέλη για την ενσωμάτωση του. Πράγματι, οι δικονομικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις για την πρόσβαση φυσικών η νομικών προσώπων στη δικαιοσύνη όταν παραβιάζονται διατάξεις οδηγιών ενσωματωμένων στην εθνική έννομη τάξη περιλαμβάνονται διάσπαρτες στις οδηγίες αυτές. Σχετική ρύθμιση συναντά κανείς στην Οδηγία 2011/92/ΕΚ  για την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων για την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και συγκεκριμένα, στο άρθρο 11 αυτής. Η προαναφερθείσα Οδηγία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα βήματα της ΕΕ στο δρόμο προς την επίτευξη της προστασίας του περιβάλλοντος, αφού εισήγαγε το εργαλείο της a priori εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατά την κατασκευή ενός έργου στο πλαίσιο μιας διαδικασίας διοικητικής αδειοδότησής του, δίνοντας σάρκα και οστά στην αρχή της πρόληψης. Επομένως, σε περίπτωση παραβίασης ουσιαστικών ή διαδικαστικών κανόνων σε μια διαδικασία εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίζουν τα μέτρα που θα επιτρέπουν στο κοινό του οποίου τα συμφέροντα θίγονται ή ενδέχεται να θιγούν από τις δραστηριότητες που υπόκεινται στην αδειοδότηση. Ωστόσο, τα συμφέροντα αυτά θα ανευρεθούν με βάση τη γερμανική θεωρία που για το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου βοηθήματος απαιτεί την προσβολή υποκειμενικών δικαιωμάτων ή σε αυτή του γαλλικού διοικητικού δικαίου που επιχειρεί μια πιο χαλαρή και διευρυμένη προσέγγιση των δικαιωμάτων αυτών. Η Οδηγία δεν μοιάζει να ενθαρρύνει κάποια από τις δυο. Παρ’ όλα αυτά αναγνωρίζοντας το έννομο συμφέρον ipso jure στις ΜΚΟ και θέτοντας ως εμπόδιο στην διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών στην ενσωμάτωση της Οδηγίας την επίτευξη του σκοπού της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

Κάτι αντίστοιχο συναντά κανείς και στην Οδηγία 2008/1/ΕΚ για την ολοκληρωμένη πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης, ειδικότερα στο άρθρο 16. Το περιεχόμενο του άρθρου αυτού ταυτίζεται με εκείνο της Οδηγίας που αναλύσαμε παραπάνω. Όπως και εκεί, έτσι κι εδώ κατοχυρώνεται για το «ενδιαφερόμενο κοινό» η πρόσβαση στη δικαιοσύνη για πράξεις ή παραλείψεις των αρχών στην εξέταση των πιθανών εκπομπών και λοιπών περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατά την αδειοδοτική διαδικασία.

Στην μελέτη μας δε θα μπορούσε να παραλειφθεί η Οδηγία 2004/35/ΕΚ για την περιβαλλοντική ευθύνη σε περίπτωση πρόκλησης κάποιας περιβαλλοντικής ζημίας από επιχειρήσεις. Για τις ζημίες αυτές, ορίζει το άρθρο 13 ότι πρέπει μπορούν να προσφύγουν στα δικαιοδοτικά όργανα τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα δικαιώματα, αρκεί να υπάρχει παραβίαση ή επιρροή των δικαιωμάτων τους. Η παραβίαση αυτή πρέπει να προκύπτει από την ζημία, να υπάρχει με άλλα λόγια άμεση συνάφεια μεταξύ της παραβίασης και της ζημίας.

            Μια επιπρόσθετη Οδηγία είναι αυτή για την πρόσβαση στην περιβαλλοντική πληροφορία, η Οδηγία 2003/04/ΕΚ, η οποία με το άρθρο 6 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα με το ανάλογο ενδιαφέρον τη δυνατότητα να προσφύγουν στη δικαιοσύνη αν τους αρνηθούν οι αρμόδιες αρχές την πρόσβαση σε περιβαλλοντική πληροφορία. Η Οδηγία αυτή θεσπίστηκε κατόπιν ενσωμάτωσης της Σύμβασης Άαρχους και ειδικότερα του δεύτερου και του τρίτου πυλώνα της στο ευρωπαϊκό νομικό σκηνικό. 

            Ύστερα από την ανάλυση των διατάξεων σε θεωρητικό επίπεδο, μένει μια πρακτική επισκόπηση της ουσία της δικαστικής αυτής προστασίας. Ποια είναι, επομένως η έννοιά της; Η πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά ζητήματα στόχο έχει να διασφαλίσει ότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να διατάσσουν την αποκατάσταση της τάξης για ενδεχόμενη διασάλευσή της προκληθείσα από σοβαρή περιβαλλοντική βλάβη. Ο δικαστής σε αυτό το επίπεδο, πρέπει να ελέγξει την ενέργεια η την παράλειψη της δημόσιας αρχής που επιλήφθηκε ή όχι της υπόθεσης, ανάλογα με το τι θα εγείρει ο πολίτης ή το νομικό πρόσωπο. Αν το εθνικό δικονομικό ή ουσιαστικό δίκαιο του κράτους μέλους παρεμποδίζει την πρόσβαση αυτή ή την καθιστά υπερβολικά δυσχερή, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να προσφύγει και ενώπιον του Δικαστηρίου της ΕΕ (εφεξής: ΔΕΕ), το οποίο σε πολλές υποθέσεις ενώπιον του έχει αποφανθεί υπέρ της ενδυνάμωσης του δικαιώματος ακρόασης και εν γένει πρόσβασης στη δικαιοσύνη για ζητήματα περιβαλλοντικού χαρακτήρα. Επίσης, στο ΔΕΕ μπορούν να απευθύνουν και τα εθνικά δικαστήρια προδικαστικά ερωτήματα όταν οι υποθέσεις που έρχονται ενώπιον τους αφορούν ζητήματα ενωσιακού δικαίου που χρήζουν ερμηνείας για να επιτευχθεί και μια εναρμονισμένη εφαρμογή στο σύνολο των κρατών μελών. 

            Παρά τον αποσπασματικό του χαρακτήρα, το δίκαιο της ΕΕ έχει δώσει σάρκα και οστά στην δικαστική επιδίωξη της περιβαλλοντικής προστασίας που παρέμενε για πολύ καιρό ένα μη διευθετημένο ζήτημα.

Πηγές:

Ch. Ponchelet, Access to justice in Environmental Matters- Does the European Union Comply with its Obligations? , Journal of Environmental Law, vol. 24, no.2, 2012

Γλ. Σιούτη, Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος, εκδ. Σάκκουλα, 2018

Ευ. Κουτούπα- Ρεγγάκου, Δίκαιο Περιβάλλοντος, εκδ. Σάκκουλα, 2008

B. Καραγεωργίου, Η πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά ζητήματα υπό το πρίσμα της επιρροής της Σύμβασης του Άαρχους και της πρόσφατης νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Περιβάλλον και δίκαιο 2/2013 (έτος 17ο)

J. Ebesson, Access to Justice in Environmental Matters in the EU, Kluwer Law International, 2002

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *