Loading...
Κρίσεις και Ζητήματα Ασφαλείας

9/11, Τρομοκρατία και οργανωμένο έγκλημα

Γράφει ο Σταύρος Μόσχος

Η 11η Σεπτεμβρίου του 2001 αναμφίβολα αποτελεί ημερομηνία-ορόσημο τόσο από ανθρωπιστικής απόψεως, όσο και από την οπτική της διεθνούς ασφάλειας. Το συμβάν στο Παγκόσμιο Κέντρου Εμπορίου, όχι μόνο εξέθεσε και έθιξε την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, αλλά ολόκληρου του δυτικού κόσμου. Ο ορισμός της ασφάλειας και του πολέμου άλλαξε ολοκληρωτικά. Η μετέπειτα αντίδραση της κυβέρνησης του George W. Bush εφαρμόζοντας το αμφιλεγόμενο δόγμα του προληπτικού πολέμου επιβεβαίωσε τις θεμελιώδεις αλλαγές στο διεθνές περιβάλλον. Η συνεχής παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων στο «ναρκοπέδιο» του Αφγανιστάν εδώ και 19 χρόνια, οι τρομοκρατικές ενέργειες του Ισλαμικού Κράτους σε ευρωπαϊκά εδάφη και η πραγματοποίηση βίαιων ενεργειών από μοναχικούς δρώντες σε μεγάλο αριθμό κρατών του δυτικού κόσμου, κάνουν φανερό το γεγονός ότι ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας που κήρυξε η κυβέρνηση των ΗΠΑ το 2001 μαίνεται και δεν ενδέχεται να ολοκληρωθεί σύντομα.  Πλέον η ανάγκη για διεθνή και πολύπλευρη έρευνα και συνεργασία τόσο μεταξύ των κυρίαρχων κρατών, όσο και μεταξύ των θεσμών τους στο όνομα της διεθνούς ασφάλειας είναι επιτακτική. Μετά την 9/11 η διεθνής κοινότητα έσπευσε να δαπανήσει υλικούς και χρηματοοικονομικούς πόρους στη μάχη κατά της τρομοκρατίας χωρίς όμως να δώσει την απαραίτητη βάση στο ενδεχόμενο αλληλοσχετισμού και διασύνδεσης της τρομοκρατίας με έναν άλλο παράγοντα: το οργανωμένο έγκλημα.

            Ως οργανωμένο έγκλημα ορίζεται οποιαδήποτε ομάδα ατόμων ή επιχείρηση που προβαίνει σε εγκληματικές ενέργειες κατά εξακολούθηση προσβλέποντας στη μεγιστοποίηση του οικονομικού κέρδους. Σε κάποιες περιπτώσεις τα μέλη των ομάδων αυτών μοιράζονται έναν ή περισσότερους δεσμούς, ενδεχομένως γεωγραφικούς, εθνικούς ή ακόμα και συγγενικούς. Το οργανωμένο έγκλημα συμπεριλαμβάνει δραστηριότητες όπως εμπόριο ανθρώπων, εμπόριο όπλων, εμπόριο ναρκωτικών ουσιών, παράνομη διασυνοριακή μεταφορά ανθρώπων κ.ά. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο κύριος στόχος των ομάδων οργανωμένου εγκλήματος είναι η μεγέθυνση του οικονομικού τους οφέλους. Εν αντιθέσει, ο στόχος των τρομοκρατικών οργανώσεων στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι πολιτικός. Είτε αφορά στην προώθηση μιας ιδεολογίας, είτε στην αναχαίτιση μιας εχθρικής προς την οργάνωση οντότητας, οι οικονομικοί και υλικοί πόροι αποτελούν το μέσον για την επίτευξη του στόχου και όχι τον ίδιο το στόχο. Στο σημείο αυτό έγκειται ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των δύο παραγόντων. Έχει παρατηρηθεί ότι ποικίλες τρομοκρατικές οργανώσεις όπως η Hezbollah και ο IRA, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις επιχειρησιακές τους ανάγκες προβαίνουν σε δραστηριότητες που εμπίπτουν στον τομέα του οργανωμένου εγκλήματος (καλλιέργεια και εμπόριο ναρκωτικών-ένοπλη ληστεία αντιστοίχως). Επιπρoσθέτως, έχει παρατηρηθεί συνεργασία ομάδων οργανωμένου εγκλήματος με τρομοκρατικές οργανώσεις στον τομέα του εμπορίου ναρκωτικών και συγκεκριμένα της ηρωίνης. Η ναρκωτική ουσία έχει ως αφετηρία το Αφγανιστάν και καταλήγει στη δυτική Ευρώπη μέσω της Βαλκανικής Οδού υπό τον έλεγχο και την προστασία συνδικάτων οργανωμένου εγκλήματος.

            Σύμφωνα με τη Europol, η Ευρώπη αποτελεί πεδίο δράσης για περίπου 3.600 ομάδες οργανωμένου εγκλήματος. Παρά τις συνεχείς προσπάθειες για αντιμετώπιση και λήψη μέτρων αποτρεπτικής φύσεως, οι ομάδες οργανωμένου εγκλήματος έχουν δείξει έντονα στοιχεία προσαρμοστικότητας ανά τα χρόνια. Η παγκοσμιοποίηση και η πολιτική των ανοιχτών συνόρων που εφαρμόζεται σε συγκεκριμένα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ανήκουν στη ζώνη Schengen, παραχωρούν ένα μείζον πλεονέκτημα σε εγκληματικά συνδικάτα για να εκτελέσουν επιχειρήσεις όπως εμπόριο παράνομων όπλων με μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων. Αναλύοντας τη συντονισμένη τρομοκρατική ενέργεια για την οποία ανέλαβε πληρη ευθύνη το Ισλαμικό Κράτος (Daesh) στο Παρίσι το Νοέμβριο του 2015, γίνεται κατανοητός ο ρόλος του οργανωμένου εγκλήματος στο συμβάν. Το βράδυ της Παρασκευής στις 13 Νοεμβρίου του 2015 πραγματοποιήθηκαν ένοπλες επιθέσεις σε έξι διαφορετικά σημεία του Παρισίου σε διάστημα 15 λεπτών. Mερικά από τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι δράστες για την επίτευξη του στόχου τους ήταν αυτόματα όπλα τύπου Kalashnikov (AK-47) και υπεροξείδιο της ακετόνης (TATP), εκρηκτική ύλη που έχει χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς και σε άλλες επιχειρήσεις της οργάνωσης (Mάντσεστερ 2017).  Σύμφωνα με έρευνες που διεξήχθησαν μετά τις επιθέσεις του Παρισίου, οι δρώντες έλαβαν τα όπλα στην κατοχή τους μέσω ενός συνδέσμου που έδρευε στο Βέλγιο. Η μαύρη αγορά όπλων και πυρομαχικών στο Βέλγιο αποτελεί ζήτημα που απασχολεί τόσο τις Ευρωπαϊκές όσο και τις τοπικές αρχές μετά από βίαια περιστατικά όπου τα όπλα είχαν αποκτηθεί παράνομα στο Βέλγιο. Σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, στην περιοχή κυκλοφορούν 630.000-1.100.000 μη καταγεγραμμένα όπλα (2006).  Είναι γεγονός επίσης ότι οι υποθέσεις εύρεσης παράνομων όπλων στο Βέλγιο αυξάνονται ραγδαία ανά τα χρόνια. Ανασταλτικός παράγοντας για τις αρχές αποτελεί η φανερή έλλειψη πληροφοριών και ασφαλών στατιστικών στοιχείων ώστε να υπολογιστεί το ακριβές μέγεθος της αγοράς. Οι κύριοι ενδιαφερόμενοι για την απόκτηση των όπλων ανήκουν σε κύκλους του οργανωμένου εγκλήματος αλλά έχει παρατηρηθεί ότι άτομα που ανήκουν σε τρομοκρατικές οργανώσεις όπως αποσχιστικά κινήματα ή εξτρεμιστικές φονταμενταλιστικές οργανώσεις όπως το Ισλαμικό Κράτος έχουν εμπλακεί στην παράνομη αγορά όπλων ώστε να προβούν σε βίαιες ενέργειες κατά στόχων.

            Αναμφίβολα η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει κάνει φανερή την πρόθεσή της να αντιμετωπίσει τον εξτρεμισμό οποιουδήποτε είδους. Είναι έντονη η ανάγκη για συνδυαστική σκέψη, καθώς η υπερανάλωση πόρων στη μάχη κατά της τρομοκρατίας από τα κράτη της Δύσης έχει καταστήσει τα ίδια ευάλωτα στις ομάδες οργανωμένου εγκλήματος και κατα συνέπεια στην ίδια την τρομοκρατία. Είναι επίσης ανάγκη η λήψη αυστηρότερων μέτρων στον οικονομικό έλεγχο του ιδιωτικού τομέα ώστε να εντοπιστούν παράγοντες που υπονομεύουν τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και τα ευρωπαϊκά ιδεώδη μέσω της χρηματοδήτησης και παροχής πόρων σε ακραία στοιχεία.

            Πηγές: