Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Όψεις του Οθωμανικού Παρελθόντος στην Τουρκική Πολιτική

Γράφει η Κατερίνα Πανταζή

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ιδρύθηκε κατά τα τέλη του 13ου και τις αρχές του 14ου αιώνα στο βορειοδυτικό τμήμα της Μ. Ασίας. Από τον 14ο έως τον 17ο αιώνα, κατάφερε να επεκταθεί και να εδραιώσει την εξουσία της σε γεωγραφικό εύρος που εκτεινόταν στην Ευρωπαϊκή, Ασιατική και Αφρικανική ήπειρο. Το διάδοχο καθεστώς αυτής «ασυνήθιστης», όπως την αποκαλεί ο Donald Quataert, Αυτοκρατορίας ήταν η Τουρκική Δημοκρατία. Η τελευταία, αν και κατά τα πρώτα της χρόνια προσπάθησε να κόψει τους δεσμούς με το οθωμανικό παρελθόν, άρχισε σταδιακά να επαναφέρει και να προβάλλει πτυχές του, άλλοτε έμμεσα και άλλοτε όχι. Το παρόν άρθρο φιλοδοξεί να σκιαγραφήσει αυτή τη σχέση Δημοκρατίας και Αυτοκρατορικού παρελθόντος σε δύο επίπεδα. Από τη μία, θα επικεντρωθεί στα κληροδοτήματα αυτού του παρελθόντος στη πολιτική κουλτούρα της γειτονικής χώρας από την ίδρυση της έως και σήμερα ενώ από την άλλη, στην εργαλειοποίηση του για λόγους εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του ‘60 και έπειτα.

Εξετάζοντας κανείς τις συνέχειες στη πολιτική της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Τουρκίας, θα βρεθεί εμπρός σε δύο βασικούς άξονες: α) την άσκηση εξουσίας και β) τις σχέσεις κοινωνίας-ελίτ. Ως προς το πρώτο, τόσο στο σύγχρονο τουρκικό κράτος όσο και στην Αυτοκρατορία, η εξουσία και κατ’ επέκταση η άσκηση της βρισκόταν πάντα στο πρόσωπο ενός ή ολίγων με την υπόλοιπη κοινωνία να αποκλείεται. Φυσικά, αυτό φαντάζει λογικό για μια αυτοκρατορία, στην οποία η εξουσία συγκεντρώνεται γύρω από το σουλτάνο ή τις γραφειοκρατικές ελίτ. Για ένα κράτος, όμως, το ίδιο σχήμα γίνεται προβληματικό ιδιαίτερα δε, όταν έχει συνέχεια στο χρόνο. Η εξουσία στη Τουρκία συνέχισε, δηλαδή,  καθ’ όλη την πορεία της να ασκείται προσωπικά και σε μεγάλο βαθμό αυταρχικά από τους πολιτικούς της ηγέτες, από τον Ατατούρκ και τον Μεντερές, τον Ντεμιρέλ ως και τον Ερντογάν. Ακόμη και με την εγκαθίδρυση του πολυκομματικού συστήματος μετά το 1945, η κατάσταση βελτιώθηκε μόνο κατ’ επίφαση. Τα κόμματα, εξαιτίας της προβολής των ηγετών τους, έρχονταν πάντα σε δεύτερη μοίρα ενώ η «υποταγή», η προσωποπαγής αφοσίωση σε αυτούς, αντικαθιστούσε κάθε έννοια αξιοκρατίας ή τυχόν αμφισβήτησής τους.

Ως προς το δεύτερο, η διάσταση ελίτ και «απλού λαού», κέντρου και περιφέρειας, που χαρακτήριζε την οθωμανική αυτοκρατορία, συνεχίστηκε για πολλά χρόνια στη γειτονική χώρα. Το γεγονός, μάλιστα, ότι οι ελίτ ανέλαβαν όχι μόνο τη μετάβαση από την Αυτοκρατορία στη Δημοκρατία, αλλά και την εξουσία στο νεοσύστατο κράτος παρήγαγε δύο αποτελέσματα. Πρώτον, έθεσε το λαό για αρκετά χρόνια στο περιθώριο, αφήνοντας τον έκθετο σε ζητήματα κοινωνικά και οικονομικά, που οι κρατικές ελίτ μέσα στη «πλάνη» της πολιτισμικής τους ανωτερότητας και της δυτικής τους προσήλωσης απέτυχαν να διακρίνουν. Δεύτερον, ενέτεινε και διατήρησε για πολλά χρόνια την μεταξύ τους διάσταση και τα αρνητικά συναισθήματα του λαού, ωθώντας τον σε πιο πολωμένα πολιτικά μονοπάτια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι η εκλογή του ΑΚΡ ως το κόμμα των εκπροσώπων του «πραγματικού λαού». Ο ίδιος ο Ερντογάν, μάλιστα, με κάθε ευκαιρία επισημαίνει τις σχέσεις του με τον λαό και την αποστροφή του στις ελίτ. Φυσικά, άλλες εκφάνσεις αυτού του διαχωρισμού εμφανίζονται στις οικονομικές ανισότητες αλλιώς την τάξη, και στην εκπαίδευση. Όλες απότοκα ενός οθωμανικού παρελθόντος που απέδιδε προνόμια στους λίγους και κατέστησε τις ελίτ ένα μισητό συνώνυμο πλούτου, προνομίων και εξουσίας.

Τα παραπάνω, όμως, αποτελούν μόνο κάποια από τα κληροδοτήματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη σύγχρονη Τουρκία και σκιαγραφούν απλώς τη μία όψη του νομίσματος, την αληθινή κληρονομιά αυτού του παρελθόντος. Τι σκιαγραφεί την άλλη; Η απάντηση είναι η εξής: η φαντασιακή κληρονομιά του αυτοκρατορικού παρελθόντος ή άλλως πώς ο τρόπος που αυτό προσλαμβάνεται και εργαλειοποιείται στη Τουρκία έως και σήμερα.

Με την ίδρυση, λοιπόν, της Τουρκικής Δημοκρατίας, το οθωμανικό παρελθόν βρέθηκε γρήγορα στο περιθώριο. Ακόμη και η εθνική ιστοριογραφία επικεντρώθηκε στο προ-ισλαμικό παρελθόν των Τούρκων παρά στις σχέσεις τους με την Αυτοκρατορία. Από την αφάνεια, όμως, και το ανάθεμα της περιόδου Ατατούρκ, εξίσου γρήγορα εμφιλοχώρησε και στην τουρκική πολιτική χωρίς ποτέ να παραμείνει, ουσιαστικά, απλώς ένα κομμάτι της τουρκικής ιστορίας. Βρέθηκε, με άλλα λόγια, να απασχολεί όχι μόνο ιστορικούς αλλά και το δημόσιο λόγο, τη γενικότερη εσωτερική και εξωτερική πολιτική της χώρας (νέο-οθωμανισμός), προβάλλοντας ανάλογα με τα εκάστοτε εθνικά συμφέροντα διαφορετικές εικόνες αυτού του παρελθόντος. Όπως διαβάζουμε στον Wastnidge, τρεις είναι αυτές οι εικόνες της Αυτοκρατορίας: 1) ως κορωνίδα πολιτισμού, 2) ως φιλελεύθερη και πολυπολιτισμική και 3) ως Ισλαμική. Τρεις φαντασιακές προσλήψεις, οι οποίες δεν διαδέχονται η μία την άλλη, αλλά στη πραγματικότητα –ιδίως από τη δεκαετία του ’90 και έπειτα- συνυπάρχουν, ανάλογα με το συνομιλητή και τα συμφέροντα της χώρας.

Πιο συγκεκριμένα, οι πρώτες επίσημες αναφορές των Τούρκων στο οθωμανικό τους παρελθόν, ξεκίνησαν στα τέλη της δεκαετία του ’60 και συνεχίστηκαν με ένα ήπιο χαρακτήρα ως τη δεκαετία του ’80. Ο Σουνάι, για παράδειγμα, το 1967, και αργότερα ο Ντεμιρέλ, το 1975, αναφέρθηκαν σε αυτό το παρελθόν σε μια προσπάθεια «πολιτισμικής ηγεμονίας» στις χώρες της Μέσης Ανατολής. Προέβαλαν, δηλαδή, την πρώτη εικόνα του Wastnidge, στηριζόμενοι στο κοινό πολιτισμό, την ιστορία και τις ευρύτερες αξίες που συνδέουν την Τουρκία με τους εξ’ ανατολών γείτονες της, ιδιαίτερα όταν αυτοί αποτελούσαν τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τη δεκαετία του ’80, οι αναφορές παρέμειναν στο ίδιο επίπεδο με τη μόνη διαφορά ότι πλέον προσανατολίζονταν και προς τη Δύση. Επρόκειτο, ουσιαστικά, για μια προσπάθεια των Τούρκων να επανακαθορίσουν τις πληγείσες μετά το πραξικόπημα σχέσεις τους με την Ευρώπη, τονίζοντας το κοινό παρελθόν τους ως μεγάλες Ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες. Φυσικά, αυτή η ήπια αναφορά στο παρελθόν δεν εξυπηρετούσε μόνο τις σχέσεις με το εξωτερικό αλλά και με το εσωτερικό, αφού τέτοιου είδους αναφορές είτε κινητοποιούσαν τις μάζες είτε νομιμοποιούσαν πολιτικά πρόσωπα και συμπεριφορές. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, η απήχηση του παρελθόντος αυτού σε εθνικιστικές ομάδες νέων καθ’ όλη τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου καθώς και η επισήμανση της κοινής καταγωγής πολιτικών με τους Οθωμανούς ή τους Σελτζούκους από εθνικιστικά και συντηρητικά κόμματα.

Τη δεκαετία του ’90, όμως, παρατηρείται, τόσο για λόγους διεθνείς όσο και εσωτερικούς, η προβολή και της δεύτερης εικόνας. Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού σε Βαλκάνια και Ρωσία, ανάγκασε την Τουρκία να προωθήσει ένα φιλελεύθερο και πολυπολιτισμικό χαρακτήρα για να ανταπεξέλθει γεωστρατηγικά στις νέες συνθήκες. Η τελευταία ανέσυρε στη ρητορική της την πολυεθνική φύση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και πρόβαλλε τον εαυτό της ως κληρονόμο αυτής της φιλελεύθερης διακυβέρνησης, καταφέρνοντας να λύσει τις εντάσεις του Κουρδικού Ζητήματος στα εδάφη της και να προσεγγίσει περιοχές που άλλοτε ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως τα Βαλκάνια. Την εικόνα αυτή διατήρησε με τη σειρά του και το ΑΚΡ κατά την πρώτη περίοδο διακυβέρνησής του, όταν και κρίθηκε από πολλούς ως ένα ριζοσπαστικό κόμμα. Σταδιακά, όμως, άρχισε να προσεγγίζει ολοένα και περισσότερο την Ισλαμική εικόνα της Αυτοκρατορίας και να προβάλλει μια πιο αυταρχική διακυβέρνηση, θυμίζοντας τις πρακτικές του σουλτάνου, Αμπτουλχαμίτ Β’. Στο εξωτερικό το Ισλάμ θεωρήθηκε και προωθήθηκε: α) ως ένα αντίβαρο στη Δύση και τις πολιτικές της και β) ως ένας δίαυλος επικοινωνίας με τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Εκλήφθηκε, δηλαδή, ως ένα «μέσο», το οποίο εν δυνάμει θα καταστήσει τη Τουρκία περιφερειακή δύναμη. Στο εσωτερικό παρά την τυπική εκκοσμίκευση του κράτους, το Ισλάμ κυριάρχησε στο δημόσιο λόγο και στις λαμπρές γιορτές δόξας του Οθωμανικού παρελθόντος. Ουσιαστικά, αποτέλεσε και αποτελεί πηγή νομιμοποίησης της εξουσίας του Ερντογάν και κινητοποίησης των πιστών μαζών, σε βάρος πολλές φορές των θρησκευτικών μειονοτήτων (Αλεβίτες) ή των υποστηρικτών μιας εκκοσμικευμένης διακυβέρνησης.

Εν κατακλείδι,  τα παραπάνω αποτελούν μόνο κάποια από τα σημαντικότερα κληροδοτήματα του αυτοκρατορικού παρελθόντος, τα οποία στο σύνολο τους είναι αδύνατον να προσεγγιστούν σε λίγες μόνο λέξεις. Κληροδοτήματα που αποτυπώνουν τις σχέσεις συνέχειας μεταξύ Δημοκρατίας και Αυτοκρατορίας, τόσο σε πραγματικό όσο και σε φαντασιακό επίπεδο. Ως προς το πρώτο, συναντά κανείς -μεταξύ άλλων- την μορφή εξουσίας και τις σχέσεις κέντρου –περιφέρειας, εξηγώντας, έτσι,  «τραύματα» της σύγχρονής πολιτικής στη γείτονα χώρα, όπως η αυταρχική ηγεσία. Ως προς το δεύτερο, έρχεται αντιμέτωπος με τρεις εικόνες αυτό-προσδιορισμού της Αυτοκρατορίας, εικόνες που γρήγορα απασχόλησαν ή καλύτερα εργαλειοποιήθηκαν από την Τουρκική Πολιτική. Πρόκειται, ουσιαστικά, για πτυχές αυτού του παρελθόντος, οι οποίες, όπως εύστοχα αναφέρει η Fisher Onar, αποτυπώνουν και αιτιολογούν την πορεία της σύγχρονης τουρκικής πολιτικής από τις απαρχές της έως και σήμερα.

Πηγές

Ελληνική

Donald Quataert, “Η Οθωμανική Αυτοκρατορία Οι τελευταίοι αιώνες, 1700-1922”, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2006

Douglas A. Howard, “Η ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας”, ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ-ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΑ, 2019

Ece Temelkuran, “Η «ελίτ» και ο «πραγματικός λαός» στην Τουρκία”, 2016, Διαθέσιμο στο: https://www.kathimerini.gr/world/888336/i-elit-kai-o-pragmatikos-laos-stin-toyrkia/

Ξενόγλωσση

Edward Wastnidge, “Imperial Grandeur and Selective Memory: Reassessing Neo-Ottomanism in Turkish Foreign and Domestic Politics.”, Middle East Critique, 28:1, 7-28, 2019. Διαθέσιμο στο: https://doi.org/10.1080/19436149.2018.1549232

Erken Ali, “Re-imagining the ottoman past in Turkish politics: Past and present.” 15. 171-188, (2013). Διαθέσιμο στο: https://www.researchgate.net/publication/290710401_Re-imagining_the_ottoman_past_in_Turkish_politics_Past_and_present

Heper Metin. “The Ottoman Legacy and Turkish Politics.” Journal of International Affairs 54, no. 1: 63-82, 2000. Διαθέσιμο στο: http://www.jstor.org/stable/24357689

Nora Fisher Onar, “Between Memory, History and Historiography: Contesting Ottoman Legacies in Turkey, 1923-2012”, in Kalypso Nicolaids et al., (eds.) Echoes of Empire: Memory,Identity and Colonial Legacies, London and New York: I.B. Tauris, 2015.

Umut Uzer, “Glorification of the Past as a Political Tool: Ottoman history in contemporary Turkish politics.”, The Journal of the Middle East and Africa, 9:4, 339-357, 2018. Διαθέσιμο στο: https://doi.org/10.1080/21520844.2018.1539063

Yanık, Lerna K. “Bringing the Empire Back In: The Gradual Discovery of the Ottoman Empire in Turkish Foreign Policy.” Die Welt Des Islams 56, no. 3/4 466-88, 2016. Διαθέσιμο στο: http://www.jstor.org/stable/24894002.

Πηγή εξωφύλλου:  Author: thisismiti, Μπλε Τζαμί, διαθέσιμο σε: http://wallpaperswide.com/