Loading...
Uncategorized

Υπόθεση Hirsi Jamaa και Άλλων κατά Ιταλίας (Προσφυγή αριθ. 27765/09)

Γράφει η Κατερίνα Δίπλα

Γενικές Παρατηρήσεις

Στις 23 Φεβρουαρίου 2012, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) απεφάνθη ότι η Ιταλία παραβίασε τις αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σύμφωνα με την υπόθεση «Hirsi Jamaa και Άλλων κατά Ιταλίας». Πρόκειται για μία απόφαση ορόσημο, καθώς προστατεύει όχι μόνο τα δικαιώματα των μεταναστών, αλλά ενισχύει ακόμη περισσότερο τη σημασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γενικότερα, και την προστασία αυτών από τα ίδια τα κράτη. Μια απόφαση η οποία χαρακτηρίστηκε «ιστορική» από τη Διεθνή Αμνηστία, καθώς το ΕΔΑΔ λειτουργεί για ακόμη μία φορά ως καταλύτης όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη πρέπει να κατανοήσουν και να εφαρμόσουν τις υποχρεώσεις τους για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, τα κράτη οφείλουν να συμμορφώνονται με το διεθνές δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ακόμη κι όταν άτομα αναχαιτίζονται σε διεθνή ύδατα, δίνοντάς τους πρόσβαση σε εξατομικευμένες διαδικασίες. Τα άτομα προστατεύονται από τα εχέγγυα που τους παρέχει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και απολαμβάνουν τα θεμελιώδη δικαιώματα δυνάμει αυτής, εφόσον υπάγονται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους. Δεν δικαιολογείται καμία προσφυγή, από την πλευρά των κρατών μελών, σε πρακτικές που είναι αντίθετες με την ΕΣΔΑ, όπως επίσης και η μεταφορά της ευθύνης σε τρίτα κράτη, ακόμη και αν τα πρόσωπα που αιτούνται προστασίας δεν βρίσκονται στην επικράτειά τους. Εν ολίγοις, το δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παρέχει μία ευρύτερη προστασία στα πρόσωπα που χρήζουν διεθνούς προστασίας σε σχέση με το δίκαιο των προσφύγων, ακόμη και στις περιπτώσεις που η παραβίαση της ΕΣΔΑ λαμβάνει χώρα εκτός του ευρωπαϊκού εδάφους.

Το περιεχόμενο της απόφασης

  • Γεγονότα

Οι προσφεύγοντες, έντεκα Σομαλοί υπήκοοι και δεκατρείς υπήκοοι Ερυθραίας, ήταν μέρος μιας ομάδας περίπου διακοσίων ατόμων που εγκατέλειψαν τη Λιβύη, αφού επιβιβάστηκαν σε τρία πλωτά μέσα, προκειμένου να προσεγγίσουν τις Ιταλικές ακτές. Στις 6 Μαΐου 2009, όταν τα πλωτά μέσα βρίσκονταν 35 ναυτικά μίλια νότια της Λαμπεντούζα, δηλαδή εντός της περιοχής αναζήτησης ευθύνης και διάσωσης της Μάλτας, αναχαιτίσθηκαν από τρία πλοία της ιταλικής αστυνομίας και την ακτοφυλακή.

Οι επιβαίνοντες μεταφέρθηκαν στα ιταλικά στρατιωτικά πλοία και επέστρεψαν στην Τρίπολη. Οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι όλα τα προσωπικά τους αντικείμενα κατασχέθηκαν από το στρατιωτικό προσωπικό, συμπεριλαμβανομένων και των εγγράφων αναγνώρισής τους, και δεν υπήρξε καμία ένδειξη για τον προορισμό τους, ούτε έγινε επίσημη διεξαγωγή διαδικασίας αναγνώρισης. Μετά από ταξίδι διάρκειας 10 ωρών, φτάνοντας στο λιμάνι της Τρίπολης, οι μετανάστες παραδόθηκαν στις αρχές της Λιβύης παρά την ένστασή τους.

Στη συνέντευξη τύπου που διεξήχθη στις 7 Μαΐου 2009, ο Ιταλός Υπουργός Εσωτερικών δήλωσε ότι η αναχαίτιση των πλοίων στην ανοιχτή θάλασσα και η επιστροφή των μεταναστών στη Λιβύη ήταν σύμφωνη με τις διμερείς συμφωνίες με τη Λιβύη που τέθηκαν σε ισχύ στις 4 Φεβρουαρίου 2009, σηματοδοτώντας μια σημαντική καμπή για την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης. Ειδικότερα, οι πρώτες επιχειρήσεις push-back ξεκίνησαν τον Μάιο του 2009, οπότε οι ιταλικές παράκτιες αρχές άρχισαν να παρακολουθούν μετανάστες σε διεθνή ύδατα στα ανοιχτά της Λαμπεντούζα και να τους επιστρέφουν συνοπτικά στη Λιβύη. Η νέα στρατηγική οδήγησε σε μεγάλη μείωση των αφίξεων από τη Λιβύη, κατά πέντε φορές το Μάιο του 2009 σε σχέση με το Μάιο του 2008. Χαρακτηριστικά, μεταξύ 6 και 10 Μαΐου 2009, περισσότεροι από 471 παράνομοι μετανάστες αναχαιτίστηκαν στην ανοιχτή θάλασσα και μεταφέρθηκαν στη Λιβύη σύμφωνα με τις εν λόγω διμερείς συμφωνίες. Αν και αυτή η προσέγγιση χαιρετίστηκε ως μεγάλη επιτυχία όσον αφορά την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης, είχε αρνητικά αποτελέσματα καθώς οδήγησε σε παραβίαση του διεθνούς δικαίου και πιο συγκεκριμένα, της υποχρέωσης της μη επαναπροώθησης.

Βάσει πληροφοριών που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο από τους εκπροσώπους των αιτούντων, δύο εξ’ αυτών πέθαναν κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, ενώ μεταξύ Ιουνίου και Οκτωβρίου 2009, ενώ 14 από τους αιτούντες χαρακτηρίστηκαν ως πρόσφυγες από το γραφείο του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

  • Καταγγελίες και διαδικασία

Η υπόθεση ήταν αποτέλεσμα προσφυγής (αριθ. 27765/09) εναντίον της Ιταλικής Δημοκρατίας, με την οποία έντεκα Σομαλοί υπήκοοι και δεκατρείς υπήκοοι Ερυθραίας προσέφυγαν στο ΕΔΑΔ στις 26 Μαΐου 2009, σύμφωνα με το άρθρο 34 της Σύμβασης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών. Βασιζόμενοι στο άρθρο 3 της Σύμβασης, οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι η απόφαση των ιταλικών αρχών να τους προωθήσουν πίσω στη Λιβύη, τούς είχε εκθέσει στον κίνδυνο κακομεταχείρισης εκεί, καθώς και στον κίνδυνο κακομεταχείρισης σε περίπτωση προώθησης πίσω στις χώρες καταγωγής (Σομαλία και Ερυθραία). Παραπονέθηκαν, επίσης, ότι είχαν υποστεί συλλογική απέλαση η οποία απαγορεύεται βάσει του άρθρου 4 του πρωτοκόλλου αριθ. 4 της ΕΣΔΑ, ενώ στηριζόμενοι, τέλος, στο άρθρο 13 της Σύμβασης, διαμαρτυρήθηκαν ότι δεν είχαν την πρέπουσα αποκατάσταση στην Ιταλία.

Η αίτηση κατατέθηκε στο ΕΔΑΔ στις 26 Μαΐου 2009. Η προσφυγή ανατέθηκε στο Δεύτερο Τμήμα του Δικαστηρίου και στις 15 Φεβρουαρίου 2011 η υπόθεση μεταβιβάσθηκε στο τμήμα ευρείας συνθέσεως, όπου αποφασίστηκε ότι θα αποφανθεί ταυτόχρονα επί του παραδεκτού και επί της ουσίας της προσφυγής. Πραγματοποιήθηκε ακρόαση στο Κτήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο στις 22 Ιουνίου 2011.

Το Γραφείο της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το Γραφείο του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, το Κέντρο Συμβουλών σε θέματα Ατομικών Δικαιωμάτων στην Ευρώπη («Κέντρο Aire»), η Διεθνής Αμνηστία και η Διεθνής Ομοσπονδία για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η μη κυβερνητική οργάνωση Human Rights Watch και η Κλινική Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Νομικής Σχολής Columbia ήταν οι οργανισμοί που εξουσιοδοτήθηκαν να παρέμβουν ως τρίτα μέρη (σύμφωνα με το άρθρο 36 § 2 της Σύμβασης).

  • Η κρίση του Δικαστηρίου
    Οι αιτούντες υπάγονται στη δικαιοδοσία της Ιταλίας, σύμφωνα με τις Αρχές του άρθρου 1 της ΕΣΔΑ.

Το άρθρο 1 της Σύμβασης προβλέπει: «Τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν, εις όλα τα εξαρτώμενα εκ της δικαιοδοσίας των πρόσωπα, τα καθοριζόμενα εις το πρώτον μέρος της παρούσης Συμβάσεως δικαιώματα και ελευθερίας».

Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι πράξεις των κρατών μελών που επέφεραν εκτός της επικράτειάς τους, θα μπορούσαν να αποτελέσουν άσκηση δικαιοδοσίας από αυτά. Κάθε φορά που το κράτος, μέσω των αντιπροσώπων του που λειτουργούσαν εκτός της επικράτειάς του, ασκούσε έλεγχο και εξουσία επί ενός ατόμου, και συνεπώς της δικαιοδοσίας του, το κράτος είχε την υποχρέωση να διασφαλίσει τα δικαιώματα βάσει της Σύμβασης σε αυτό το άτομο.

Ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει διαφωνία ότι τα υπό εξέταση γεγονότα συνέβησαν στην ανοιχτή θάλασσα επί στρατιωτικών πλοίων που έφεραν την ιταλική σημαία, ενώ η εναγόμενη κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι τα πλοία της αστυνομίας εσόδων και της ακτοφυλακής ενέπιπταν πλήρως στην ιταλική δικαιοδοσία. Επιπλέον, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι δυνάμει των σχετικών διατάξεων του δικαίου της θάλασσας, ένα πλωτό μέσο που πλέει στην ανοιχτή θάλασσα εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του κράτους του οποίου φέρει τη σημαία, αρχή που συναντάται και στο εσωτερικό δίκαιο και συγκεκριμένα, στο άρθρο 4 του Ιταλικού Κώδικα Ναυσιπλοΐας και δεν αμφισβητείται από την εναγόμενη κυβέρνηση. Κατ’ επέκταση, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι η παρούσα αποτελεί υπόθεση εξωεδαφικής άσκησης δικαιοδοσίας εκ μέρους της Ιταλίας, ικανή να στοιχειοθετήσει την ευθύνη του κράτους σύμφωνα με τη Σύμβαση.

Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αποδεχτεί την αναφορά περί «επιχείρησης διάσωσης στην ανοικτή θάλασσα» ή ότι η Ιταλία είχε ασκήσει ελάχιστο έλεγχο επί των αιτούντων. Χαρακτηριστικά, στην υπόθεση Medvedyev και Άλλων, τα γεγονότα συνέβησαν πάνω στο Winner, ένα πλοίο που έφερε τη σημαία τρίτου κράτους αλλά το πλήρωμά του είχε τεθεί υπό τον έλεγχο του γαλλικού στρατιωτικού προσωπικού. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο εξέτασε τη φύση και το πεδίο εφαρμογής των ενεργειών των Γάλλων αξιωματούχων για να εξακριβώσει εάν ασκούνταν τουλάχιστον de facto συνεχής και αδιάλειπτος έλεγχος από τη Γαλλία πάνω στο Winner και στο πλήρωμά του. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι οι εκδηλώσεις έλαβαν χώρα εξ’ ολοκλήρου σε πλοία των ιταλικών ενόπλων δυνάμεων, τα πληρώματα των οποίων αποτελούνταν αποκλειστικά από ιταλικό στρατιωτικό προσωπικό και οι προσφεύγοντες βρίσκονταν υπό συνεχή και αποκλειστικό de jure και de facto έλεγχο των ιταλικών αρχών. Κατά συνέπεια, οι αιτούντες υπάγονται στη δικαιοδοσία της Ιταλίας κατά την έννοια του άρθρου 1 της ΕΣΔΑ.

  • Σημειώθηκαν 2 παραβιάσεις του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, επειδή οι αιτούντες εκτέθηκαν στον κίνδυνο της κακομεταχείρισης στη Λιβύη και του επαναπατρισμού στη Σομαλία ή την Ερυθραία.

Το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ ορίζει ότι: «Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθή εις βασάνους ούτε εις ποινάς ή μεταχείρισιν απανθρώπους ή εξευτελιστικάς».

Το Δικαστήριο γνώριζε την πίεση που ασκείται στα κράτη λόγω της αυξανόμενης εισροής μεταναστών, το οποίο ήταν ένα ιδιαίτερα περίπλοκο φαινόμενο όταν συνέβαινε δια θαλάσσης, αλλά αυτό δεν θα μπορούσε να απαλλάξει ένα κράτος από την υποχρέωσή του να μην απομακρύνει οποιοδήποτε άτομο που θα διέτρεχε τον κίνδυνο να υποβληθεί σε κακομεταχείριση, εφόσον κάτι τέτοιο απαγορεύεται βάσει του άρθρου 3, στη χώρα υποδοχής. Σημειώνοντας ότι η κατάσταση στη Λιβύη επιδεινώθηκε μετά το κλείσιμο του γραφείου της UNHCR στην Τρίπολη, τον Απρίλιο του 2010, αλλά και λόγω της λαϊκής επανάστασης που ξέσπασε στη συνέχεια στη χώρα και συγκεκριμένα το Φεβρουάριο του 2011, το Δικαστήριο αποφάσισε να περιορίσει την εξέταση της υπόθεσης σε ό, τι αφορούσε την κατάσταση που επικρατούσε στη Λιβύη κατά τον κρίσιμο χρόνο. Σημείωσε δε ότι τα ανησυχητικά συμπεράσματα πολλών οργανισμών σχετικά με τη μεταχείριση των παράνομων μεταναστών επιβεβαιώθηκαν από την έκθεση της Επιτροπής Πρόληψης των Βασανιστηρίων του 2010.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διάφορες εκθέσεις, κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου, η Λιβύη δεν συμμορφωνόταν με κανέναν κανόνα για την προστασία των προσφύγων. Οι παράτυποι μετανάστες και οι αιτούντες άσυλο, μεταξύ των οποίων δεν γινόταν καμία διάκριση στη Λιβύη, συλλαμβάνονταν συστηματικά και κρατούνταν υπό συνθήκες που περιγράφονταν ως απάνθρωπες από παρατηρητές, οι οποίοι μεταξύ άλλων, ανέφεραν περιπτώσεις βασανιστηρίων. Οι παράνομοι μετανάστες διέτρεχαν τον κίνδυνο να επιστρέψουν στις χώρες καταγωγής τους ανά πάσα στιγμή και, εάν κατάφερναν να ανακτήσουν την ελευθερία τους, ζούσαν σε επισφαλείς συνθήκες διαβίωσης, γεγονός που τους καθιστούσε εξαιρετικά ευάλωτους σε ρατσιστικές πράξεις και σε πράξεις ξενοφοβίας. Από την άλλη πλευρά, η ιταλική κυβέρνηση υποστήριζε ότι η Λιβύη ήταν ένας ασφαλής προορισμός για τους μετανάστες και ότι είχε συμμορφωθεί με τις διεθνείς δεσμεύσεις της όσον αφορά το άσυλο και την προστασία των προσφύγων. Ως προς το εν λόγω ζήτημα, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η ύπαρξη εθνικών νόμων και η επικύρωση διεθνών συνθηκών που εγγυώνται τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν αρκούν από μόνα τους για να διασφαλιστεί η επαρκής προστασία έναντι του κινδύνου κακομεταχείρισης, όταν αξιόπιστες πηγές ανέφεραν πρακτικές αντίθετες προς τις αρχές της Σύμβασης.

Επιπλέον, το Δικαστήριο αναφέρει ότι η Ιταλία δεν πρέπει να απεκδύεται των ευθυνών της, βασιζόμενη στις υποχρεώσεις που προκύπτουν από διμερείς συμφωνίες με τη Λιβύη. Η ευθύνη των Συμβαλλομένων Κρατών συνεχίζει να υφίσταται ακόμα και μετά τη δέσμευσή τους βάσει συνθηκών, κατόπιν της έναρξης ισχύος της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων αυτής σχετικά με τα εν λόγω Κράτη, ακόμη και αν στις συγκεκριμένες συμφωνίες υπάρχουν ρητές διατάξεις για την επιστροφή στη Λιβύη μεταναστών που αναχαιτίστηκαν στην ανοιχτή θάλασσα. Όσον αφορά το επιχείρημα της Κυβέρνησης το οποίο βασίζεται στην ύπαρξη γραφείου της UNHCR στην Τρίπολη, το Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν είχε ποτέ αναγνωριστεί από τη Λιβύη και το καθεστώς του πρόσφυγα της UNHCR δεν παρείχε καμίας μορφής εγγυημένη προστασία στα εν λόγω άτομα στη Λιβύη. Συνεπώς, το Δικαστήριο
έκρινε ότι όταν οι αιτούντες είχαν απομακρυνθεί, οι ιταλικές αρχές γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν ότι θα εκτεθούν σε μεταχείριση διαφορετική από την προβλεπόμενη στη Σύμβαση.

Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι οι αιτούντες δεν είχαν υποβάλει ρητά αίτηση ασύλου δεν αναίρεσε την ύπαρξη ευθύνης εκ μέρους της Ιταλίας. Το Δικαστήριο επανέλαβε τις υποχρεώσεις των κρατών που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο για τους πρόσφυγες, συμπεριλαμβανομένης της «αρχής της μη επαναπροώθησης» που επίσης κατοχυρώνεται στο άρθρο 19 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης, σε σχέση με αυτό, ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε σε μια επιστολή της 15ης Μαΐου 2009 του κ. Jacques Barrot, αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπου επεσήμανε τη σημασία της συμμόρφωσης με την αρχή της μη επαναπροώθησης στα πλαίσια των επιχειρήσεων που διεξάγονται στην ανοιχτή θάλασσα από κράτη μέλη της ΕΕ. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν σοβαροί λόγοι που δείχνουν ότι οι προσφεύγοντες κινδύνευαν να έρθουν αντιμέτωποι στη Λιβύη με μεταχείριση αντίθετη με το άρθρο 3. Το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός παράνομων μεταναστών στη Λιβύη αντιμετώπισε την ίδια κατάσταση με τους προσφεύγοντες δεν καθιστά τον εν λόγω κίνδυνο λιγότερο σημαντικό, εφόσον επρόκειτο για αρκετά πιθανό και πραγματικό κίνδυνο.

Βασιζόμενο στα παραπάνω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι με τη μεταφορά των προσφευγόντων στη Λιβύη, οι ιταλικές αρχές οι οποίες γνώριζαν τα εν λόγω γεγονότα, τούς εξέθεσαν σε μεταχείριση που απαγορεύεται από τη Σύμβαση. Ως εκ τούτου, η ένσταση της Κυβέρνησης βάσει της οποίας οι προσφεύγοντες δεν διέπονταν από το καθεστώς του θύματος, πρέπει να απορριφθεί, ενώ προκύπτει το συμπέρασμα ότι υπήρξε παράβαση του άρθρου 3 της Σύμβασης.

  • Υπήρξε παραβίαση του άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου 4 της ΕΣΔΑ

Το άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου υπ’ αριθ. 4, προβλέπει ότι: «Η συλλογική απέλαση αλλοδαπών απαγορεύεται».

Το Δικαστήριο υποχρεώθηκε, για πρώτη φορά, να εξετάσει εάν το άρθρο 4 του πρωτοκόλλου αριθ. 4 εφαρμόστηκε σε μια υπόθεση που αφορά την απομάκρυνση αλλοδαπών σε τρίτο κράτος, που πραγματοποιείται εκτός της εθνικής επικράτειας. Έπρεπε να εξακριβώσει εάν η μεταφορά των προσφευγόντων στη Λιβύη συνιστούσε συλλογική απέλαση κατά την έννοια του άρθρου 4 του πρωτοκόλλου αριθ. 4. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η μετάβαση των προσφευγόντων στη Λιβύη πραγματοποιήθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί καμία μορφή εξέτασης της ατομικής κατάστασης κάθε προσφεύγοντος, παρά μόνο περιορίστηκαν σε επιβίβαση όλων των μεταναστών που είχαν αναχαιτιστεί σε στρατιωτικά πλοία και αποβίβασή τους σε λιβυκό έδαφος. Επιπλέον, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το προσωπικό στα στρατιωτικά πλοία δεν είχε εκπαιδευτεί για τη διεξαγωγή ατομικών συνεντεύξεων και δεν υπήρχαν διερμηνείς ή νομικοί σύμβουλοι. Αυτό είναι αρκετό για το Δικαστήριο ώστε να αποκλείσει το ενδεχόμενο ύπαρξης επαρκών εγγυήσεων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η ατομική κατάσταση του κάθε ενδιαφερόμενου αποτέλεσε στην πραγματικότητα αντικείμενο λεπτομερούς εξέτασης. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η απομάκρυνση των προσφευγόντων είχε συλλογικό χαρακτήρα κατά παράβαση του άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου υπ’ αριθ. 4 της ΕΣΔΑ.

  • Υπήρξε παράβαση του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της Σύμβασης και το άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου 4 της ΕΣΔΑ.

Το άρθρο 13 της Σύμβασης προβλέπει τα εξής: «Παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη παρούση Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των».

Το Δικαστήριο, όπως αναφέραμε παραπάνω, έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επιστροφή των προσφευγόντων στη Λιβύη συνιστά παράβαση του άρθρου 3 της Σύμβασης και του άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου υπ’ αριθ. 4. Οι αιτιάσεις που υποβάλλονται από τους προσφεύγοντες όσον αφορά τα σημεία αυτά είναι, συνεπώς, «συζητήσιμες» για τους σκοπούς του άρθρου 13. Ειδικότερα, η Ιταλική Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι δεν ήταν δυνατή η εκτίμηση των συνθηκών που επικρατούσαν και όσα βίωσαν οι αιτούντες στα στρατιωτικά πλοία και να ακολουθήσει η διαδικασία ταυτοποίησης, καθώς δεν υπήρχε πρόβλεψη για τέτοιες διαδικασίες. Οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι δεν τους δόθηκαν πληροφορίες από το ιταλικό στρατιωτικό προσωπικό και τους άφησαν να πιστέψουν ότι θα μεταφέρονταν στην Ιταλία, χωρίς να τους ενημερώσουν σχετικά με τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί για να αποφευχθεί η επιστροφή τους στη Λιβύη. Αυτή η εκδοχή των γεγονότων, αν και αμφισβητήθηκε από την κυβέρνηση, επιβεβαιώθηκε από μεγάλο αριθμό μαρτυρικών καταθέσεων. Το Δικαστήριο έχει ήδη διαπιστώσει ότι η έλλειψη πρόσβασης στην πληροφόρηση αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για την πρόσβαση στις διαδικασίες ασύλου. Επομένως, οι αιτούντες δεν μπόρεσαν να υποβάλουν τις καταγγελίες τους βάσει του άρθρου 3 της Σύμβασης και του άρθρου 4 του πρωτοκόλλου αριθ. 4 σε αρμόδια αρχή και να λάβουν διεξοδική και αυστηρή αξιολόγηση των αιτημάτων τους πριν την επιβολή του μέτρου απώθησης.

Όσον αφορά το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες θα έπρεπε να είχαν προσφύγει στα ιταλικά ποινικά δικαστήρια κατά την άφιξή τους στη Λιβύη, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, ακόμα κι αν στην πράξη ήταν δυνατή η προσφυγή δυνάμει του ποινικού νόμου κατά του στρατιωτικού προσωπικού του πλοίου, εντούτοις δεν πληρούνταν το κριτήριο του ανασταλτικού αποτελέσματος. Το Δικαστήριο επανέλαβε την απαίτηση που απορρέει από το άρθρο 13 ότι η εκτέλεση ενός μέτρου παραμένει σε περίπτωση που το μέτρο ήταν αντίθετο με τη Σύμβαση και είχε δυνητικά μη αναστρέψιμα αποτελέσματα. Λαμβάνοντας υπόψη τις μη αναστρέψιμες συνέπειες σε περίπτωση που προκύψει κίνδυνος κακομεταχείρισης ή βασανιστηρίων, το ανασταλτικό αποτέλεσμα μιας έφεσης πρέπει να αφορά και εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες ένας αλλοδαπός επιστρέφεται σε ένα κράτος όπου υπήρχαν σοβαροί λόγοι να πιστεύεται ότι αντιμετώπιζε κίνδυνο τέτοιου είδους. Έτσι, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 και το άρθρο 4 του πρωτοκόλλου αριθ. 4. Επομένως, οι προσφεύγοντες δεν μπορούν να κατηγορηθούν ότι δεν εξάντλησαν ορθά τα εθνικά ένδικα μέσα.

Συνολική Αποτίμηση

  • Οι αιτούντες εμπίπτουν στη δικαιοδοσία της Ιταλίας για τους σκοπούς του άρθρου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.
  • Υπήρξαν δύο παραβιάσεις του Άρθρου 3 της Σύμβασης επειδή οι αιτούντες είχαν εκτεθεί στον κίνδυνο κακομεταχείρισης στη Λιβύη και στον επαναπατρισμό στη Σομαλία ή την Ερυθραία.
  • Υπήρξε παραβίαση του άρθρου 4 του πρωτοκόλλου αριθ. 4 της ΕΣΔΑ, καθώς η απομάκρυνση των προσφευγόντων είχε συλλογικού χαρακτήρα.
  • Υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 που εγγυάται την εγχώρια αποκατάσταση για οποιαδήποτε αμφισβητήσιμη καταγγελία παραβίασης της Σύμβασης.
  • Το Δικαστήριο επιδίκασε (i) 15.000 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, ποσό το οποίο έπρεπε να ληφθεί από τους εκπροσώπους εμπιστοσύνης για τους προσφεύγοντες, (ii) 1.575,74 ευρώ, συν τυχόν φόρους που ενδέχεται να βαρύνουν τους προσφεύγοντες, όσον αφορά το κόστος και τις δαπάνες.

Πηγές:

Πηγή Εικόνας: Amnesty International. Διαθέσιμο σε: https://www.amnesty.org/en/latest/news/2012/02/italy-historic-european-court-judgment-upholds-migrants-rights/