Loading...
Uncategorized

Υπόθεση Al-Skeini και άλλων κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ΕΔΔΑ

Γράφει η Κωνσταντίνα Ρουσσίδη

Α. Η ΥΠΟΘΕΣΗ

  1. ΑΠΟΦΑΣΗ με αριθμό προσφυγής 55721/07 (11 Δεκεμβρίου 2007), κατά του Ηνωμένου Βασιλείου και της Βόρειας Ιρλανδίας
  2. Κατατέθηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) δυνάμει του άρθρου 34 της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (εφεξής Σύμβαση) από έξι Ιρακινούς υπηκόους (εφεξής προσφεύγοντες):

κ. Mazin Jum’Aa Gatteh Al-Skeini

κ. Fattema Zabun Dahesh

κ.Hameed Abdul Rida Awaid Kareem

κ. Fadil Fayay Muzban

κ. Jabbar Kareem Ali

Συνταγματάρχης Daoud Mousa

  • Οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι τα περιστατικά των αποθανόντων συγγενών τους εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Ηνωμένου Βασιλείου, και επίσης, ότι δεν υπήρξε αποτελεσματική έρευνα για τους θανάτους τους, κατά παράβαση του άρθρου 2 της Σύμβασης.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Β. ΚΑΤΟΧΗ ΤΟΥ ΙΡΑΚ ΑΠΌ 1 ΜΑΙΟΥ 2003 ΕΩΣ 28 ΙΟΥΝΙΟΥ 2004

Στις 20 Μαρτίου 2003, συνασπισμός ένοπλων δυνάμεων των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου και ορισμένων στρατευμάτων Αυστραλίας, Δανίας και Πολωνίας, εισέβαλαν στο Ιράκ. Μέχρι τις 5 Απριλίου 2003 οι Βρετανοί είχαν καταλάβει την περιοχή «Basrah».

Τα Κράτη του Συνασπισμού των Κατοχικών Δυνάμεων, δημιούργησαν μία προσωρινή Αρχή Δυνάμεων Συνασπισμού (εφεξής ΑΔΣ) για να ενεργεί ως κέντρο διοίκησης έως την ίδρυση Ιρακινής Κυβέρνησης. Η ΑΔΣ είχε επίσης την εξουσία να εκδίδει σχετική νομοθεσία.

Η διοίκηση της ΑΔΣ χωρίστηκε σε περιφέρειες. Η Νότια ΑΔΣ τέθηκε υπό την ευθύνη και τον έλεγχο του Ηνωμένου Βασιλείου [επαρχίες «Al-Basrah», «Maysan», «Thi Qar» και «Al-Muthanna»], με συντονιστή εκ του Ηνωμένου Βασιλείου. Στρατεύματα του Ηνωμένου Βασιλείου αναπτύχθηκαν στην περιοχή με ανατεθειμένες δύο κύριες λειτουργίες.

  1. Διατήρηση της ασφάλειας στην περιοχή της Ν.Α. περιφέρειας και ιδίως στις επαρχίες Al-Basrah και Maysan [περιπολίες, συλλήψεις, αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις, αστυνόμευση πολιτικών διαδηλώσεων, προστασία βασικών υπηρεσιών κοινής ωφελείας και υποδομών και προστασία αστυνομικών τμημάτων]
  2. Υποστήριξη της πολιτικής διοίκησης στο Ιράκ με τη συνεργασία ΑΔΣ και Διοικητικού Συμβουλίου του Ιράκ με την τοπική αυτοδιοίκηση και τη δημιουργία μελλοντικών υποδομών.

Στις 8 Μαρτίου 2004, το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιράκ εξέδωσε Μεταβατικό Διοικητικό Νόμο για το Κράτος του Ιράκ («Law of Administration for the State of Iraq for the Transitional Period»). Αυτό παρείχε προσωρινό νομικό πλαίσιο για τη διοίκηση του Ιράκ αναφορικά με τη μεταβατική περίοδο από 30 Ιουνίου 2004 με την ίδρυση προσωρινής ιρακινής κυβέρνησης και τη διάλυση της ΑΔΣ.

Στις 28 Ιουνίου 2004, μεταβιβάστηκε πλήρως η εξουσία από την ΑΔΣ στην προσωρινή κυβέρνηση και η ΑΔΣ έπαψε να υφίσταται.

Γ. ΟΙ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΕΣ

  1. Ο πρώτος προσφεύγων ήταν ο αδελφός του Hazim Jum’aa Gatteh Al-Skeini («Hazim Al-Skeini»). Ο Hazim Al-Skeini ήταν ένας από τους δύο Ιρακινούς, από τη φυλή «Beini Skein», οι οποίοι πυροβολήθηκαν και σκοτώθηκαν στην περιοχή «Al-Majidiyah» της περιοχής «Basrah» λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 4ης Αυγούστου 2003, από τον λοχία «Α», διοικητή της βρετανικής περιπολίας. Στη δήλωσή του, ο  προσφεύγων δήλωσε ότι κατά την εν λόγω νύχτα μέλη της οικογένειάς του είχαν συγκεντρωθεί σε σπίτι στο Al-Majidiyah για την τελετή κηδείας. Στο Ιράκ είθισται να σημειώνονται πυροβολισμοί στις τελετές. Ο ενάγων δήλωσε ότι είδε τον αδελφό του να πυροβολείται από Βρετανούς στρατιώτες ενώ περπατούσε κατά μήκος του δρόμου προς το σπίτι άοπλος. Το πυρ των στρατιωτών δεν συνοδεύτηκε από σχετική προειδοποίηση.

Σύμφωνα με τη βρετανική πλευρά, η περίπολος πλησιάζοντας πεζή, άκουσε βαρύ πυροβολισμό από διάφορα σημεία στην περιοχή Al-Majidiyah. Όταν εισήλθε στο χωριό, συνάντησε δύο Ιρακινούς άνδρες στο δρόμο. Ο λοχίας Α είδε στο σκοτάδι, ότι ο Ιρακινός ήταν οπλισμένος και στόχευε με το όπλο προς την κατεύθυνσή του αλλά ήταν αδύνατο να διακρίνει τη θέση του δεύτερου Ιρακινού άνδρα. Ο λοχίας ισχυρίστηκε ότι πιστεύοντας ότι η ζωή του και των άλλων στρατιωτών διέτρεχαν άμεσο κίνδυνο άνοιξε πυρ εναντίον των δύο ανδρών χωρίς να δώσει καμία προφορική προειδοποίηση. Την επόμενη μέρα, ο λοχίας Α παρουσίασε γραπτή δήλωση που περιέγραφε το περιστατικό. Ο Ταξίαρχος «Moore» δεν διέταξε περαιτέρω έρευνα.

  • Ο δεύτερος προσφεύγων, η χήρα του «Muhammad Salim» που πυροβολήθηκε και τραυματίστηκε θανάσιμα από τον λοχία Γ λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 6ης Νοεμβρίου 2003, δήλωσε ότι στις 5 Νοεμβρίου 2003 κατά τη διάρκεια του Ραμαζάνι, ο Muhammad Salim επισκέφθηκε τον κουνιάδο του στο σπίτι του στην περιοχή Basrah. Περί τις 11.30 μ.μ. Βρετανοί στρατιώτες εισέβαλαν στο σπίτι, σπάζοντας την μπροστινή πόρτα. Ένας από τους Βρετανούς στρατιώτες ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον σύζυγο της ενάγουσας στο χωλ του σπιτιού και τον πυροβόλησε χτυπώντας τον στο στομάχι. Βρετανοί στρατιώτες τον πήγαν στο τσεχικό στρατιωτικό νοσοκομείο, όπου πέθανε στις 7 Νοεμβρίου 2003.

Σύμφωνα με την βρετανική πλευρά, η περιπολία είχε λάβει πληροφορίες ότι ομάδα βαριά οπλισμένων ανδρών με χειροβομβίδες βρίσκονταν στο εν λόγω σπίτι και η εντολή που έλαβαν ήταν να πραγματοποιηθεί σύντομη έρευνα όπως επίσης και συλλήψεις. Αφού η περίπολος δεν μπόρεσε να εισέλθει στο χώρο χτυπώντας την πόρτα, την έσπασε. Ο λοχίας Γ εισήλθε με δύο στρατιώτες και ισχυρίστηκε ότι άκουσε πυροβολισμό εντός του σπιτιού και ως αποτέλεσμα, μην έχοντας χρόνο για προφορική προειδοποίηση, καθώς η ζωή του ήταν σε άμεσο κίνδυνο με δύο Ιρακινούς να πλησιάζουν από το κάτω μέρος της εσωτερικής σκάλας, πυροβόλησε τον σύζυγο της ενάγουσας και τον χτύπησε στο στομάχι. Στη συνέχεια έστρεψε το όπλο του στον δεύτερο άντρα, του οποίου το όπλο έπεσε κάτω. H οικογένεια της ενάγουσας πληροφόρησε αργότερα την περίπολο ότι ήταν οικογένεια δικηγόρων και η διαμάχη αφορούσε ιδιοκτησίες γραφείων με αποτέλεσμα να υποστούν δύο ένοπλες επιθέσεις, τις οποίες και είχαν αναφέρει στην αστυνομία, τη μία τρεις ημέρες πριν και την δεύτερη, μόλις τριάντα λεπτά πριν την αναγκαστική εισβολή της περιπόλου.

Στις 6 Νοεμβρίου 2003, ο Διοικητής συνέταξε σχετική αναφορά του συμβάντος ισχυριζόμενος ότι η περιπολία είχε παραπλανηθεί από την άλλη πλευρά. Ο συνταγματάρχης Γ, αφού εξέτασε την έκθεση και μίλησε με τον Διοικητή, κατέληξε ότι τηρληθηκαν οι κανόνες εμπλοκής («Rules of Engagement») και δεν απαιτείτο περαιτέρω έρευνα του Τμήματος Ειδικής Έρευνας.

  • Ο τρίτος προσφεύγων ήταν ο χήρος της «Hannan Mahaibas Sadde Shmailawi», η οποία πυροβολήθηκε και τραυματίστηκε θανάσιμα στις 10 Νοεμβρίου 2003 στο Πανεπιστήμιο της Basrah, όπου ο προσφεύγων εργαζόταν ως νυχτερινός αχθοφόρος και ζούσε με τη γυναίκα και την οικογένειά του. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, στις 8 μ.μ. του εν λόγω απογεύματος, ο ίδιος και η οικογένειά του βρίσκονταν στην τραπεζαρία του σπιτιού τους παίρνοντας το δείπνο όταν ξαφνικά υπήρξαν πυροβολισμοί από έξω προς το σπίτι. Σφαίρες χτύπησαν τη γυναίκα του στο κεφάλι και τους αστραγάλους και ένα από τα παιδιά του στο χέρι. Η σύζυγος και το παιδί μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο, όπου το παιδί ανάρρωσε, αλλά η σύζυγος απεβίωσε.

Σύμφωνα με τη βρετανική πλευρά, η σύζυγος του ενάγοντα πυροβολήθηκε κατά τη διάρκεια ανταλλαγής πυρών μεταξύ της βρετανικής περιπολίας και άγνωστων ένοπλων ανδρών. Ο Διοικητής συνέταξε αναφορά συνοδευόμενη από δηλώσεις εμπλεκόμενων στρατιωτών. Αφού εξέτασε την έκθεση και τις δηλώσεις, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τηρήθηκαν οι κανόνες εμπλοκής («Rules of Engagement») και δεν απαιτείτο περαιτέρω έρευνα του Τμήματος Ειδικής Έρευνας.

  • Ο τέταρτος προσφεύγων ήταν ο αδελφός του «Waleed Sayay Muzban» που τραυματίστηκε θανάσιμα στις 24 Αυγούστου 2003 από τον Υποδεκανέα «Σ» στην περιοχή «Al-Maqaal» της Basrah. Στην κατάθεσή του, ο ενάγων δήλωσε ότι ο αδερφός του επέστρεψε στο σπίτι από τη δουλειά του στις 8.30 μ.μ. του εν λόγω απογεύματος, οδηγούσε ένα βαν και κοντά στο μέρος που διέμενε ο ίδιος και ο ενάγων, χωρίς προφανή λόγο το βαν δέχτηκε σωρρεία πυροβολισμών, με αποτέλεσμα ο Waleed να τραυματιστεί θανάσιμα στο στήθος και το στομάχι.

Ο Υποδεκανέας Σ ήταν μέλος της περιπόλου που έκανε έλεγχο περιμετρικά της στρατιωτικής βάσης όταν άρχισε να υποπτεύεται το βαν που είχε κλειστές κουρτίνες στα παράθυρα και κατευθυνόταν προς την περίπολο χωρίς προβολείς. Το όχημα έλαβε σήμα να σταματήσει και ο Υποδεκανέας Σ πλησίασε την πόρτα του οδηγού και χαιρέτησε τον οδηγό (τον αδερφό του ενάγοντα). Ο οδηγός αντέδρασε επιθετικά φωνάζοντας στο πίσω μέρος του οχήματος. Όταν ο Υποδεκανέας Σ προσπάθησε να κοιτάξει στο πίσω μέρος, ο οδηγός τον έσπρωξε μακριά με γροθιά στο στήθος. Στη συνέχεια, ο οδηγός άρπαξε το όπλο του Υποδεκανέα Σ και επιτάχυνε προς την περίπολο. Ο Υποδεκανέας Σ πυροβόλησε στα ελαστικά του οχήματος και καθώς πίστευε ότι η ομάδα του επρόκειτο να δεχτεί επίθεση πυροβόλησε πέντε φορές. Καθώς το όχημα επιτάχυνε, ο Υποδεκανέας Σ πυροβόλησε στο πίσω μέρος του οχήματος και ύστερα από λίγο το όχημα σταμάτησε. Ο οδηγός βγήκε από το όχημα και άρχισε να φωνάζει στους Βρετανούς στρατιώτες. Τον διέταξαν να ξαπλώσει στο έδαφος και στη συνέχεια η περίπολος πλησίασε το όχημα για να ελέγξει για άλλους ένοπλους. Το όχημα αποδείχθηκε άδειο. Ο δε οδηγός είχε τρεις πληγές στην πλάτη και το γοφό του. Του δόθηκαν πρώτες βοήθειες και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο τσεχικό στρατιωτικό νοσοκομείο όπου και πέθανε αργότερα εκείνη ή την επόμενη μέρα. Το Τμήμα Ειδικών Ερευνών ξεκίνησε την έρευνα στις 29 Αυγούστου 2003 ωστόσο ο Υποδεκανέας Σ δεν κλήθηκε να καταθέσει.

Στις 29 Αυγούστου 2003, ο συνταγματάρχης Γ έστειλε την έκθεση σχετικά με το περιστατικό στον Ταξίαρχο Moore και συνέταξε μια επιπλέον έκθεση με ημερομηνία 12 Σεπτεμβρίου 2003 και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν απαιτείτο πλέον έρευνα του Τμήματος Ειδικών Ερευνών.

Μετά από αίτηση του προσφεύγοντα η υπόθεση επανεξετάστηκε από το Τμήμα Ειδικών Ερευνών και αποφασίστηκε επανέναρξη έρευνας. Ανεξάρτητος Ανώτερος Σύμβουλος του Τμήματος ενημέρωσε ότι μπορούσε να αποδειχθεί ότι ο Υποδεκανέας Σ είχε πυροβολήσει για άλλο λόγο πέραν της αυτοάμυνας. Ο φάκελος στάλθηκε στοn Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος αποφάσισε να μην ασκήσει τη δικαιοδοσία του για διάταξη ποινικής δίωξης.

  • Ο πέμπτος προσφεύγων ήταν ο πατέρας του «Ahmed Jabbar Kareem Ali», ο οποίος πέθανε στις 8 Μαΐου 2003, σε ηλικία 15 ετών. Στις 8 Μαΐου 2003 ο γιος του ενάγοντος δεν επέστρεψε στο σπίτι στη 13.30 μ.μ. όπως αναμενόταν. Ο πατέρας αναζήτησε το γιο του στην πλατεία «Al-Saad» όπου του είπαν ότι Βρετανοί στρατιώτες είχαν συλλάβει νωρίτερα την ίδια μέρα Ιρακινούς νεαρούς. Ο ενάγων ενημερώθηκε το επόμενο πρωί από τον Α, έναν νεαρό Ιρακινό, πως ο γιος του και δύο άλλοι Ιρακινοί είχαν συλληφθεί από Βρετανούς στρατιώτες την προηγούμενη ημέρα, ξυλοκοπήθηκαν και πνίγηκαν στα νερά του ποταμού «Shatt Al-Arab». Αρκετές ημέρες αναμονής πέρασαν ώσπου ο προσφεύγων βρήκε το σώμα του γιου του στο νερό, στις 10 Μαΐου 2003.

Ο ενάγων αποφάσισε να θάψει τον γιο του σύμφωνα με την ισλαμική πρακτική. 10 έως 15 ημέρες μετά την κηδεία του γιου του, ο ενάγων συνάντησε αξιωματικούς του Τμήματος Ειδικών Ερευνών και ενημερώθηκε ότι θα ξεκινήσει έρευνα. Οι ερευνητές ξεκίνησαν τη διαδικασία έρευνας στην πλατεία «Al-Saad» τουλάχιστον ένα μήνα μετά το περιστατικό, όπου ανακάλυψαν ρούχα που ανήκαν στον γιο του ενάγοντος. Μετά την περίοδο πένθους 40 ημερών, ο ενάγων συμφώνησε να εκταφεί το σώμα του γιου του για αυτοψία, αλλά δεν ήταν δυνατό να εξακριβωθεί η αιτία του θανάτου. Ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι δεν του δόθηκε ποτέ καμία εξήγηση σχετικά με τα πορίσματα και δεν ενημερώθηκε πλήρως για την πρόοδο της έρευνας και πολλά από τα έγγραφα που του δόθηκαν ήταν στα αγγλικά ή είχαν λανθασμένα μεταφραστεί στα Αραβικά.

Ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι πέρασαν δεκαοκτώ μήνες μετά την εκταφή του σώματος του γιου του κατά τη διάρκεια των οποίων δεν είχε έρθει σε επαφή με τους ανακριτές. Τον Αύγουστο του 2005 ενημερώθηκε ότι τέσσερις στρατιώτες κατηγορήθηκαν για ανθρωποκτονία και θα διεξαχθεί δίκη στην Αγγλία. Το στρατοδικείο δωσιδίκησε μεταξύ Σεπτεμβρίου 2005 και Μαΐου 2006. Μέχρι τότε, τρεις από τους επτά στρατιώτες που είχαν κατηγορηθεί για ανθρωποκτονία είχαν φύγει από το στρατό και άλλοι δύο απουσίαζαν χωρίς άδεια. Ο ενάγων και ο Α έδωσαν αποδεικτικά στοιχεία στο στρατοδικείο τον Απρίλιο του 2006. Ο Α δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει τους κατηγορούμενους, οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν οποιαδήποτε ευθύνη για το θάνατο και αθωώθηκαν επειδή τα αποδεικτικά στοιχεία του Α κρίθηκαν αναξιόπιστα.

  • Ο έκτος προσφεύγων, ήταν ο Συνταγματάρχης της Αστυνομίας της περιοχής «Basrah». Ο γιος του, ο «Baha Mousa», απεβίωσε υπό κράτηση του βρετανικού στρατού, στις 14 Σεπτεμβρίου 2003. Ο γιος του ενάγοντος εργαζόταν ως υπάλληλος υποδοχής στο ξενοδοχείο «Ibn Al-Haitham», της περιοχής Basrah. Νωρίς το πρωί της 14ης Σεπτεμβρίου, ο προσφεύγων πήγε στο ξενοδοχείο για να πάρει τον γιο του από τη δουλειά. Κατά την άφιξή του, παρατήρησε ότι μια βρετανική μονάδα είχε περιβάλει το ξενοδοχείο. Ο γιος του μαζί με άλλους έξι υπαλλήλους, βρίσκονταν ξαπλωμένοι στο πάτωμα της υποδοχής του ξενοδοχείου με τα χέρια πίσω από το κεφάλι. Ο ενάγων εξέφρασε την ανησυχία του στον υπολοχαγό, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι ήταν έρευνα ρουτίνας και θα τελείωνε σε μερικές ώρες. Την τρίτη ημέρα κράτησης του γιου του, μονάδα Βασιλικής Στρατιωτικής Αστυνομίας πληροφόρησε τον ενάγων ότι ο γιος του σκοτώθηκε υπό κράτηση σε βρετανική στρατιωτική βάση της Basrah. Του ζητήθηκε να αναγνωρίσει το πτώμα, το σώμα και το πρόσωπο του οποίου ήταν καλυμμένα από αίμα και μώλωπες, η μύτη ήταν σπασμένη και δέρμα του προσώπου είχε κοπεί. Ένας υπάλληλος του ξενοδοχείου που συνελήφθησαν στις 14 Σεπτεμβρίου 2003 δήλωσε ότι όταν Ιρακινοί κρατούμενοι έφθασαν στη βάση φορώντας κουκούλες, εξαναγκάστηκαν σε τεστ αντοχής, στερήθηκαν φαγητό και νερό, και ξυλοκοπήθηκαν. Ο Baha Mousa μεταφέρθηκε σε άλλο δωμάτιο, όπου ακουγόταν να σφαδάζει.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 2003 το Τμήμα  Ειδικών Ερευνών κλήθηκε να διερευνήσει τον θάνατο. Ο Baha Mousa βρέθηκε να έχει 93 αναγνωρίσιμους τραυματισμούς στο σώμα του και αποδείχτηκε ότι πέθανε από ασφυξία. Οκτώ άλλοι Ιρακινοί υπέστησαν απάνθρωπη μεταχείριση, δύο από τους οποίους χρειάζονταν νοσοκομειακής περίθαλψης. Η έρευνα ολοκληρώθηκε αρχές Απριλίου 2004.

Στις 19 Ιουλίου 2005, επτά Βρετανοί στρατιώτες κατηγορήθηκαν για ανάμειξη σε εγκληματικές πράξεις σχετιζόμενες με το θάνατο του Baha Mousa. Στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, κατά την έναρξη του Στρατοδικείου, ένας από τους στρατιώτες ομολόγησε ένοχος για το έγκλημα πολέμου απάνθρωπης μεταχείρισης αλλά όχι για την ανθρωποκτονία. Στις 14 Φεβρουαρίου 2007 καταδικάστηκαν τέσσερις από τους επτά στρατιώτες και στις 13 Μαρτίου 2007 οι άλλοι δύο στρατιώτες αθωώθηκαν. Σε γραπτή δήλωση που δόθηκε στο Κοινοβούλιο στις 14 Μαΐου 2008, ο Υπουργός Άμυνας ανακοίνωσε ότι θα υπάρξει δημόσια έρευνα σχετικά με το θάνατο του Baha Mousa. Κατά την έκδοση της απόφασης, η έρευνα είχε ολοκληρώσει τις προφορικές ακροάσεις, αλλά δεν είχε ακόμη υποβάλει την έκθεσή της.

Δ. ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ

Το καθήκον διερεύνησης πιθανών παραβιάσεων του δικαιώματος στη ζωή σε καταστάσεις ένοπλων συγκρούσεων και κατοχής σύμφωνα με το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και το Διεθνές Δίκαιο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.

  • Το Άρθρο 121 της Γ’ Σύμβασης της Γενεύης προβλέπει ότι, πρέπει να διεξαχθεί επίσημη έρευνα από τις αρμόδιες δυνάμεις, κατόπιν υποψίας περί ανθρωποκτονίας αιχμάλωτου πολέμου. Το άρθρο 131 της Δ’ σύμβασης της Γενεύης ορίζει ως εξής:

«Κάθε θάνατος ή σοβαρός τραυματισμός ενός κρατούμενο, που προκλήθηκε ή υπάρχει η υποψία ότι προκλήθηκε από έναν σκοπό, έναν άλλο κρατούμενο ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, καθώς και οποιονδήποτε θάνατο του οποίου η αιτία είναι άγνωστη, θα ακολουθείται αμέσως από επίσημη έρευνα από την Κατοχική Δύναμη. Πόρισμα θα αποστέλλεται αμέσως στην Κατοχική Δύναμη. Θα πρέπει να λαμβάνονται τα αποδεικτικά στοιχεία οποιουδήποτε μάρτυρα, και μια έκθεση που θα περιλαμβάνει τέτοια αποδεικτικά στοιχεία να συντάσσεται και να διαβιβάζεται στην εν λόγω δύναμη. Εάν η έρευνα δείχνει την ενοχή ενός ή περισσοτέρων προσώπων, η Κατοχική Δύναμη λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσει τη δίωξη του υπευθύνου ή των υπευθύνων.»

  • Οι Συμβάσεις της Γενεύης επιβάλλουν επίσης υποχρέωση σε κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος να διερευνήσει και να ασκήσει δίωξη για σοβαρές παραβιάσεις των Συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένης της σκόπιμης θανάτωσης προστατευόμενων προσώπων (Άρθρα 49 και 50 της Πρώτης Σύμβασης της Γενεύης, Άρθρα 50-51 της Δεύτερης Σύμβασης της Γενεύης, Άρθρα 129 και 130 της Τρίτης Σύμβασης της Γενεύης, άρθρα 146 και 147 της Τέταρτης Σύμβασης της Γενεύης).
  • Στην έκθεση με αρ. E / CN.4 / 2006/53 σχετικά με τις εξωδικαστικές, συνοπτικές ή αυθαίρετες εκτελέσεις (8 Μαρτίου 2006), ειδικός εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών, Philip Alston, παρατήρησε, σχετικά με το δικαίωμα στη ζωή, και σύμφωνα με το Άρθρο 6 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα σε καταστάσεις ένοπλων συγκρούσεων και κατοχής [«International Covenant on Civil and Political Rights in situations of armed conflict and occupation»]:

«Οι ένοπλες συγκρούσεις και η κατοχή δεν αναιρούν το καθήκον του Κράτους να διερευνήσει και να διώξει παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων […]. Είναι αναμφισβήτητο ότι κατά τη διάρκεια των ένοπλων συγκρούσεων οι περιστάσεις μερικές φορές εμποδίζουν την έρευνα. Τέτοιες περιστάσεις δεν θα αναιρέσουν ποτέ την υποχρέωση διερεύνησης – αυτό θα υπονόμευε το απαραβίαστο του δικαιώματος στη ζωή – αλλά μπορεί να επηρεάσουν τους τρόπους ή τις λεπτομέρειες της έρευνας. Εκτός από το ότι είναι πλήρως υπεύθυνα για τη συμπεριφορά των οργάνων τους, σε σχέση με τις πράξεις των εκπροσώπων τους, τα Κράτη θεωρούνται υπεύθυνα για τη δέουσα επιμέλεια σε ένοπλες συγκρούσεις καθώς και σε περιόδους ειρήνης. Κατά περίπτωση, ένα Κράτος μπορεί να χρησιμοποιήσει λιγότερο αποτελεσματικά μέτρα έρευνας για να ανταποκριθεί σε συγκεκριμένους περιορισμούς. Για παράδειγμα, όταν οι εχθρικές δυνάμεις ελέγχουν τη σκηνή ενός πυροβολισμού, η διεξαγωγή αυτοψίας μπορεί να αποδειχθεί αδύνατη. Ανεξάρτητα από τις περιστάσεις ωστόσο, οι έρευνες πρέπει πάντα να διεξάγονται όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά και να μην περιορίζονται σε απλή τυπικότητα

Ε. Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1. Περί Δικαιοδοσίας

Το Δικαστήριο εκκίνησε από το ότι στις 20 Μαρτίου 2003, το Ηνωμένο Βασίλειο μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και τους εταίρους Συνασπισμού, εισήλθαν στο Ιράκ με σκοπό να εκτοπίσουν το καθεστώς του ιρανικού κόμματος Ba’ath. Ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε κατά την 1η Μαΐου 2003, όταν μεγάλες μαχητικές επιχειρήσεις ολοκληρώθηκαν και οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο έγιναν Δυνάμεις Κατοχής κατά την έννοια του Άρθρου 42 των Κανονισμών της Χάγης.

Το Συμβούλιο Ασφαλείας στο ψήφισμα 1483, που υιοθετήθηκε στις 22 Μαΐου 2003, αναγνώρισε περαιτέρω το ρόλο ασφαλείας που είχαν αναλάβει οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο όταν, κατά παράγραφο 4, κάλεσε τις Δυνάμεις Κατοχής «να προωθήσουν την ευημερία του ιρακινού λαού μέσω της αποτελεσματικής διοίκησης του εδάφους, συμπεριλαμβανομένης ιδίως της προσπάθειας για την αποκατάσταση των συνθηκών ασφάλειας και σταθερότητας…».

Κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου το Ηνωμένο Βασίλειο είχε την ευθύνη διοίκησης του Νοτιοανατολικού τμήματος ΑΔΣ, το οποίο περιλάμβανε την επαρχία Al-Basrah, όπου πέθαναν οι συγγενείς των εναγόντων.

Το ψήφισμα 1546 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, που εγκρίθηκε στις 8 Ιουνίου 2004, ενέκρινε τον «σχηματισμό κυρίαρχης προσωρινής κυβέρνησης του Ιράκ … η οποία θα αναλάβει πλήρη ευθύνη και εξουσία έως τις 30 Ιουνίου 2004 για τη διοίκηση του Ιράκ». Στην περίπτωση αυτή, η κατοχή έληξε στις 28 Ιουνίου 2004.

Υπό αυτές τις περιστάσεις, το Δικαστήριο θεώρησε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν υπόλογο για τα άτομα που βρήκαν τον θάνατο κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

2. Περί παραβίασης του Καθήκοντος Έρευνας

Οι αιτούντες διαμαρτυρήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για μη αποτελεσματική έρευνα για τις δολοφονίες.

Το άρθρο 2 της Σύμβασης, προστατεύει το δικαίωμα στη ζωή και καθορίζει τις συνθήκες κατά τις οποίες μπορεί να δικαιολογηθεί η στέρηση ζωής. Δεν επιτρέπεται παρέκκλιση από το άρθρο 15, «εκτός από θανάτους που οφείλονται σε νόμιμες πολεμικές πράξεις». Το άρθρο 2 καλύπτει τόσο τη σκόπιμη δολοφονία όσο και τις καταστάσεις στις οποίες επιτρέπεται η χρήση βίας που μπορεί να οδηγήσει, ως ακούσιο αποτέλεσμα, στη στέρηση της ζωής.

Η υποχρέωση προστασίας του δικαιώματος στη ζωή βάσει αυτής της διάταξης, σε συνδυασμό με το καθήκον του κράτους κατά άρθρο 1 της Σύμβασης, προϋποθέτει ότι: Θα πρέπει να υπάρχει κάποια μορφή αποτελεσματικής επίσημης έρευνας όταν άτομα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της χρήσης βίας από, μεταξύ άλλων, πράκτορες του Κράτους.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαδικαστική υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 2 εξακολουθεί να ισχύει σε δύσκολες συνθήκες ασφαλείας, ακόμη και σε πλαίσιο ένοπλης σύγκρουσης. Η υποχρέωση του άρθρου 2 να προστατεύει τη ζωή συνεπάγεται ότι, ακόμη και σε δύσκολες συνθήκες ασφάλειας, πρέπει να ληφθούν όλα τα εύλογα μέτρα για να διασφαλιστεί ότι διεξάγεται αποτελεσματική, ανεξάρτητη έρευνα για φερόμενες παραβιάσεις του δικαιώματος στη ζωή.

Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πρακτικά προβλήματα που προκλήθηκαν στις ανακριτικές αρχές όπως η διάσπαση της πολιτικής υποδομής, οι ελλείψεις τοπικών παθολόγων, το εύρος γλωσσικών παρεξηγήσεων μεταξύ των κατοίκων και του τοπικού πληθυσμού και άλλα. Παρ ‘όλα αυτά, το γεγονός ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν κατοχική δύναμη συνεπάγεται ότι η ανακριτική αρχή θα έπρεπε να είναι λειτουργικά ανεξάρτητη. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι το Ειδικό Τμήμα Ερευνών δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως αρκετά ανεξάρτητη αρχή όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 της Σύμβασης, εφόσον συνδεόταν με στρατιώτες που εμπλέκονταν στα γεγονότα.

Συνοπτικά:

1. Στην υπόθεση του πρώτου, δεύτερου και τέταρτου προσφεύγοντα, δεν αμφισβητήθηκε ότι οι συγγενείς τους πυροβολήθηκαν από γνωστούς Βρετανούς στρατιώτες.

2. Στην υπόθεση του τρίτου προσφεύγοντος κατ’άρθρο 2 απαιτείτο έρευνα για τον προσδιορισμό των περιστάσεων των πυροβολισμών, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον ελήφθησαν κατάλληλα μέτρα για την προστασία των αμάχων στην περιοχή.

3. Αναφορικά με τον πέμπτο προσφεύγοντα έγινε αποδεκτό ότι ο γιος απεβίωσε από πνιγμό.

4. Κατέστη σαφές ότι οι έρευνες σχετικά με τη δολοφονία των συγγενών του πρώτου, δεύτερου και τρίτου προσφεύγοντος δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις του άρθρου 2, δεδομένου ότι παρέμειναν εξολοκλήρου στη στρατιωτική διοίκηση και περιοριζόταν στη λήψη δηλώσεων από εμπλεκόμενους στρατιώτες.

5. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αρχική έρευνα για τον πυροβολισμό του αδελφού του τέταρτου προσφεύγοντος ήταν εσφαλμένη λόγω έλλειψης ανεξαρτησίας των αξιωματικών του Ειδικού Ερευνητικού Τμήματος.

6. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι για τον γιο του πέμπτου προσφεύγοντος δεν δόθηκε καμία εξήγηση από την κυβέρνηση σχετικά με τη μεγάλη καθυστέρηση μεταξύ του θανάτου, της έρευνας και εκδίκασης. Η καθυστέρηση υπονόμευσε την αποτελεσματικότητα της έρευνας και δεν θεωρεί ότι η διαδικαστική υποχρέωση του άρθρου 2 έχει εκπληρωθεί. Αν και ο προσφεύγων έλαβε χρηματικό ποσό για τη διευθέτηση της αστικής του αξίωσης, μαζί με την παραδοχή ευθύνης εκ μέρους του Στρατού, δεν υπήρξε πλήρης και ανεξάρτητη έρευνα για τις περιστάσεις του θανάτου του γιου του.

7. Το Δικαστήριο τέλος σημείωσε ότι βάσει νέας δημόσιας έρευνας σχετικά με τις περιστάσεις του θανάτου του γιου του έκτου προσφεύγοντος αποδέχεται την ένσταση της κυβέρνησης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΩΣ ΑΝΩ ΛΟΓΟΥΣ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΜΟΦΩΝΑ ΑΠΟΦΑΝΘΗΚΕ ΟΤΙ:

1. Απορρίπτει τις προκαταρκτικές αντιρρήσεις της Κυβέρνησης αναφορικά με την εξάντληση των εγχώριων ένδικων μέσων,

2. Εγκρίνει το βάσιμο των ερωτήσεων σχετικά με το κατά πόσον οι αιτούντες εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του εναγόμενου Κράτους και κατά πόσον ο πέμπτος και ο έκτος αιτών είχαν ιδιότητα θύματος,

3. Η αίτηση γίνεται δεκτή,

4. Κρίνει ότι οι αποθανόντες συγγενείς των αιτούντων εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του εναγόμενου κράτους και απορρίπτει την προκαταρκτική ένσταση της κυβέρνησης όσον αφορά τη δικαιοδοσία,

5. Θεωρεί ότι ο έκτος αιτών δεν μπορεί πλέον να ισχυριστεί ότι είναι θύμα παραβίασης της διαδικαστικής υποχρέωσης βάσει του άρθρου 2 της Σύμβασης,

6. Κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της διαδικαστικής υποχρέωσης σύμφωνα με το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ σχετικά με τη διεξαγωγή επαρκούς και αποτελεσματικής έρευνας για τον θάνατο των συγγενών των πρώτων, δεύτερων, τρίτων, τέταρτων και πέμπτων αιτούντων και απορρίπτει την προκαταρκτική κυβερνητική ένσταση όσον αφορά τον πέμπτο αιτών.

7. Διατείνεται

(α) ότι το εναγόμενο Κράτος οφείλει να καταβάλει σε καθέναν από τους πέντε πρώτους αιτούντες, εντός τριών μηνών, 17.000 ευρώ (δεκαεπτά χιλιάδες ευρώ) συν τυχόν φόρο (σε λίρες στερλίνας) ·

(β) ότι το εναγόμενο Κράτος οφείλει να καταβάλει από κοινού στους πέντε πρώτους αιτούντες, εντός τριών μηνών, 50.000 ευρώ (πενήντα χιλιάδες ευρώ), συν τυχόν φόρο που ενδέχεται να επιβαρύνει τους αιτούντες και έξοδα (σε λίρες στερλίνας)

(γ) ότι από τη λήξη των προαναφερθέντων τριών μηνών έως τον διακανονισμό, θα καταβληθούν απλοί τόκοι για τα ανωτέρω ποσά με επιτόκιο ίσο με το οριακό επιτόκιο δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά την περίοδο αθέτησης συν τρεις εκατοστιαίες μονάδες ·

8. Απορρίπτει τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των αιτούντων για δίκαιη αποζημίωση.

ΠΗΓΕΣ

  • Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης. (7 Ιουλίου 2011). Al-Skeini και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Αίτηση προσφ. 55721/07, Απόφαση: Στρασβούργο.  Διαθέσιμο σε: https://hudoc.echr.coe.int/fre#{%22itemid%22:[%22001-105606%22]}