Loading...
Uncategorized

Υπόθεση καταβύθισης του Rainbow Warrior

Γράφει η Μύρια Κοτρώτσιου

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες υποθέσεις που έχουν απασχολήσει το Διεθνές Δίκαιο κατά τον 20ό αιώνα, είναι αυτή της καταβύθισης του πλοίου Rainbow Warrior. Όλα ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1985, όταν μια ομάδα από Γάλλους απεσταλμένους στρατιωτικούς  βομβάρδισε και βύθισε το πλοίο της Greenpeace International, Rainbow Warrior, το οποίο βρισκόταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι της Νέας Ζηλανδίας το οποίο ήταν η αιχμή του δόρατος στην προσπάθεια αποτροπής της πυρηνικής δοκιμής που είχε ετοιμάσει η Γαλλία στη γαλλική πολυνησία (Moruroa Atoll). Ένα μέλος του πληρώματος σκοτώθηκε. Από τους Γάλλους απεσταλμένους, ο ταγματάρχης Mafart και η αξιωματικός του στρατού Prieur, συνελήφθησαν στη Νέα Ζηλανδία, κρίθηκαν ένοχοι για ανθρωποκτονία, φθορά ξένης ιδιοκτησίας και βανδαλισμούς και έτσι καταδικάστηκαν από τοπικό δικαστήριο σε 10 χρόνια κάθειρξη. Διαφωνία ηγέρθη μεταξύ της Γαλλίας, η οποία ζητούσε την απελευθέρωση των στρατιωτικών της, και της Ν. Ζηλανδίας, η οποία αιτούνταν αποζημίωση για το συμβάν. Η τελευταία επίσης, ισχυρίστηκε ότι η Γαλλία απειλούσε να διακόψει τις εμπορικές σχέσεις της Ν. Ζηλανδίας με τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, αν δεν ελευθερώνονταν οι δύο καταδικασθέντες.

Οι δύο χώρες αιτήθηκαν να μεσολαβήσει ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, ώστε να προτείνει μια λύση με τη μορφή απόφασης, την οποία και τα δύο μέρη θα αποδέχονταν εκ των προτέρων. Η απόφαση αυτή υποχρέωνε τη Γαλλία να καταβάλει στη Νέα Ζηλανδία, ως αποζημίωση, 7.000.000 $ και να μην προβεί σε καμία ζημιογόνο ενέργεια σε βάρος της σχετικά με τις εμπορικές σχέσεις της με την Ευρώπη. Όσον αφορά τους δύο καταδικασθέντες, η απόφαση προέβλπε ότι θα έπρεπε να αποφυλακιστούν από τη Ν. Ζηλανδία, αλλά για τα επόμενα 3 χρόνια να μεταφερθούν σε μια απομονωμένη στρατιωτική βάση στον Ειρηνικό Ωκεανό. Οι δύο χώρες προχώρησαν στην υπογραφή μιας συμφωνίας, μέσω ανταλλαγής επιστολών, στις 9 Ιουλίου του 1986, η οποία ονομάστηκε ‘’Πρώτη Συμφωνία’’ και προέβλεπε την εφαρμογή της παραπάνω απόφασης του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Σύμφωνα με τους όρους αυτής της ‘’Πρώτης Συμφωνίας‘’ ο ταγματάρχης Mafart και η αξιωματικός του στρατού Prieur έπρεπε να μεταφερθούν στις γαλλικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο νησί Hao για όχι λιγότερο από 3 χρόνια. Τους είχε απαγορευτεί να μετακινηθούν εκτός του νησιού, για οποιονδήποτε λόγο, εκτός εάν υπήρχε η ρητή συναίνεση και των δύο χωρών.

Στην πραγματικότητα, η μεταφορά τους έγινε στις 23 Ιουλίου 1986. Ακολούθησε μια ανησυχία για την κατάσταση της υγείας του Mafart και μια ομάδα Γάλλων ιατρών συνέστησαν τη μεταφορά του στη Γαλλία τον Δεκέμβριο του 1987. Την ίδια στιγμή ζητήθηκε η συμφωνία της Ν. Ζηλανδίας σε αυτή τη διακομιδή, η οποία ωστόσο επιθυμούσε να διαπιστωθεί το επείγον της κατάστασης και από μια δική της ιατρική ομάδα. Η άρνηση της Γαλλίας φάνηκε έμπρακτα όταν απαγόρευσε σε στρατιωτικό  αεροσκάφος που μετέφερε έναν γιατρό από τη Νέα Ζηλανδία, να προσγειωθεί στο νησί Hao, όπου βρισκόταν ο Mafart. Στις 14 Δεκεμβρίου 1987 ο Mafart εγκατέλειψε τη στρατιωτική βάση στο Hao, χωρίς την απαιτούμενη συναίνεση της Ν. Ζηλανδίας και απολαμβάνοντας ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στο Παρίσι, παρέμεινε στη Γαλλία. Όταν τότε τον εξέτασαν και ιατροί από τη Ν. Ζηλανδία, οι ίδιοι συμφώνησαν ότι η εν λόγω διάγνωση δεν θα μπορούσε να γίνει στο Hao, αλλά δεν θεώρησαν και ως επείγουσα την διακομιδή του στο Παρίσι. Επίσης, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η κατάσταση της υγείας του Mafart δεν ήταν τέτοια ώστε να τον εμποδίσει να επιστρέψει στη γαλλική στρατιωτική βάση, μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας του. Η αξιωματικός Prieur επαναπατρίστηκε τον Μάιο του 1988, διότι ήταν έγκυος στο πρώτο της παιδί. Έτσι οι γαλλικές αρχές ζήτησαν τη σχετική συναίνεση της Ν. Ζηλανδίας, η οποία επεσήμανε ξανά την ανάγκη για νέα ιατρική εξέταση από μέρους της. Η Γαλλία την αποδέχθηκε, όμως μία μέρα πριν από την προγραμματισμένη εξέταση, οι γαλλικές αρχές πληροφόρησαν τη Ν. Ζηλανδία ότι ο πατέρας τής αξιωματικού  Prieur πέθαινε από καρκίνο. Χωρίς τη συναίνεση της Ν. Ζηλανδίας, η αξιωματικός του γαλλικού στρατού εγκατέλειψε άμεσα το Hao και δεν επέστρεψε ποτέ πίσω. Η μεταξύ των δύο χωρών συμφωνία του 1986 προέβλεπε ότι σε περίπτωση γέννησης οποιασδήποτε διαφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων χωρών, αυτή θα επιλυόταν μέσω της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Αφού η Ν. Ζηλανδία επικαλέστηκε αυτή την πρόβλεψη, αμφότερες οι χώρες συνήψαν, τον Φεβρουάριο του 1989, την ‘’Συμπληρωματική Συμφωνία’’, ορίζοντας τους τρεις διαμεσολαβητές και ξεκινώντας τη σχετική διαδικασία.

Κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης, η Ν. Ζηλανδία αφενός, ισχυρίστηκε ότι η Γαλλία είχε παραβεί υποχρεώσεις της, οι οποίες πήγαζαν από την ‘’Πρώτη Συμφωνία’’. Η Γαλλία αφετέρου επεσήμανε ότι, μπορεί οι ενέργειές της να μη συμφωνούσαν απόλυτα με τη διμερή συμφωνία, η διεθνής ευθύνη της, όμως, δεν είναι δεδομένη, διότι το διεθνές δίκαιο για την ευθύνη των κρατών ( Draft articles on Responsibility of States for Internationally Wrongful Acts) αναγνωρίζει και ενστερνίζεται τις έννοιες της ανωτέρας βίας, της κατάστασης ανάγκης και της κατάστασης κινδύνου ζωής, με βάση τις οποίες η Γαλλία απαλλάσσεται. Σε μια πρώτη ανάγνωση, θα έλεγε κανείς ότι πληρούνται οι απαραίτητες προυποθέσεις που απαιτούνται σε τέτοιου είδους περιστάσεις, ωστόσο σε μια πιο προσεκτική ανάγνωση η θέση αυτή ανατρέπεται.

Καταρχάς, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Σχεδίου άρθρων για τη Διεθνή Ευθύνη των Κρατών, κάθε διεθνώς άδικη ενέργεια κράτους, όπως και η παραβίαση υποχρέωσης έχει ως συνέπεια τη διεθνή του ευθύνη. Εν προκειμένω κρίθηκε ότι, τόσο το εθιμικό Διεθνές Δίκαιο των συμβάσεων, όσο και οι διατάξεις για τη διεθνή ευθύνη των κρατών, βρίσκουν εφαρμογή εδώ. Το δίκαιο των συμβάσεων, όπως κωδικοποιήθηκε στη Σύμβαση της Βιέννης (1969), περιέχει την αρχή pacta sunt servanta, καθώς και προβλέψεις για τις συνέπειες των υλικών παραβιάσεων και τη λήξη των διακρατικών συμβάσεων. Ωστόσο, το Διεθνές Δίκαιο δεν διακρίνει μεταξύ συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης. Η παραβίαση εκ μέρους ενός κράτους μιας υποχρέωσης , η οποία πηγάζει από οποιαδήποτε αιτία, γεννά ευθύνη του κράτους και πρέπει να αξιολογείται με βάση τις αρχές που τίθενται από το Σχέδιο Άρθρων για την Ευθύνη των κρατών για Διεθνώς  Επιβλαβείς/ Παράνομες Πράξεις.

Όπως ορίζεται στα άρθρα 23, 24 και 25 του  Σχεδίου αυτού της Διεθνούς Επιτροπής Δικαίου, τρεις είναι οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες ένα κράτος που διέπραξε διεθνώς άδικη πράξη, μπορεί να απαλλαγεί: πιο συγκεκριμένα, αυτές είναι η ανωτέρα βία, η κατάσταση κινδύνου ζωής και η κατάσταση ανάγκης αντίστοιχα. Η Γαλλία, δηλαδή, στην εν λόγω υπόθεση ισχυρίστηκε ότι μπορεί να συντρέχει μία από αυτές τις προϋποθέσεις, έτσι ώστε να αρθεί ο άδικος χαρακτήρας της πράξης της.

Όσον αφορά την ανωτέρα βία, αυτή λογίζεται ως περίσταση που αίρει τον άδικο χαρακτήρα μίας ενέργειας, προκειμένου να δικαιολογηθεί ακούσια και αθέλητη συμπεριφορά. Η έννοια αυτή αναφέρεται σε μια ακατανίκητη δύναμη ή σε ένα απρόβλεπτο εξωτερικό γεγονός, το οποίο καθιστά πρακτικά αδύνατη τη συμμόρφωση με το περιεχόμενο της υποχρέωσης, από τη στιγμή που κανείς δεν οφείλει να πράξει το αδύνατο. Δεν δύναται όμως, να γίνει επίκληση της έννοιας της ανωτέρας βίας σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι περιστάσεις απλώς καθιστούν τη συμμόρφωση του κράτους δυσκολότερη ή επαχθέστερη. Έτσι και στην εν λόγω υπόθεση, η τήρηση της διμερούς κρατικής συμφωνίας από μέρους της  Γαλλίας δεν ήταν αδύνατη, απλώς ίσως δυσκολότερη.

Από την άλλη πλευρά, στη διεθνή πρακτική, γίνεται λόγος περί της κατάστασης κινδύνου ζωής συνήθως όταν ανακύπτει η ανάγκη παραβίασης του εναέριου (υποχρεωτική προσγείωση αεροσκάφους) ή το θαλάσσιου χώρου (σε περίπτωση ακραίων καιρικών συνθηκών) ενός κράτους. Ωστόσο, το άρθρο 24 βρίσκει εφαρμογή και σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις όπου πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Διαφέρει όμως, ως προς την εφαρμογή σε σχέση με την περίπτωση της ανωτέρας βίας (άρθρο 23).

Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατάστασης κινδύνου ζωής (άρθρο 24), το όργανο του κράτους διατηρεί τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ είτε μιας συμπεριφοράς μη σύμφωνης με το περιεχόμενο της υποχρέωσης, είτε μιας συμπεριφοράς σύμφωνης με το περιεχόμενο αυτής αλλά που απαιτεί μια θυσία η οποία αδικαιολογήτως ζητείται.  Ωστόσο, αυτή η επιλογή δεν είναι μια «πραγματική ή ελεύθερη επιλογή», δεδομένου ότι το κρατικό όργανο γνωρίζει ότι, αν υιοθετήσει την απαιτούμενη συμπεριφορά σε συμμόρφωση προς την υποχρέωση, τότε το ίδιο ή τα πρόσωπα που είναι υπό την προστασία του θα χαθούν αναπόφευκτα. Σε τέτοιες συνθήκες, η «δυνατότητα επιλογής» μιας πράξης, σύμφωνης με το περιεχόμενο της διεθνούς υποχρέωσης, είναι προφανής (δηλ είναι προφανές ότι δεν υφίσταται πραγματικά τέτοια δυνατότητα). Στην πραγματικότητα, η «δυνατότητα» αυτή έχει ακυρωθεί από την παρούσα κατάσταση κινδύνου. Η τελευταία δεν είναι απαραίτητο να απειλεί αποκλειστικά τη ζωή ενός ατόμου, αλλά και άλλου πέραν της ζωής αγαθού που εμπεριέχει το στοιχείο της σωματικής ακεραιότητας.

Επίσης, η κατάσταση κινδύνου ζωής πρέπει να διακρίνεται από την πιο αμφιλεγόμενη έννοια της κατάστασης ανάγκης. Η κατάσταση ανάγκης, από τη μία πλευρά, αφορά στην παράλειψη μια διεθνούς υποχρέωσης στο βωμό των ζωτικών συμφερόντων ενός κράτους. Από την άλλη πλευρά, ο κίνδυνος ζωής σχετίζεται με μια επιλογή μεταξύ της παράλειψης μιας διεθνούς υποχρέωσης και μιας σοβαρής απειλής για τη ζωή ή την ακεραιότητα ενός κρατικού οργάνου ή των ατόμων που βρίσκονται υπό την εποπτεία του. Να σημειωθεί επίσης, ότι εδώ η έννοια του κινδύνου είναι περιοριστική. Γι’ αυτό το λόγο,  στην περίπτωση των Γάλλων στρατιωτικών, Mafart και Prieur, μπορούσε να βρει εφαρμογή, μόνον εφόσον υπήρχαν επείγουσες ιατρικές ή άλλες περιστάσεις και υπό τον όρο της άμεσης αναγνώρισης της ύπαρξης αυτών, ή εφόσον αποδεικνυόταν ότι αφ’ ης στιγμής έπαψε να υφίσταται η κατάσταση ανάγκης, επετεύχθη η αποκατάσταση στο Hao, ή, τέλος, εφόσον έγινε μια, μετά καλής πίστεως προσπάθεια περί απόκτησης συγκατάθεσης της Νέας Ζηλανδίας, σύμφωνα με τους όρους της ‘’Πρώτης Συμφωνίας’’.

Έτσι, οι  έννομες συνέπειες της παραβίασης μιας συνθήκης, -αφού ληφθούν υπόψη και τυχόν περιστάσεις που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης- και η αποκατάσταση είναι ζητήματα που αφορούν το εθιμικό δίκαιο σχετικά με τη διεθνή ευθύνη των κρατών. Αυτό συμβαίνει γιατί οι γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου, που αφορούν την ευθύνη κράτους, βρίσκουν εφαρμογή και στην περίπτωση παραβίασης συμβατικής υποχρέωσης (την οποία καθιερώνει ορισμένη συνθήκη). ‘Όπως αναφέρθηκε, στο πεδίο του διεθνούς δικαίου δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης κι έτσι κάθε παραβίαση από κράτος οποιασδήποτε υποχρέωσης, γεννά τη διεθνή ευθύνη αυτού και επομένως, την υποχρέωση επανόρθωσης. Η συγκεκριμένη συνθήκη, δηλαδή στην εδώ εξεταζόμενη υπόθεση, η ‘’Πρώτη Συμφωνία’’ μεταξύ Γαλλίας και Ν. Ζηλανδίας, μπορεί ασφαλώς να περιορίσει ή να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του γενικού δικαίου περί διεθνούς ευθύνης, για παράδειγμα εγκαθιδρύοντας ένα ειδικότερο σύστημα επιβολής ποινών.

Το δικαστήριο τελικά, προκειμένου να γεφυρωθούν οι διαφορές μεταξύ των δύο χωρών και να συμφιλιωθούν οι πολίτες αμφοτέρων των κρατών μεταξύ τους, αποφάσισε την καταβολή εκ μέρους της Γαλλίας του ποσού των 2 εκατομμυρίων δολαρίων. Η διαμεσολάβηση, όπως φάνηκε, είχε ως στόχο την προώθηση των φιλικών σχέσεων  μεταξύ των δύο χωρών, αποδεικνύοντας τα οφέλη ενός εναλλακτικού, εξωδικαστηριακού τρόπου επίλυσης των διακρατικών διαφορών.

Βιβλιογραφία