Loading...
Uncategorized

Υπόθεση Εφαρμογής της Σύμβασης για την Πρόληψη και Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας (Βοσνία-Ερζεγοβίνη κατά Σερβίας και Μαυροβουνίου)

Γράφει ο Κωσταντίνος Λαμπράκης

Σύμβαση για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας

Ο όρος γενοκτονία, από το ελληνικό «γένος» και το ρωμαϊκό «cide» (σκοτώνω), εμφανίστηκε στην προσπάθεια του Raphael Lemkin, του πρωτοπόρου θεωρητικού επί του θέματος, να ορίσει τις πράξεις καταστροφής μιας ομάδας  μέσω της διάσπασης των πολιτικών, κοινωνικών, γλωσσικών, θρησκευτικών και εθνικών ιδιομορφιών της, καταλήγοντας έτσι σε διάφορες μορφές γενοκτονίας, την πολιτική, κοινωνική, πολιτιστική, οικονομική, βιολογική, φυσική, θρησκευτική και ηθική γενοκτονία. Κομβικό σημείο αποτέλεσε στο ζήτημα της γενοκτονίας αλλά και γενικότερα στο διεθνές δίκαιο, η Δίκη της Νυρεμβέργης, αφού έθεσε τις βάσεις για την αναγνώριση των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και τη σημασία αυτών, καθώς επίσης την τιμωρία τόσο των κρατών όσο και των ατόμων για τα εγκλήματα αυτά.

Το 1948, με την απόφαση 96 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, υιοθετήθηκε η «Σύμβαση για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας», η οποία τέθηκε σε ισχύ το 1951. Στη Σύμβαση, η γενοκτονία αναγνωρίζεται ως ένα διεθνές έγκλημα και για αυτό τιμωρούμενο είτε σε καιρό ειρήνης είτε σε καιρό πολέμου, που δεν δικαιολογείται ούτε από τη στρατιωτική αναγκαιότητα ούτε από τους σκοπούς του πολέμου. Η τέλεση γενοκτονίας εκδηλώνεται δια του συλλογικού και άνευ διακρίσεως εξανδραποδισμού, όπου ο δράστης δεν ενδιαφέρεται για τα άτομα αλλά για την ιδιότητά του ως μέλος της ομάδας.

Η πράξη της γενοκτονίας εκδηλώνεται με 5 διαφορετικές μορφές: α) το φόνο των μελών μιας ομάδας, β) τη σοβαρή βλάβη της σωματικής και ψυχολογικής τους ακεραιότητας, γ) την εκ προθέσεως υποβολή των μελών σε συνθήκες δυνάμενες να επιφέρουν την ολική ή μερική καταστροφή της ομάδας (μέθοδοι φυσικής γενοκτονίας), δ) την παρεμπόδιση γεννήσεων από τα μέλη της ομάδας και ε) την αναγκαστική μετακίνηση των παιδιών (μέθοδοι βιολογικής γενοκτονίας).

Παράλληλα, η Σύμβαση ξεκαθαρίζει πως υλικό αντικείμενο και φορέας του εννόμου αγαθού είναι η ομάδα, υποκείμενο του εγκλήματος είναι τόσο το κράτος όσο και ο ιδιώτης, καθώς επίσης και τον απαιτούμενο δόλο, το ειδικό αυτό στοιχείο (dolus specialis) πρόθεσης καταστροφής της συγκεκριμένης ομάδας δια των πράξεων που περιγράφονται.

Ιστορικό της Υπόθεσης

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η ανατροπή της ΕΣΣΔ και οι επακόλουθες γεωπολιτικές συνέπειες αποδυνάμωσαν τις σοσιαλιστικές δημοκρατίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Γιουγκοσλαβία, μια πολυεθνική ομοσπονδία που γεννήθηκε από τον κοινό αγώνα των λαών της περιοχής κατά των δυνάμεων του Άξονα και κατάφερε να διατηρηθεί έως και το 1990. Ωστόσο, οι νέες εξελίξεις συνέβαλλαν στις πρώτες αποχωρήσεις από την ενωμένη Ομοσπονδία. Ειδικότερα, στις 6 Μαρτίου του 1992, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη αποφασίζει να αποχωρήσει από τη Γιουγκοσλαβία, ανακηρύσσοντας την ανεξαρτησία της και αφήνοντας στο παλιό κρατικό μόρφωμα μόνο τη Σερβία και το Μαυροβούνιο.

Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, αν και γεωγραφικά αποτελεί ένα προκαθορισμένο πλαίσιο, δημογραφικά είναι ένα απροσδιόριστο ψηφιδωτό. Ο πληθυσμός της χωρίζεται σε Βόσνιους Μουσουλμάνους, οι οποίοι πλειοψηφούν, Βόσνιους Σέρβους που έχουν σημαντική παρουσία στα ανατολικά, εφαπτόμενα με τη «μητέρα» Σερβία εδάφη, και κροατικής καταγωγής πληθυσμούς που βρίσκονται στα κεντρικά και βόρεια. Με την ανεξαρτητοποίηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, οι πληθυσμοί εντός και οι γείτονες εκτός, ξεκινούν έναν αδυσώπητο ανταγωνισμό για την «προστασία» των μειονοτικών ομάδων και των συμφερόντων τους, που καταλήγει σε εμφύλιο πόλεμο. Από το 1992 έως το 1995, στην περιοχή μαίνεται μια αιματηρή σύρραξη που γεννά τη μεγαλύτερη γενοκτονία της Ευρώπης, μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Σέρβοι της Βοσνίας συγκροτούν ένα αυτονομιστικό κράτος, την Republic of Srpska, υποστηριζόμενη και αναγνωριζόμενη μόνο από τη Σερβία. Το νέο αυτό κρατίδιο συγκροτεί επίσημο στρατό για να προστατεύσει τις περιοχές ενδιαφέροντός του, είτε με την εδραίωση της παρουσίας τους είτε με την εξαφάνιση της «αντίπαλης» παρουσίας.

Ο τριετής αυτός πόλεμος άφησε πίσω του δεκάδες εγκλήματα γενοκτονίας και εθνικής κάθαρσης (με πιο γνωστές τη Σρεμπρένιτσα, με την ντροπιαστική ελληνική συμμετοχή ακροδεξιών στοιχείων στους σφαγείς των μουσουλμάνων της περιοχής, την πολιορκία του Σαράγεβο και τον βομβαρδισμό πολιτών στην αγορά Markale), καθώς και ισάξιες καταδικαστικές αποφάσεις που διαμόρφωσαν και εμπλούτισαν τη θεωρητική και νομική επισκόπηση του εγκλήματος της γενοκτονίας και της κρατικής ευθύνης.

Εφαρμογή της Σύμβασης για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας (Βοσνία-Ερζεγοβίνη κατά Σερβίας και Μαυροβουνίου)

I) Προδικαστικά Ζητήματα

Η υπόθεση ξεκινά στις 20 Μαρτίου του 1993, όταν κατατίθεται η αίτηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης στη γραμματεία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, με αίτημα την καταδίκη της Ομοσπονδίας της Γιουγκοσλαβίας για παραβίαση της Σύμβασης για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας, καθώς και άλλων Συμβάσεων, μεταξύ των οποίων και των Συμβάσεων της Γενεύης. Η αίτηση επικαλέστηκε το άρθρο IX της Σύμβασης της Γενοκτονίας, ως βάση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.

Μια αναγκαία παρατήρηση σε αυτό το στάδιο είναι πως η Υπόθεση για την Εφαρμογή της Σύμβασης για την Πρόληψη και Καταστολή της Γενοκτονίας θα πρέπει να διακρίνεται από το ειδικό Διεθνές Δικαστήριο που συγκροτήθηκε για την εκδίκαση και τιμωρία των υπευθύνων για τις πράξεις γενοκτονίας και εθνικής κάθαρσης. Τα δύο αυτά δικαιοδοτικά όργανα αλληλοστηρίζονται και αλληλοσυμπληρώνονται με στοιχεία, μαρτυρίες και δικαστικές εκτιμήσεις-αποφάσεις που συμβάλλουν στην ταχύτερη και ασφαλέστερη έκδοση απόφασης και νομολογιακού υλικού.

Η Υπόθεση για τη Γενοκτονία ξεκινάει επίσημα με την έκδοση της δικαστικής απόφασης επί της αίτησης της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης κατά της Ομοσπονδίας της Γιουγκοσλαβίας, στις 11 Ιουλίου του 1996. Στην απόφαση αυτή, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης απαντά επί των προδικαστικών ζητημάτων του παραδεκτού της αίτησης, της αρμοδιότητας του δικαστηρίου, της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης των δύο πλευρών, καθώς και της κρατικής ευθύνης, ζητήματα που θα αναπτύξει ειδικότερα και στην απόφαση επί της υπόθεσης.

Ένα σημαντικό ζήτημα του τίθεται, προδικαστικά ακόμα, είναι η παθητική νομιμοποίηση της Γιουγκοσλαβίας στην αρχή και της Σερβίας μετέπειτα. Η Σερβία βασίζεται στην επίμονη άρνηση του ΟΗΕ να αποδεχτεί τη Γιουγκοσλαβία-Σερβία ως συνέχεια και διάδοχο των Λαϊκών Δημοκρατιών της Γιουγκοσλαβίας στους κόλπους του. Με ευκαιρία την άρνηση αυτή, δεν αποδέχεται την ευθύνη που ενδεχομένως φέρει το τότε κρατικό μόρφωμα για τις τελεσθείσες πράξεις γενοκτονίας, εάν και εφόσον, φυσικά, αποδειχτεί η τέλεσή τους, ενώ αμφισβητεί ακόμα και την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, αφού τα εναγόμενα κράτη δεν αποτελούσαν τον καιρό του ιστορικού, μέρος της Σύμβασης.

Η Γιουγκοσλαβία, μάλιστα, καταθέτει τον Απρίλιο του 2001 αίτηση στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, αιτούμενο την απόρριψη της υπόθεσης λόγω έλλειψης αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Το δικαστήριο ξεκαθαρίζει πως το έγκλημα της γενοκτονίας είναι ένα διεθνές έγκλημα ιδιαίτερης σημασίας και σοβαρότητας, το οποίο επισύρει ευθύνη ανεξάρτητα από την προσχώρηση ενός μέλους στη Σύμβαση. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου είναι δεδομένη από τη στιγμή που θα υπάρξει μια καταγγελία ενός μέρους για την τέλεση πράξεων γενοκτονίας, ενώ ο δεσμός της Γιουγκοσλαβίας-Σερβίας με το τότε κρατικό μόρφωμα και ειδικότερα με την τέλεση των πράξεων γενοκτονίας είναι ένα ζήτημα προς διερεύνηση που θα μπορεί να απαντηθεί μονάχα μετά την εκδίκαση της υπόθεσης.

II) Κύρια Διαδικασία

Μετά την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής διαδικασίας, το Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση της αίτησης επί της ουσίας. Στις αρχές του 21ου αιώνα, οι δύο χώρες άρχισαν να θάβουν τα εγκλήματα του παρελθόντος, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στην αυξημένη συνεργασία για την ολοκλήρωση της δίκης, η οποία μπαίνει στην τελική ευθεία το 2006.

Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη κατηγορεί τη Γιουγκοσλαβία για συμβολή της σε πράξεις στρεφόμενες κατά των μη-Σέρβων κατοίκων της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, που παραβιάζουν τη Σύμβαση για τη Γενοκτονία, τις Συμβάσεις της Γενεύης, το Πρωτόκολλο της Χάγης, τον Χάρτη του ΟΗΕ, την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τις μεταξύ τους συμφωνίες και τις βασικές αρχές του ανθρωπιστικού δικαίου. Επιπλέον, κατηγορεί το εναγόμενο κράτος για ανάμιξη στα εσωτερικά της και επίθεση δια ένοπλων παραστρατιωτικών τμημάτων. Στην αίτησή της, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη ζητά την καταδίκη της Γιουγκοσλαβίας σε εύλογη αποζημίωση, τη διακοπή των πράξεων γενοκτονίας και εθνικής κάθαρσης (που συντελούνταν ακόμα όταν κατατέθηκε η αίτηση) και εξαίρεση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης από το διεθνώς επιβαλλόμενο και ισχύον εμπάργκο όπλων προς τις εμπλεκόμενες στη σύρραξη πλευρές.

Το Δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση στο μεγαλύτερο μέρος και συγκεκριμένα στις νομικές βάσεις που εκφεύγουν της αρμοδιότητάς του. Η αρμοδιότητά του πηγάζει από τo άρθρο 9 της Σύμβασης της Γενοκτονίας, σύμφωνα με το οποίο το Διεθνές Δικαστήριο δικάζει τα εγκλήματα γενοκτονίας και επομένως οι κατηγορίες και τα αιτήματα της κάθε πλευράς θα πρέπει να βασίζονται και να πηγάζουν αποκλειστικά από τα άρθρα 2, 3 και 5 της Σύμβασης, στα οποία και περιγράφονται οι τρόποι τέλεσης γενοκτονίας. Ένα μεγάλο ζήτημα που τονίζει το Δικαστήριο είναι και ο περιορισμός της «ομάδας», του αντικειμένου του εγκλήματος, καθώς η ομάδα θα πρέπει να ορίζεται θετικά και όχι αρνητικά. Επομένως, η αίτηση δεν μπορεί να αφορά τα τελεσθέντα εγκλήματα επί των μη Σέρβων, αλλά επί μιας συγκεκριμένης εθνικής, θρησκευτικής, φυλετικής ομάδας.

Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη με βάση τις υποδείξεις και τα πορίσματα του Δικαστηρίου μεταβάλλει τη βάση της αίτησής της. Συγκεκριμένα, περιορίζει το αίτημά της στην καταδίκη της Γιουγκοσλαβίας για τέλεση πράξεων γενοκτονίας, όπως ορίζονται στη Σύμβαση και επικουρικά (σε περίπτωση απόρριψης της πρώτης αίτησης) για συνομωσία σε γενοκτονία, για συνεργασία με τις παραστρατιωτικές ομάδες της Republic of Srpska στην τέλεση γενοκτονίας, καθώς επίσης και για τη μη αποτροπή και τιμωρία της τέλεσης αναλόγων πράξεων εναντίον των μη-Σέρβων και κυρίως των Βόσνιων Μουσουλμάνων.

Ειδικότερα, η τελεσθείσα γενοκτονία σύμφωνα με το κατηγορητήριο αφορά:

  1. Φόνος ή/και πρόκληση σοβαρής σωματικής ή διανοητικής βλάβης σε μέλη της ομάδας στην πολιορκία του Σαράγεβο, από το 1992 έως το 1995, στη Σρεμπρένιτσα, στο Foca Kaznen, Prijedor και σε πολλά στρατόπεδα συγκέντρωσης ανά τα κατεχόμενα, από τους Σέρβο-Βόσνιους, εδάφη (Susica Camp, Poprani Dom Camp, Batkovic camp). Το Omarska Camp χαρακτηρίζεται ως το πιο απάνθρωπο μέρος στη Βοσνία, όπου τα βασανιστήρια, οι βιασμοί και οι εκτελέσεις είναι καθημερινό φαινόμενο.
  • Πρόκληση συνθηκών δυνάμενων να επιφέρουν το θάνατο ή καταστροφή, παρεμπόδιση γεννήσεων και μετακίνηση παιδιών, στις προηγούμενες περιπτώσεις όσο και ανά τα κατεχόμενα από τους Σέρβους εδάφη.

Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, ως parens patriae (πατρίδα θυμάτων), ζητά την καταδίκη της Σερβίας σε χρηματική αποζημίωση, έκδοση όλων των ενόχων και εφαρμογή της Σύμβασης. Τέλος, επιφυλάχθηκε για τις υπόλοιπες αξιώσεις της κατά της Γιουγκοσλαβίας, οι οποίες δεν πηγάζουν από τη Σύμβαση για τη Γενοκτονία.

Η Σερβία, αρχικά, αμφισβήτησε την αρμοδιότητα του δικαστηρίου και κυρίως τη θέση της ως εναγόμενη, αφού δεν έγινε ποτέ αποδεκτή ως διάδοχο κράτος της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, στα χρόνια της οποίας συντελέσθηκαν οι αναφερόμενες πράξεις. Επιπρόσθετα, απαντά πως οι πράξεις που αναφέρονται στην αίτηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης δεν διαπράχθηκαν, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που περιγράφονται. Ακόμα και αν διαπράχθηκαν, αποτελούν πράγματι εγκλήματα πολέμου και σοβαρές παραβιάσεις του ανθρωπιστικού δικαίου χωρίς, ωστόσο, να εμπίπτουν στον ορισμό της γενοκτονίας, αφού δεν εμπεριείχαν τον απαραίτητο δόλο και δεν στρέφονταν ενάντια στα μέλη συγκεκριμένης ομάδας.

Επίσης, η Σερβία-Μαυροβούνιο δεν ευθύνονται καθώς οι πράξεις δεν διαπράχτηκαν από όργανα του κράτους, όργανα υπό τις εντολές ή την επιρροή του κράτους, ούτε στην περιφέρειά του, ούτε μάλιστα με κάποιον τρόπο από τον οποίο να προκύπτει ευθύνη του κράτους. Η οικονομική, πολιτική και στρατιωτική συνεργασία της Σερβίας και της Republic of Srpska δεν δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει ένδειξη συνεργασίας, συνέργειας και συνομωσίας για την τέλεση γενοκτονίας μέσω των παραστρατιωτικών οργάνων της τελευταίας. Τέλος, προσθέτει πως η χρηματική αποζημίωση δεν προβλέπεται στην Σύμβαση και επομένως η Γιουγκοσλαβία μπορεί να καταδικαστεί μονάχα σε αναγνώριση της τελεσθείσας γενοκτονίας και δημόσια συγγνώμη.

Παρόλο που το 2000 η Γιουγκοσλαβία έγινε δεκτή στους κόλπους του ΟΗΕ ως νέο κράτος και το 2006 η Σερβία και το Μαυροβούνιο χωρίστηκαν σε χωριστά κράτη, με την πρώτη να αποτελεί διάδοχο της Γιουγκοσλαβίας, το Δικαστήριο αρνήθηκε το αίτημα της Σερβίας για απόρριψη της αρμοδιότητας εκδίκασης της υπόθεσης στη βάση ότι η Σερβία δεν είναι διάδοχος της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου, το συγκεκριμένο ζήτημα απαντήθηκε στο προδικαστικό επίπεδο και εφόσον δεν προκύπτουν νέα στοιχεία και γεγονότα απαγορεύεται η συζήτηση λόγω δεδικασμένου. Άλλωστε, ανεξάρτητα από το επιτρεπτό της προβολής νέων ισχυρισμών επί προδικαστικού ζητήματος, η κατηγορία της Βοσνίας για ένα έγκλημα διεθνούς δικαίου μεγάλης βαρύτητας, όπως η γενοκτονία, γεννά την αρμοδιότητα του δικαστηρίου για την εκδίκαση της υπόθεσης και καταλογισμό της τυχόν ευθύνης που θα προσδιοριστεί κατά την τακτική διαδικασία στη Σερβία. Σύμφωνα, τέλος, με το Δικαστήριο, το Μαυροβούνιο αποτελεί ένα νέο κράτος χωρίς σχέση διαδοχής με τα προηγούμενα κρατικά μορφώματα και δεν αποτελεί πλέον διάδικο μέρος της υπόθεσης.

III) Απόφαση Δικαστηρίου και Νομολογιακή Επιρροή

Το Δικαστήριο, με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που διασταυρώνονταν από πολλές πηγές, εκτιμώντας ελεύθερα τα απαραδέκτως προβαλλόμενα, μη πληρούντα τον όρο αυτό στοιχεία, και αξιοποιώντας τα πορίσματα του ειδικού Ποινικού Δικαστηρίου για τα εγκλήματα στη Γιουγκοσλαβία, κατέληξε στην Απόφαση του Φεβρουαρίου του 2007:

  • Αναγνώρισε τη σοβαρότητα των παραβιάσεων του ανθρωπιστικού δικαίου και των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας που τελέστηκαν στην περιοχή κατά το διάστημα του πολέμου. Η δολοφονία πολιτών στο Σαράγεβο με ελεύθερους σκοπευτές και βομβαρδισμούς που στρέφονται αδιακρίτως κατά αστικών και στρατιωτικών στόχων δεν δικαιολογείται από τη στρατιωτική αναγκαιότητα, ακόμα και αν οι αστικοί στόχοι χρησιμοποιούνταν ως στρατιωτικοί. Τα εγκλήματα, επίσης, που διαπράχθηκαν στη Σρεμπρένιτσα εμπίπτουν εντός του ορισμού της Γενοκτονίας, όπως περιγράφεται στο άρθρο 3, αφού φαίνεται πως υπάρχει ολοκληρωμένο σχέδιο των Σέρβο-Βόσνιων για εξάλειψη του μουσουλμανικού, ειδικά αντρικού, πληθυσμού από την περιοχή.
  • Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν δέχτηκε ως πράξεις γενοκτονίας τη δημιουργία αβίωτων συνθηκών στο υπό πολιορκία Σαράγεβο, τις αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών που προκάλεσε το νεοσύστατο κράτος στα εδάφη που κατέλαβε. Επίσης, για την καταστροφή θρησκευτικών ιστορικών μνημείων των μουσουλμάνων, αποφάσισε πως οι πράξεις απομακρύνονται αρκετά από την ουσία του εγκλήματος της Γενοκτονίας, όπως ξεκαθαρίζεται και από «νομοπαρασκευαστική» επιτροπή της Σύμβασης για τη Γενοκτονία.
  • Ωστόσο, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, με εξαίρεση τη Σρεμπρένιτσα, από τις πράξεις των παραστρατιωτικών οργάνων δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη του ειδικού στοιχείου δόλου (dolus specialis), που προβλέπεται στο άρθρο 2, και απαιτείται για να χαρακτηριστούν οι πράξεις ως πράξεις γενοκτονίας, αφού ελλείπει ο ειδικός σκοπός, οι πράξεις δηλαδή να στρέφονται συγκεκριμένα ενάντια στην ομάδα των Βόσνιων Μουσουλμάνων. Απαντώντας, μάλιστα, στον ισχυρισμό της Βοσνίας ότι αν και ελλείπει ο ειδικός σκοπός, ο δόλος για τέλεση γενοκτονίας αποδεικνύεται από το μοτίβο των πράξεων (pattern of act), το Δικαστήριο ξεκαθάρισε πως ο ειδικός δόλος απαιτεί να αποδεικνύεται αδιαμφισβήτητα για να γίνεται λόγος για γενοκτονία.
  • Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις αυτές, δεν αποδεικνύεται ότι τα υποκείμενα τέλεσης των εγκλημάτων αποτελούν όργανα της Σερβίας ή συνεργάζονται ή καθοδηγούνται ή επηρεάζονται από αυτήν ή συνωμοτούν με αυτήν, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να αποδοθούν οι πράξεις αυτές στη Σερβία με κανέναν από τους τρόπους τέλεσης του εγκλήματος της γενοκτονίας.
  • Επομένως, στις περιπτώσεις που αναφέρει η αιτούσα, ακόμα και στην αναγνωρισμένη ως γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα, η Σερβία δεν συνέβαλλε με κανένα, από τους προβλεπόμενους  στα άρθρα 2 και 3 της Σύμβασης, τρόπο, ούτε είχε τον απαραίτητο δόλο για την τέλεση γενοκτονίας, παρά τη συνεργασία των στρατιωτικών σωμάτων της χώρας με το στρατό της Republic of Srpska.
  • Πάντως, η Σερβία κρίνεται ένοχη όσον αφορά τη μη αποτροπή και μη τιμωρία των ενόχων για τέλεση γενοκτονίας, με την μη έκδοση και φυγάδευση των κατηγορουμένων αλλά και τη μη τιμωρία τους από τα εθνικά δικαστήρια, υποχρεώσεις που πηγάζουν από το άρθρο 5 της Σύμβασης. Ωστόσο, η παραβίαση αυτή της συνθήκης δεν αποτελεί τέλεση γενοκτονίας και σίγουρα δεν επισύρει καταδίκη σε αποζημίωση παρά μόνο σε συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις της για τιμωρία-έκδοση των ενόχων και συνεργασία με τα δικαιοδοτικά όργανα εκδίκασης των υποθέσεων αυτών.

Με την απόφαση αυτή, το δικαστήριο συνέβαλλε στη διαμόρφωση δύο βασικών νομολογιακών κανόνων αναφορικά με το ανθρωπιστικό δίκαιο και την ερμηνεία της Σύμβασης για την Γενοκτονία:

  • Πρώτον, η ευθύνη για τέλεση πράξεων γενοκτονίας δεν περιορίζεται μονάχα στα άτομα-ιδιώτες, όπως αφήνεται να εννοηθεί από το άρθρο 4 της Σύμβασης, αλλά μπορεί να επεκταθεί και στα κράτη, η ευθύνη των οποίων σε καμία περίπτωση δεν περιορίζεται στην αποτροπή/μη τιμωρία της τέλεσής τους. Αντίθετα, μπορεί ευθέως και το ίδιο το κράτος να τιμωρηθεί για τη συμμετοχή σε τέλεση γενοκτονίας με τους τρόπους που προβλέπονται και για την τέλεσή τους από ιδιώτες. Η απόδοση της ευθύνης μάλιστα στο κράτος είναι ανεξάρτητη από την απόδοση ευθυνών σε ιδιώτες. Για να κατηγορηθεί, όμως, απαιτείται ο ειδικός δόλος.
  • Το δεύτερο ζήτημα που αναδείχτηκε είναι ο ιδιαίτερος σκοπός (dolus specialis), το ειδικό στοιχείο δόλου που απαιτείται για να ενεργοποιείται ο ορισμός της γενοκτονίας. Οι πράξεις γενοκτονίας αποτελούν σοβαρά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τα οποία όμως αποτελούν το έγκλημα της γενοκτονίας μόνο όταν αποδεικνύεται ο ιδιαίτερος σχεδιασμός τους ώστε να στρέφονται κατά της συγκεκριμένης ομάδας και να επιδιώκουν τον αφανισμό και εξάλειψη της ομάδας αυτής.

Πηγές:

Πηγή Εικόνας: History.com:https://www.history.com/topics/1990s/bosnian-genocide