Loading...
Κρίσεις και Ζητήματα Ασφαλείας

Υεμένη: “Dancing on the heads of snakes”

Γράφει η Αναστασία Ελευθερία Κολυβά

Τρέχουσα κατάσταση στην Υεμένη

O άλλοτε Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Υεμένης, Ali Abdullah Saleh, είχε κάποτε πει ότι το να εξουσιάζει την Υεμένη είναι σαν τον «χορό στα κεφάλια των φιδιών» (dancing on the heads of snakes). Αυτό είναι βέβαια ολοφάνερο από τις τεράστιες διαστάσεις  που ο εμφύλιος πόλεμος έχει λάβει, καθώς τα τελευταία χρόνια η Υεμένη έχει αποτελέσει θέατρο παραλόγου, πεδίο εμπλοκής πολλαπλών δρώντων και σύγκρουσης αντιμαχόμενων συμφερόντων, καταλήγοντας σε μια ατέρμονη διαμάχη και στη χειρότερη ανθρωπιστική κρίση της ανθρωπότητας.

Ποικίλοι παράγοντες συνέβαλλαν στην κατάλυση της εσωτερικής τάξης της Υεμένης, προλειαίνοντας το έδαφος για την έξαρση του πολέμου. Σε αυτούς πρέπει να συμπεριλάβουμε τις έντονες φυλετικές και εθνικές διχόνοιες, τις ιδιαίτερες αντιθέσεις μεταξύ της Βόρειας και της Νότιας Υεμένης, τη διάχυτη θεσμική αστάθεια, το εκτεταμένο εμπόριο όπλων, τη διαφθορά, τις δράσεις της ΑQAP (τρομοκρατική, ισλαμική ομάδα που ενεργεί στην Αραβική Χερσόνησο και είναι τμήμα του δικτύου της τρομοκρατικής οργάνωσης της Αλ Κάιντα) και πρωτίστως των Houthis, των οποίων η μακροτενής σύγκρουσή τους με την κυβέρνηση του Ali Abdullah Saleh, αποτελεί τον βασικό πυρήνα αντιπαράθεσης της επικείμενης διαμάχης. Ημερομηνία ορόσημο για την επιτάχυνση των εξελίξεων που οδήγησαν στην έναρξη του πολέμου αποτέλεσε το έτος 2011 και συγκεκριμένα οι εκρηκτικές εξεγέρσεις της Αραβικής Άνοιξης, δηλαδή του λαϊκού κινήματος οργής και διαδηλώσεων που καταδίκαζε τον αυταρχισμό των καθεστώτων και ζητούσε δημοκρατικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις, ταρακουνώντας τις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Εξαιτίας αυτής της επίμονης λαϊκής δυσαρέσκειας για τις αυταρχικές και αντιδημοκρατικές πρακτικές της κυβέρνησης, ο πρόεδρος Ali Abdullah Saleh υποχρεώθηκε να μεταβιβάσει την εξουσία του, τον Φεβρουάριο του 2012, στον αντιπρόεδρο Abdrabbuh Mansur Hadi, ο οποίος όμως δεν κατάφερε να υλοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις στους τομείς της δημοκρατίας και της ασφάλειας, όπως είχε προαναγγείλει, ούτε να προτείνει βιώσιμες λύσεις για τα θέματα που αποσταθεροποιούσαν την εσωτερική συνοχή του έθνους, οξύνοντας τις αντιδικίες με τους Houthis. Οι  τελευταίοι, Ζαϊντί ομάδα και περιθωριοποιημένοι επαναστάτες στο βόρειο τμήμα της χώρας που εκπροσωπούν το 35% με 40% του πληθυσμού, επιθύμησαν την απόκτηση περισσότερων γεωπολιτικών οφελών και την εκθρόνιση του κύριου αντίπαλου τους, του Abdrabbuh Mansur Hadi. Kατόρθωσαν να επεκτείνουν την εδαφική τους επιρροή προς τα νοτιοδυτικά, κατακτώντας την πρωτεύουσα Σαναά, τον Ιανουάριο του 2015, αναγκάζοντας τον πρόεδρο Hadi να αναζητήσει καταφύγιο στην Riyadh, την πρωτεύουσα της Σαουδικής Αραβίας. Τον Μάρτιο του 2015, ένας συνασπισμός αραβικών και σουνιτών κρατών με επικεφαλής τη Σαουδική Αραβία εξαπέλυσαν την πρώτη αεροπορική επίθεση εναντίον των Houthis. Αυτό αποτέλεσε την πρώτη πράξη ενός σύνθετου και αιματηρού εμφυλίου πολέμου και εγκαινίασε μια νέα εποχή δεινών για τη φτωχότερη χώρα του Αραβικού Κόσμου.

Υπό το πρίσμα του εξωτερικού παρατηρητή, βλέπουμε ότι οι  κύριοι λόγοι διαιώνισης της αντιπαράθεσης είναι η βιαιότητα σε εσωτερικό και εξωτερικό επίπεδο, καθώς και η συμμετοχή ποικίλων παραγόντων. Συγκεκριμένα, δεν αποτελεί μια διμερής αντιπαράθεση, αλλά ένα πεδίο αλληλεπίδρασης διαφορετικών πολιτικών, στρατιωτικών, φυλετικών και θρησκευτικών κέντρων εξουσίας. Όσον αφορά τα συγκρουόμενα πολιτικά, οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα, ο πρόεδρος Hadi επιθυμεί την ανάληψη της κεντρικής πολιτικής εξουσίας από τον ίδιο και πρωτίστως την καταπολέμηση των  Houthis. Στο εξωτερικό επίπεδο, στηρίζεται από τη Σαουδική Αραβία, η οποία έχει να προωθήσει τη δικιά της πολιτική agenda στην περιοχή. Ο  Mohammed bin Salman bin Abdulaziz al-Saud (Πρίγκιπας της Σαουδικής Αραβίας που υπηρετεί ως αναπληρωτής πρωθυπουργός, υπουργός αμύνης, ενώ συγχρόνως αποτελεί τον κληρονόμο του θρόνου), εποφθαλμιώντας την ηγεμονική θέση στην Αραβική Χερσόνησο, τάσσεται σθεναρά κατά του χουθικού κινήματος και της εξάπλωσης του κατεξοχήν εχθρού της Σουνιτικής Σαουδικής Αραβίας, το σιιτικό Ιράν, το οποίο θεωρείται ότι επανδρώνει τους επαναστάτες. Παράλληλα, τα στρατηγικά ενδιαφέροντα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, μιας εκ των κεντρικών χωρών της συμμαχίας, επικεντρώνονται περισσότερο στην ισχυροποίηση της νότιας Υεμένης, στην οποία διαθέτουν στρατιωτικές δυνάμεις και του Νότιου Μεταβατικού Συμβουλίου που χαρακτηρίζεται από αποσχιστικές τάσεις (τον Απρίλιο του 2020 οι αποσχιστές ανακοίνωσαν το αυτοδιοίκητο της Νότιας Υεμένης), καθώς και στον έλεγχο του λιμανιού της Aden και την καταπολέμηση της AQAP. Σε αυτό το σημείο να αναφερθεί ότι δυτικά κράτη, όπως οι ΗΠΑ, προστρέχουν στο πλευρό της Riyadh, παρέχοντας υλικοτεχνικό και στρατιωτικό υλικό, στρατιωτική εκπαίδευση και υπηρεσίες πληροφοριών με σκοπό να ισχυροποιήσουν τη θέση της Σαουδικής Αραβίας και να περιορίσουν την επιρροή του Ιράν και των Houthis.  Από την άλλη, οι Houthis που είχαν ενώσει τις δυνάμεις τους με τον Saleh (δολοφονήθηκε το2017, τερματίζοντας την εφήμερη συμμαχία τους) με την υποστήριξη της Τεχεράνης και εμφορούμενοι από εχθρότητα κατά των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σαουδικής Αραβίας, επιδιώκουν μεγαλύτερη αυτονομία και εξουσίες στην Ερυθρά Θάλασσα και στη διαχείριση των πετρελαιοπαραγωγικών  πηγών της χώρας.  

Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε τις έντονες ζυμώσεις που υφίσταται η Υεμένη στο εσωτερικό της. Ανομοιογενείς φυλετικές ομάδες, λαθρέμποροι παράνομων όπλων, Σαλαφιστές, Σουνίτες, αποσχιστές που δρουν στο νότιο τμήμα της χώρας και ισλαμιστές εξτρεμιστές της ΑQAP αλλά και του ISIS, μάχονται για την κατανομή της εξουσίας και τον έλεγχο των εδαφών, ενισχύοντας το πολιτικό και στρατιωτικό κενό και τη διάχυτη ανισορροπία, δυσχεραίνοντας την ήδη επιβαρυμένη κατάσταση. Αναμφισβήτητα, λοιπόν, η πολυπλοκότητα αυτή και οι ακραίες βιαιότητες που εφαρμόζονται από όλες τις πλευρές καθιστούν δυσχερείς τις προσπάθειες επίτευξης εναρμόνισης, ιδιαίτερα σε έναν εμφύλιο όπου τα όρια των συμμαχιών είναι ασαφή και όλοι οι εμπλεκόμενοι, απεμπολώντας όποια ευθύνη, κατηγορούνται για εγκλήματα πολέμου.

Πράγματι, οι ακατάπαυστες αεροπορικές επιθέσεις και οι ναυτικοί αποκλεισμοί που επιβάλλονται από τη συμμαχία, η παρεμπόδιση ανθρωπιστικής βοήθειας από τους Houthis, η συνεχής αλλαγή των δυναμικών και οι ανακαταλήψεις εδαφών, έχουν μετατρέψει την Υεμένη στη χειρότερη ανθρωπιστική κρίση της ανθρωπότητας. Έναν ξεχασμένο πόλεμο, όπως τον έχουν αποκαλέσει μεγάλα ειδησεογραφικά πρακτορεία.  Σύμφωνα με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, 24.1 εκατομμύρια άνθρωποι, το 80% του πληθυσμού, χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια, με 14 εκατομμύρια να βρίσκονται σε επείγουσα ανάγκη και πάνω από 3 εκατομμύρια να είναι εκτοπισμένοι. Η Unicef κάνει λόγο για πάνω από 12 εκατομμύρια παιδιά που χρειάζονται προστασία, μεταξύ των οποίων περίπου τα 2 εκατομμύρια δεν έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση και πάσχουν από οξύ υποσιτισμό. Την ίδια στιγμή, χιλιάδες άτομα υποφέρουν από χολέρα ή έχουν χάσει την ζωή τους. Εξαιτίας της κατάστασης αυτής, το υγειονομικό σύστημα έχει καταρρεύσει, οι υποδομές μεταφορών, τα σχολεία, η γεωργία, οι αλυσίδες παραγωγής και διανομής τροφίμων έχουν υποστεί σφοδρό πλήγμα, με αποτέλεσμα οι πολίτες να αδυνατούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε βασική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τρόφιμα, πόσιμο νερό και καύσιμα. Οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι βιασμοί, οι βομβαρδισμοί, οι αυθαίρετες κρατήσεις και εκτελέσεις ακτιβιστών, δημοσιογράφων και αθώων πολιτών, οι εξαφανίσεις, η παράνομη διασπορά όπλων, τα ναρκοπέδια, οι αδιάκριτες επιθέσεις, έχουν αποτελέσει πια καθημερινότητα, ενώ συγχρόνως, γίνεται λόγος για τη στρατολόγηση αγοριών. Δεν πρέπει, επίσης, να ξεχνάμε ότι αυτή η ανθρωπιστική κρίση έχει δημιουργήσει και μια μεταναστευτική κρίση συνάμα, καθώς χιλιάδες συρρέουν σε γειτονικές χώρες, όπως το Ομάν, η Σομαλία, η Ερυθραία κλπ.

Ο ρόλος των Ηνωμένων Εθνών στη διαμάχη

Μολονότι η Υεμένη βιώνει μια τεράστια εσωτερική, πολιτική, οικονομική, και ανθρωπιστική κρίση, οι ειρηνευτικές απόπειρες του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών αποδεικνύονται ανεπαρκείς. Αρχικά, όσον αφορά την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας, το ReliefWeb καταγγέλλει ότι η έλλειψη χρηματοδότησης οδήγησε ποικίλα ανθρωπιστικά προγράμματα που δραστηριοποιούνται στην Υεμένη, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, να κλείσουν. Πιο συγκεκριμένα, αν και τον Φεβρουάριο του 2019 είχε υποσχεθεί να δοθεί χρηματικό ποσό ύψους 2,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων για να αντιμετωπιστούν οι φλέγουσες ανθρωπιστικές αδυναμίες, πέντε μήνες αργότερα, τον Αύγουστο, δεν είχε ληφθεί ούτε το ήμισυ της βοήθειας αυτής. Κατά συνέπεια, ανθρωπιστικές εκστρατείες που αφορούν τον εμβολιασμό, την ψυχική υγεία, την ιατροφαρμακευτική παροχή, την κάλυψη των αναγκών διατροφής και πόσιμου νερού, όπου μπορούν να προσφέρουν μια σημαντική ανάσα ανακούφισης σε χιλιάδες παιδιά, γυναίκες και εκτοπισμένες οικογένειες, κινδυνεύουν να σταματήσουν να λειτουργούν εξαιτίας της ισχνής χρηματικής στήριξης. Μάλιστα, αξίζει να αναφερθεί ότι μόνο τα 3 από τα συνολικά 34 ανθρωπιστικά προγράμματα που λειτουργούν στην Υεμένη λαμβάνουν οικονομική ενίσχυση για όλη τη διάρκεια του έτους.

Πέρα όμως από την αδιαφορία του ΟΗΕ για την κατανομή ουσιαστικών ανθρωπιστικών κονδυλίων, παρατηρείται, συνάμα, μια αδυναμία καταλογισμού ευθύνης στους  κύριους δρώντες της διάρρηξης, την Σαουδική Αραβία και τις χώρες που πουλούν στρατιωτικό υλικό τόσο στο συνασπισμό των αραβικών κρατών όσο και στους Houthis. Οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία,  μεταξύ των χωρών αυτών, συνεχίζουν να ενισχύουν οικονομικά και στρατιωτικά το συνασπισμό των αραβικών κρατών υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας, παρά τις απόπειρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΗΕ να ρυθμίσουν αυτή τη μεταφορά όπλων και τις εκτεταμένες καταγγελίες για κραυγαλέα παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Διεθνής Αμνηστία καταδικάζει τις χώρες που πραγματοποιούν στρατιωτικές εξαγωγές στη Riyadh, καθώς αντίκεινται στη Συνθήκη για το Εμπόριο Όπλων του ΟΗΕ, η οποία αν και επιτρέπει την ανταλλαγή όπλων με χώρες που εμπλέκονται σε πόλεμο, απαγορεύει την χρησιμοποίησή τους για υπόθαλψη  εγκληματικών ενεργειών και παραβίαση ανθρωπιστικών αρχών. Από ότι φαίνεται, όμως, οι χώρες αυτές, αν και σκεπτικές ως προς τη χρησιμοποίηση των στρατιωτικών εξοπλισμών από τη Σαουδική Αραβία, συνεχίζουν να την προμηθεύουν στρατιωτικά, την ίδια στιγμή που ο ΟΗΕ από τη μία πλευρά τονίζει την αναγκαιότητα ανθρωπιστικής ανακούφισης της Υεμένης και την παύση πυρών, όμως από την άλλη πλευρά εξακολουθεί να επιβάλλει κυρώσεις και εμπάργκο όπλων μόνο απέναντι στους Houthis, υποβαθμίζοντας έτσι τις εσωτερικές διαστάσεις της διαμάχης.

Παρά τις συνθήκες που υπεγράφησαν μεταξύ των αντιμαχόμενων μερών (λ.χ. στο Κουβέιτ, στη Στοκχόλμη και στη Γενεύη ) και τις προσπάθειες της πρωτοβουλίας του Εθνικού Διαλόγου να εναρμονίσει τις αντίθετες αυτές τάσεις, τέθηκαν μη πραγματοποιήσιμοι στόχοι και πολλά θέματα που ταλάνιζαν τους πολίτες, όπως η ασφάλεια, η ανόρθωση του κράτους, η χρηστή διακυβέρνηση, η δικαιοσύνη, αφέθηκαν άλυτα. Συγχρόνως, οι διπλωματικές προσεγγίσεις του ΟΗΕ βασίστηκαν περισσότερο στη διμερή σχέση του Hadi με τους Houthis, παραμελώντας τους άλλους παράγοντες που τροφοδοτούν την κρίση, όπως οι εξτρεμιστές, οι φυλετικές ανομοιογένειες, καθώς και τους πολίτες και τους ίδιους τους Houthis. Κατά συνέπεια, οι τελευταίοι απεμπολώντας όποια ευθύνη για την επίτευξη ειρήνης και εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι ο Εθνικός Διάλογος δεν χαρακτηριζόταν από την απαιτούμενη συμμετοχικότητα όλων των εμπλεκόμενων, κατόρθωσαν να αυξήσουν την σφαίρα επέκτασής τους, αγνοώντας τις επιταγές του ΟΗΕ.

Αναντίρρητα, λοιπόν, ο εμφύλιος πόλεμος της Υεμένης αποτελεί ένα από τα φλέγοντα ζητήματα της διεθνούς πολιτικής και χρήζει ιδιαίτερης μεταχείρισης. Ο ΟΗΕ σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την κοινότητα χωρών οφείλει να  απαγορεύσει τη διακίνηση όπλων και να καταστήσει ένοχους για παραβίαση του ανθρωπιστικού δικαίου, όχι  μόνο το Χουθικό κίνημα, άλλα και τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ιράν, τις Ηνωμένες Πολιτείες και όσες κυβερνήσεις τροφοδοτούν τις εντάσεις με την παροχή στρατιωτικής βοήθειας, μέσω της επιβολής ουσιαστικών κυρώσεων. Απαιτείται συμβιβασμός, συνεργασία, ανάληψη ευθυνών και συμπερίληψη όλων των παραγόντων, εσωτερικών ή εξωτερικών, κρατικών ή μη, στις ειρηνευτικές διαδικασίες. Ο εμφύλιος της Υεμένης αποτελεί μια διαμάχη πολυεπίπεδη, με δυναμική εξωτερική και εσωτερική συμμετοχή, έντονες περιφερειακές διαστάσεις, ευμετάβλητα δυναμικά και βαρύ ανθρώπινο απολογισμό. Πολύ περισσότερο, όμως είναι η χειρότερη ανθρωπιστική κρίση που γνωρίζει η σημερινή κοινωνία, η οποία κινδυνεύει να λησμονηθεί, αν η διεθνής κοινότητα την αγνοήσει και δεν αναλάβει ουσιαστική δράση.

Πηγές:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *