Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Το “Nous Tous” του Εμανουέλ Μακρόν

Γράφει η Θεοδώρα Βρεττού

Στις 25 Απριλίου ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα των γαλλικών εκλογών, επιβεβαιώνοντας τις δημοσκοπήσεις που προέβλεπαν την επανεκλογή του Εμανουέλ Μακρόν.  Με ποσοστό 58,55%  πανηγύρισε την εκλογική του νίκη και εκφώνησε λόγο κάτω από τον Πύργο του Άιφελ, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του,  Μπριζίτ Τρονιέ. Το τελικό αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία και προκάλεσε ανακούφιση στην Ευρώπη. Πώς θα διαμορφωθεί, όμως, το πολιτικό σκηνικό την επαύριον των εκλογών;

Ο Εμανουέλ Μακρόν έχει, αναμφισβήτητα, να υλοποιήσει ένα δύσκολο έργο. Πρωτίστως, να πείσει και να ενώσει έναν έντονα διχασμένο πληθυσμό μετά από μια αναμέτρηση που σημαδεύτηκε από ένα ιστορικό ρεκόρ για τη δεξιά. Ειδικότερα, το 41,45%, που σημείωσε η «Εθνική Συσπείρωση» της Μαρίν Λε Πεν, είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό, αν λάβει κανείς υπόψιν ότι η συμμετοχή στις φετινές γαλλικές εκλογές ανήλθε στο 72% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, σύμφωνα με το Υπουργείο Εσωτερικών. Ως εκ τούτου, έχουμε μια αντιπολίτευση πιο ισχυρή από ποτέ.

Το έντονα πολωτικό κλίμα που δημιούργησε η πανδημία και ο πόλεμος στην Ουκρανία συνιστά μια από τις σημαντικότερες αιτίες για τη στροφή των Γάλλων προς τα ακροδεξιά κόμματα. Την ίδια στιγμή, η προσπάθεια του Μακρόν να υπερβεί το χάσμα ανάμεσα σε δεξιά και αριστερά δημιούργησε σε πολλούς επικριτές του την εντύπωση ότι υιοθετεί λαϊκίστικη ρητορική. Σε κάθε περίπτωση, η μεγαλύτερη πρόκληση του Γάλλου προέδρου είναι να έρθει πιο κοντά στα μικροαστικά στρώματα, κάτι το οποίο έχει υπονομεύσει την προηγούμενη τετραετία, μειώνοντας τους φόρους των πλουσίων. Επιπλέον, στα τέλη του 2019, προώθησε μια συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση που προκάλεσε μαζικές κινητοποιήσεις και απεργίες συνδικάτων. Δεν πρέπει να παραληφθεί, άλλωστε, ότι το κόμμα του παραμένει σε μεγάλο βαθμό μια λέσχη προεδρικών εκλογών που δεν είναι βαθιά ριζωμένο στη γαλλική περιφέρεια. Αυτή είναι η “αχίλλειος πτέρνα” του Μακρόν και η κύρια πηγή αντιπαραθέσεων μεταξύ των δύο πολιτικών αντιπάλων.

Όλα αυτά μπορεί να έδωσαν στη Μαρίν Λε Πεν συγκριτικό πλεονέκτημα, ωστόσο, το πολιτικό πρόγραμμα του πατέρα της, 5 δεκαετίες πριν, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του κόμματος που δύσκολα ξεχνιέται. Δύο ζητήματα είναι αυτά που κατέδειξαν πόσο δύσκολο είναι για τη Μαρίν Λε Πεν να αφήσει πίσω της το πολιτικό άκρο στο οποίο ανήκε και να παρουσιαστεί ως mainstream πολιτικός. Αφενός, διατηρεί στενούς δεσμούς με τη Ρωσία και τον ίδιο τον Βλαντιμίρ Πούτιν, κάτι που για ευνόητους λόγους την φέρνει τώρα σε δύσκολη θέση. Αφετέρου, η στάση της απέναντι στις θρησκευτικές μειονότητες της Γαλλίας -κατέθεσε πρόταση να απαγορευτεί στις μουσουλμάνες να φορούν χίτζαμπ δημοσίως – έχει τροφοδοτήσει ένα ευρύτατο κύμα μίσους από τον αλλοεθνή  πληθυσμό.  Προς το παρόν, πάντως, φαίνεται ότι η δεξιά υποψήφια βάζει στην άκρη εθνικιστικές και ξενοφοβικές διακηρύξεις στο όνομα της εξασφάλισης του προεδρικού θώκου στις επόμενες εκλογές. Παράλληλα, παρουσιάζει τον εαυτό της ως μια πολιτικό κοντά στους ανθρώπους, σε αντίθεση με τον εν πολλοίς   συντηρητικό και απόμακρο πολιτικό της αντίπαλο. Μάλιστα, σε μια ακόμη απέλπιδα προσπάθεια να δελεάσει τους Γάλλους ψηφοφόρους δεσμεύτηκε  για μείωση του ΦΠΑ κατά 5,5% σε πετρέλαιο και ενέργεια, ενόψει της ουκρανικής κρίσης και της ανόδου των τιμών. Αυτό που δεν αποκάλυψε, ωστόσο, είναι το που θα έβρισκε τους οικονομικούς πόρους για να προβεί σε αυτές τις ενέργειες.

Σύμφωνα με το βρετανικό περιοδικό Economist, η διεθνής νομιμοποίηση της προεδρίας Μακρόν είναι στοιχείο που του έδωσε, μεταξύ άλλων, σαφές πλεονέκτημα σε σχέση με τη Μαρίν Λε Πεν. Ο ίδιος, με τη σειρά του, έχει δεσμευτεί στα πιο αδύναμα κράτη-μέλη της ΕΕ να τους παρέχει οικονομική βοήθεια, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την οικονομικοπολιτική κρίση που προκάλεσε η πανδημία. Ταυτόχρονα, αναγνωρίζει τον κίνδυνο από μια ραγδαία αναπτυσσόμενη Κίνα και μια “οξύθυμη” Ρωσία, ακολουθώντας την πολιτική της εύρεσης ενός δίαυλου επικοινωνίας με τους πολιτικούς ηγέτες των δύο χωρών. Είναι αξιοσημείωτο ότι στο διπλωματικό μαραθώνιο των ευρωπαϊκών κρατών, πριν τη ρωσική εισβολή, ο Μακρόν προτίμησε να μην επιπλήξει τον Ρώσο πρόεδρο. Άμεσος στόχος του Γάλλου προέδρου είναι η ενίσχυση των ευρωπαϊκών θεσμών ως αντίδοτο στην επεκτατική πολιτική της Ρωσίας. Αυτό παραμένει και το μεγάλο στοίχημα. Όσον αφορά το μεταναστευτικό, υποστηρίζει την πολιτική των ανοιχτών θυρών για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες και προωθεί την ανοχή απέναντι στους εσωτερικούς μετανάστες. Σε τελική ανάλυση, ο Μακρόν είναι ο άνθρωπος που υποστηρίζει, όσο κανείς άλλος, την Ελλάδα στην αντιπαράθεση με την Τουρκία.

Σε επίπεδο εσωτερικής πολιτικής, ο κεντρώος χαρακτήρας του προγράμματός του έχει αποδειχθεί ευεργετικός για τη γαλλική οικονομία. Σύμφωνα με το Economist, η Γαλλία σημείωσε ταχύτατη ανάκαμψη πολύ γρηγορότερα από άλλες χώρες των G7, με την εξαίρεση των ΗΠΑ. Συγχρόνως, η πολιτική του συνέβαλλε στην κατακόρυφη μείωση της ανεργίας και την αύξηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πόλη Αμιένη της Γαλλίας -γενέτειρα του Μακρόν- που σημείωσε ραγδαία οικονομική ανάπτυξη τα τελευταία 5 χρόνια. Για τον ίδιο λόγο, έχει επενδύσει πολλά στην άρτια εκπαίδευση των εργαζομένων. Τέλος, προωθεί μια Γαλλία ανοιχτή στις τάσεις της αγοράς και τη σταδιακή συγκρότηση ενός δικτύου εμπορικής συνεργασίας,  τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Επόμενος στόχος του Μακρόν είναι να κερδίσει τις βουλευτικές εκλογές στις 12 και 19 Ιουνίου, ώστε το κόμμα του να σχηματίσει την επόμενη κυβέρνηση, καθώς επίσης και να νομοθετήσει οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Με τον κίνδυνο της ακροδεξιάς να παραμένει ζωντανός, ο Μακρόν έχει ακόμα πολλές προκλήσεις να αντιμετωπίσει. Σε κάθε περίπτωση, τα υλικά επιτεύγματά του είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκής συνθήκη για επανεκλογή. Χρειάζεται συνολική ανανέωση  του προγράμματός του. “Ο Μακρόν έχει ακόμα τη ψήφο μας, αλλά θα χρειαστεί παρέα”.

Πηγές: