Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Το χρονικό του «στρατηγικού βάθους»

Γράφει ο Μιχάλης Νεάρχου

Η Τουρκία στην αρχή του 21ου αιώνα γνώρισε ριζικές αλλαγές  που αφορούσαν στην άνοδο του τουρκικού ισλαμικού κινήματος στην εξουσία και στην ανοικοδόμηση της Τουρκικής Δημοκρατίας σε καινούργιες βάσεις, παραγκωνίζοντας το κεμαλικό κατεστημένο. Το 2002 το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης με επικεφαλής τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ανήλθε στην εξουσία. Κατά την περίοδο αυτή, στη χώρα υπήρξε οικονομική ανάπτυξη και ευημερία που δεν είχε προηγούμενο. Παράλληλα με την οικονομική και κοινωνική στροφή που είχε επέλθει, άλλαξε ο τρόπος αντίληψης και διαχείρισης, τόσο της εξωτερικής πολιτικής όσο και της γεωπολιτικής στρατηγικής. Η αλλαγή αυτή βασίστηκε στον νέο-οθωμανισμό, με διαφορετική όμως προσέγγιση  του θέματος  η οποία  διατυπώθηκε στο βιβλίο του καθηγητή Διεθνών Σχέσεων, Αχμέτ Νταβούτογλου με τίτλο ‘’Το στρατηγικό βάθος’’. Ο Τούρκος πανεπιστημιακός κλήθηκε να εφαρμόσει τη θεωρία σε  πράξη από διάφορα αξιώματα. Αρχής γενομένης από το 2003 ως σύμβουλος του Ερντογάν σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, ως υπουργός Εξωτερικών το 2009 και τέλος ως πρωθυπουργός το 2014.

Η έννοια του «στρατηγικού βάθους» αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας και μπορεί να συνοψιστεί στην αντίληψη ότι η αξία μιας χώρας στην παγκόσμια πολιτική σκηνή προδιαγράφεται από την «γεωστρατηγική  της θέση» και το «ιστορικό της βάθος». Με βάση την θεωρία αυτή η Τουρκία είναι σε εξαιρετικά μοναδική θέση όσο αφορά τις δυο παραμέτρους. Πρώτον, λόγω της θέσης της και  κυρίως λόγω ελέγχου των Στενών, αποτελεί κεντρική χώρα-κλειδί μεταξύ περιοχών που μπορούν να επηρεάσουν ιδιαίτερα τις γεωστρατηγικές εξελίξεις. Δεύτερο, με βάση την κληρονομία που έχει από την Οθωμανική Αυτοκρατορία η οποία ένωνε τον μουσουλμανικό κόσμο, η Τουρκία του σήμερα, είναι δυνατό να καταστεί μια μουσουλμανική ηγέτιδα δύναμη της περιοχής.

Με βάση το νέο δόγμα, η λειτουργία της Τουρκίας ως χώρα που εξυπηρετούσε την δυτική πολιτική στην ευρύτερη περιοχή και έθετε τις δυνατότητες της στην υπηρεσία στρατηγικών συμφερόντων άλλων χωρών, πρέπει να σταματήσει. Αντιθέτως πρέπει να διεκδικήσει τον δικό της αυτόνομο ρόλο και να αναπτύξει περιφερειακές πολιτικές στα Βαλκάνια, στον Εύξεινο Πόντο, στη Κασπία, στον Καύκασο, στην κεντρική Ασία, στη Μέση Ανατολή, στον Περσικό Κόλπο, στη ανατολική Μεσόγειο, στη βόρειο Αφρική, στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Απώτερος σκοπός είναι η Τουρκία να αποκτήσει παγκόσμιο στρατηγικό ρόλο και να συνομιλεί σχεδόν ισότιμα με τις μεγάλες δυνάμεις. Παράλληλα με την αλλαγή στοχοθεσίας της εξωτερικής πολιτικής σε μεγαλύτερη κλίμακα, η Τουρκία πρέπει να αναμορφώσει την διεθνή της εικόνα και να προβληθεί ως ήπια δύναμη αναδιαμορφώνοντας τις σχέσεις της με τους γειτονικούς λαούς. Πρέπει δηλαδή να ενεργοποιήσει ένα σχέδιο ειρήνης και ανάπτυξης που ο κεντρικός του άξονας θα ήταν οι πολιτισμικές και οικονομικές σχέσεις. Για τον λόγο αυτό, ο Α. Νταβούτογλου στην θεώρηση του κάνει συνεχή αναφορά στο κοινό ισλαμο-οθωμανικό υπόβαθρο των μουσουλμανικών κρατών της περιοχής. Για επίτευξη του στόχου αυτού η Τουρκία ακολούθησε πολιτική περιορισμένων αντιπαραθέσεων με τους γείτονες της, την λεγόμενη πολιτική των «μηδενικών προβλημάτων».

Οι Κεμαλικές κυβερνήσεις που κυβερνούσαν την Τουρκία μέχρι το 2002 είχαν μείνει προσκολλημένες στον δυτικόστροφο προσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής και το δόγμα του Νταβούτογλου δεν έτυχε ιδιαίτερης προσοχής. Ωστόσο με την άνοδο του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης στην εξουσία η εξωτερική πολιτική της χώρας αναβαθμίστηκε σε μεγάλο βαθμό. Πάρθηκαν πρωτοβουλίες προς χώρες της Μέσης Ανατολής και των Βαλκανίων οι οποίες έβρισκαν την Δύση αντίθετη. Παράλληλα με την εξωστρέφεια της εξωτερικής πολιτικής αυξήθηκαν και οι οικονομικές συναλλαγές με πλήθος χωρών. Ο Ερντογάν κατάφερε να γίνει τακτικός συνομιλητής των Αμερικανών προέδρων. Επιπλέον κατόρθωσε να έχει ρυθμιστικό διπλωματικό ρόλο σε μακροχρόνιες διαμάχες όπως αυτή μεταξύ Συρίας και Ισραήλ. Μέσα στο πλαίσιο της πολιτικής των «μηδενικών προβλημάτων» το 2003 δεν επέτρεψε στους Αμερικανούς να χρησιμοποιήσουν τα τουρκικά εδάφη για εισβολή στο Ιράκ. Από τότε το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης ακολούθησε πολιτική της περιορισμένης σύγκρουσης με τις γειτονικές τις χώρες .

 Ίσως το κύριο χαρακτηριστικό του δόγματος του «Στρατηγικού Βάθους» είναι το άνοιγμα της Τουρκίας προς ανατολάς. Έτσι η εξωτερική πολιτική δραστηριοποιείται κυρίως προς τον αραβομουσουλμανικό κόσμο με διάφορους ρόλους. Άλλοτε διαμεσολάβησης και διακανονισμού, άλλοτε οικονομικών συνεργασιών και άλλοτε ακόμη και πολιτιστικών δραστηριοτήτων, με απώτερο γεωπολιτικό στόχο την απόκτηση μεγάλης επιρροής στον ευρύτερη περιοχή  επιδιώκοντας ταυτόχρονα την εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων. Παράλληλα τα ανοίγματα της Τουρκίας προς το Ιράκ και η προσπάθειά της να επηρεάσει τα εκεί τεκτενόμενα  αποτέλεσε μια από τις προτεραιότητες της αφού το Κουρδικό θεωρείται αναμφισβήτητα ένα από τα κύρια εθνικά προβλήματα της Τουρκίας. Εντυπωσιακό παράδειγμα προσπάθειας μείωσης των συγκρούσεων αποτέλεσε η προσπάθεια της εξομάλυνσης των σχέσεων με την Αρμενία η οποίες είχαν παγώσει από το 1991. Βελτίωση υπήρξε και στις σχέσεις με την Συρία. Θεωρητικά οι τούρκο-συριακές σχέσεις αποτελούν την κατ΄εξοχήν εφαρμογή της θεωρίας των «μηδενικών προβλημάτων» αφού η Τουρκία ενεπλάκη ενεργά στις εξελίξεις του 2011 προσφέροντας κάθε είδους διευκολύνσεις στην αντιπολίτευση. Ωστόσο, οι προσπάθειες της κυβέρνησης Ερντογάν να εφαρμόσει την πολιτική των «μηδενικών προβλημάτων» όπως φάνηκε από το 2010 και μετά οδήγησε στα αντίθετα αποτελέσματα. Η κρίση στις σχέσεις με την Συρία το 2012 , με το Ιράκ το 2013 , το ναυάγιο στην προσπάθεια σύσφιξης των σχέσεων με την Αρμενία και γενικότερα τα πολύπλοκα προβλήματα που έφερε η «Αραβική Άνοιξη » είχαν ως αποτέλεσμα η Τουρκία να είναι μέρος του προβλήματος και όχι μέρος της λύσης.

Απεναντίας, όσον αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις ούτε θεωρητικά δεν ισχύει ότι ισχύει για τις υπόλοιπες χώρες που αποτελούν πεδίο δράσης της νέο-οθωμανικής πολιτικής. Η θεώρηση των «μηδενικών προβλημάτων» δεν εφαρμόζεται σε Ελλάδα και Κύπρο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός, πως οι ισλαμιστές μοιράζονται τις ίδιες απόψεις όσο αφορά την εξωτερική πολιτική έναντι των μη μουσουλμάνων, με τους προκατόχους τους κεμαλιστές . Υποστηρίζουν, πως η Τουρκία έχει αποκλειστεί από το Αιγαίο και περικυκλωθεί  στα νότια από την Κύπρο, γεγονός που απειλεί την ασφάλεια της και υφίσταται παρέμβαση στον «ζωτικό» της χώρο. Έτσι βλέποντας την επιτυχία των προηγούμενων κυβερνήσεων ο Ερντογάν συνέχισε να πιέζει την Ελλάδα με την διάπραξη σωρεία παραβιάσεων και την προβολή παραλόγων απαιτήσεων σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων, ιδίως στο Αιγαίο.

 Επιπρόσθετα, η αλλαγή πρόθεσης της Τουρκίας όσο αφορά τον γενικό προσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής, από την διαχρονική σύνδεση με την Δύση και την Ευρώπη ,στη χάραξη αυτόνομης περιφερειακής πολιτικής είχε ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα πλέον να μην αποτελεί βασική προτεραιότητα της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Προς την κατεύθυνση αυτή ώθησαν διάφοροι παράγοντες. Η αύξηση της εμπλοκής των ΗΠΑ μετά από το 2003 στο χώρο της Μέσης Ανατολής , οι παρεμβάσεις δια της ήπιας ισχύος σε πολλές χώρες καθώς και οι περιφερειακές πολιτισμικές, οικονομικές και ενεργειακές πολιτικές εξύψωσαν τόσο την διεθνή εικόνα της Τουρκίας όσο και την γεωστρατηγική της σημασία. Από την άλλη η Ελλάδα είχε αποξενωθεί διεθνώς λόγω των εσωτερικών της προβλημάτων και της βαριάς οικονομικής κρίσης. Παρόλα αυτά η Ελλάδα συνέχισε να απασχολεί το ενδιαφέρον της Άγκυρας και αυτό φαίνεται από την προσπάθεια της Τουρκίας να μειωθεί η ελληνική επιρροή στα Βαλκάνια μέσω συμμαχιών με τα Τίρανα και τα Σκόπια.

 Συστατικό στοιχείο της πολιτικής που πρέπει να ακολουθήσει η Τουρκία αποτελεί η απόκτηση σφαιρών επιρροής στις περιοχές που βρίσκονται πέραν της άμεσης περιφέρειας της. Τα οθωμανικά κατάλοιπα, δηλαδή οι μουσουλμανικές και τουρκικές μειονότητες/κοινότητες κυρίως των Βαλκανίων, συγκεντρώνουν όλα εκείνα τα στοιχεία που εξυπηρετούν τους σκοπούς μιας τουρκικής σφαίρας επιρροής. Μέσα από αυτή την οπτική, αντιμετωπίζεται και η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης η οποία λόγω του μεγάλου ποσοστού τουρκικού της πληθυσμού, της οργάνωσης της σε καθεστώς τύπου μιλλέτ και τέλος της γεωγραφικής της θέσης αποτελεί ιδανικό πεδίο για να εκφραστούν οι αντιλήψεις του νέο- οθωμανισμού. Έτσι ο Ερντογάν από το 2002 και μετά άφησε τον έλεγχο της Θράκης σε εθνικιστικούς και ισλαμικούς μηχανισμούς. Οι απόψεις για την Μεγαλόνησο είναι εντελώς διαφορετικές. Στην Κύπρο αυτό που έχει σημασία δεν είναι η τουρκοκυπριακή μειονότητα αλλά η γεωστρατηγική σημασία που έχει το νησί. Για τον λόγο αυτό η διαχείριση των ζητημάτων ανατέθηκε στις ένοπλες δυνάμεις και χαρακτηρίστηκε εξίσου από αδιαλλαξία και απειλές.

Το δόγμα του Αχμέτ Νταβούτογλου, παρά την απομάκρυνση του ιδίου από την κυβέρνηση, μέχρι σήμερα,  αποτυπώνεται διακριτά σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής εθνικής ασφαλείας. Όμως, η πραγματικότητα της Αραβικής Άνοιξης και του Κουρδικού Προβλήματος οδήγησαν την Τουρκία από τα μηδενικά προβλήματα στους μηδενικούς φίλους. Από την άλλη, είναι  σίγουρο πως ένεκα της φυσιογνωμίας του Ερντογάν η Τουρκία μπήκε σε άλλο στρατηγικό επίπεδο. Κατάφερε να ασκεί σημαντική επιρροή εκτός των συνόρων της και να αναβαθμίσει τον ρόλο της στην περιοχή πολλές φορές και μέσω της ισχύος των όπλων της. Όλα αυτά οδήγησαν σε αλαζονεία και αυταρχισμό καθώς και στην καλλιέργεια μύθων για τον εαυτό της. Χωρίς να υποτιμάται η στρατηγική ενδυνάμωση της γειτονικής μας χώρας, η Ελλάδα δεν πρέπει να πάσχει από φοβικά σύνδρομα και να υιοθετεί τους μύθους που πλάθει η Τουρκία. Όσο αφορά τα ελληνοτουρκικά, η Τουρκία συνεχίζει τις παραβιάσεις στο Αιγαίο και την αδιάλλακτη στάση στο Κυπριακό. Με βάση την εκμετάλλευση των προσφύγων από την Τουρκία εις βάρος της Ελλάδας, , την υπογραφή της συμφωνίας Τουρκίας-Λιβύης, τις  γεωτρήσεις στην Κυπριακή ΑΟΖ , το άνοιγμα περιοχής της περίκλειστης πόλης της Αμμοχώστου, την προβολή αξιώσεων για δύο κράτη στην Κύπρο, είναι σημαντικό η Αθήνα να  αναπτύξει μια εθνική αποτρεπτική στρατηγική οι οποία δεν θα ορίζεται από τα τετελεσμένα τουρκικών πράξεων. Πρέπει να αναλογιστούμε τί σημαίνει για την Ελλάδα η αναβάθμιση της τουρκικής γεωπολιτικής ισχύος στην περιοχή και ποιές μπορεί να είναι οι επιπτώσεις στην επίλυση των μεταξύ μας προβλημάτων.

Βιβλιογραφία :

Γρηγοριάδης, Ι. Ν.,2010. Το δόγμα Νταβούτογλου και η θέση της Τουρκίας. εφημερίδα Η Καθημερινή. Διαθέσιμο σε: https://www.kathimerini.gr/opinion/720451/to-dogma-ntavoytogloy-kai-i-thesi-tis-toyrkias/

Νταβούτογλου Α. 2001. Το Στρατηγικό Βάθος- Η Διεθνής θέση της Τουρκίας. Κωνσταντινούπολη, Εκδόσεις Ποιότητα.

Συρίγος, Ά. Μ., 2018. Ελληνοτουρκικές σχέσεις. 3η εκδ. Αθήνα: Εκδόσεις Πατατάκη.

Republic of Turkey: Ministry of Foreign Affairs. Policy of Zero Problems with our Neighbours. Διαθέσιμο σε : https://www.mfa.gov.tr/policy-of-zero-problems-with-our-neighbors.en.mfa