Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Το πραξικόπημα της Μυανμάρ και ο ρόλος του στρατού στην πολιτική εξουσία

Γράφει η Χάιδω Δημάδη

Σε λιγότερο από δύο μήνες, τα μέσα ενημέρωσης βρίθουν από σκηνές χάους και βίας στους δρόμους των πόλεων της Μυανμάρ, όπου κάθε μέρα συγκεντρώνονται εκατομμύρια πολίτες. Αίτημά τους είναι η αποκατάσταση της δημοκρατίας, την οποία η στρατιωτική επέμβαση της 1ης Φεβρουαρίου διέκοψε απότομα μετά τις δεύτερες, μόλις, ελεύθερες εκλογές στη χώρα.

     Τον ασκό του Αιόλου άνοιξε το εκλογικό αποτέλεσμα στις αρχές του προηγούμενου Νοεμβρίου. Ο «Εθνικός Σύνδεσμος για τη Δημοκρατία» (NLD) συγκέντρωσε ποσοστό ψήφων άνω του 80%, όντας σε θέση να σχηματίσει ισχυρή κυβέρνηση. Πρόκειται για τη δεύτερη, και μεγαλύτερη νίκη του «Συνδέσμου» επί του «Ενωσιακού Κόμματος Αλληλεγγύης και Ανάπτυξης» (USDP), που προέρχεται από τους κόλπους του στρατού, ο οποίος μονοπωλούσε την εξουσία μέχρι και το 2011. Το αποτέλεσμα αυτό θεωρήθηκε πως έστελνε το ηχηρό μήνυμα του λαού για βαθύτερο εκδημοκρατισμό της χώρας,  μετά από μια μακρά περίοδο στρατιωτικής χούντας, που διήρκησε σχεδόν μια πενηντακονταετία.

     Ωστόσο, οι αντιδράσεις από την πλευρά της αντιπολίτευσης δεν άργησαν να εκδηλωθούν. Το USDP και ο στρατός κατηγόρησαν το κυβερνόν κόμμα για μη διαφανή εκλογική διαδικασία και φαινόμενα, όπως παραποίηση ονομάτων στις εκλογικές λίστες, ζητώντας επανάληψη της διαδικασίας υπό στρατιωτική επίβλεψη. Παρά το αίτημά τους, δεν απέκλεισαν την πιθανότητα πραξικοπήματος. H Ενωσιακή Επιτροπή των Εκλογών (UEC), ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων, απέρριψε τους ισχυρισμούς, αποφαινόμενη πως οι εκλογές διενεργήθηκαν με διαφάνεια. Η ανακοίνωση αυτή οδήγησε σε προειδοποίηση του στρατού πως θα αναλάβει δράση, με σκοπό τη διασφάλιση των νόμων και του Συντάγματος, εξουσία η οποία του παραχωρείται σαφέστατα από το Σύνταγμα του 2008 (Άρθρο 20, παρ. 6).

     Συνεπώς, την 1η Φεβρουαρίου, όταν και επρόκειτο να συνεδριάσει η Βουλή, όπως προέκυψε από τις τελευταίες εκλογές, στρατιωτικά οχήματα κατέβηκαν στους δρόμους. Η επικεφαλής του NLD και de facto ηγέτης της Μυανμάρ, Aung San Suu Kyi συνελήφθη, όπως και ο πρόεδρος U Win Myint, μέλη του Κοινοβουλίου και καλλιτέχνες. Ο στρατός κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση ανάγκης, διάρκειας ενός έτους, κατά το οποίο η εξουσία θα ασκούταν από τον στρατηγό Min Aung Hlaing.

     Με τη διενέργεια του πραξικοπήματος, δεν άργησε να επέλθει αναστάτωση σε όλη τη χώρα, με μαζικές διαδηλώσεις και απεργίες. Στη διάρκεια τους παρατηρήθηκαν φαινόμενα αιματηρής καταστολής εκ μέρους του στρατού, πολυάριθμες συλλήψεις και θάνατοι πολιτών. Σε ορισμένες περιοχές, ο στρατός προχώρησε σε επιβολή στρατιωτικού νόμου, και πολλές υπηρεσίες διαδικτύου και τηλεφωνίας κατέρρευσαν, όπως και πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Το τελευταίο, σε συνδυασμό με ακύρωση πτήσεων εσωτερικού και εξωτερικού, δημιούργησε φόβο για αποσιώπηση των γεγονότων και έλλειψη πληροφόρησης της διεθνούς κοινότητας σχετικά με την τεταμένη κατάσταση που διαμορφώνεται στη χώρα.

     Τα γεγονότα των τελευταίων μηνών συνάδουν απόλυτα με τις δυσκολίες που αντιμετώπισε διαχρονικά η Μυανμάρ στην προσπάθεια διαμόρφωσης ενός σταθερού δημοκρατικού συστήματος. Μάλιστα, η εμπειρία της χώρας με το πραξικόπημα δεν είναι πρωτόγνωρη, καθώς πρόκειται για το δεύτερο στην ιστορία της.

     Η χώρα ανεξαρτητοποιήθηκε από τους Βρετανούς το 1948, με την ονομασία «Ένωση της Βιρμανίας» (η αλλαγή της ονομασίας σε «Μυανμάρ» έγινε το 1989). Την ηγεσία είχε αναλάβει ήδη από το προηγούμενο έτος ο «Λαϊκός Αντιφασιστικός Σύνδεσμος για την Ελευθερία» (APFL), με επικεφαλής τον Aung San, ενώ μετά τη δολοφονία του, τα ηνία ανέλαβε ο U Nu.

     Η ηγεσία, ήδη, από την αρχή ήρθε αντιμέτωπη με μεγάλα προβλήματα στο εσωτερικό. Η χώρα ήταν διαλυμένη από τον πόλεμο, με πολλούς δυσαρεστημένους κομμουνιστές και εθνότητες, ενώ τμήμα στρατεύματος των Κινέζων Εθνικιστών είχε καταλάβει μέρος της οροσειράς Σαν στα βορειοδυτικά της χώρας. Ζητήματα, όπως η αυτονομία των πολυάριθμων εθνικών ομάδων και η επιδίωξη του U Nu να στρέψει τη χώρα βαθύτερα προς τον Βουδισμό πυροδοτούσε αντιδράσεις. Οι διενέξεις γρήγορα εξαπλώθηκαν και στους κόλπους του κυβερνώντος κόμματος.

     Προκειμένου η κατάσταση να μην εκτροχιαστεί πλήρως, ο U Nu ζήτησε από τον αρχηγό του στρατού, Ne Win, να αναλάβει την πρωθυπουργία. Έτσι, ο στρατός επέβαλε την τάξη, σε μια μορφή «υπηρεσιακής κυβέρνησης». Μέχρι τις εκλογές του 1960, ο στρατός εκδίωξε κομμουνιστές και επέβαλε στις τοπικές κοινότητες αυστηρότερη υπακοή προς την κεντρική ηγεσία. Τα αποτελέσματα των επόμενων εκλογών ανέδειξαν νικητή τον U Nu, όμως ο στρατός, μη όντας ικανοποιημένος από την πολιτική του, αποφάσισε να επέμβει δύο χρόνια αργότερα. Σκοπός του, όπως ισχυρίστηκε, ήταν να προστατεύσει τη Βιρμανία από τη διάλυση.

     Τον Μάρτιο του 1962, ο στρατός, υπό την ηγεσία του Ne Win, συνέλαβε και φυλάκισε τον πρωθυπουργό U Nu και πολλά μέλη του κοινοβουλίου. Εγκαταστάθηκε ένα μονοκομματικό σύστημα εξουσίας, το οποίο απαγόρευε την ύπαρξη άλλων κομματικών σχηματισμών. Εξαίρεση αποτελούσε το κυβερνόν πλέον «Κόμμα για το Βιρμανικό Σοσιαλιστικό Πρόγραμμα» (BSPP), αποτελούμενο από αξιωματικούς του στρατού, πράξη που επικυρώθηκε και από το Σύνταγμα του 1972-1973. Για τη διοίκηση του κράτους δημιουργήθηκε το «Επαναστατικό Συμβούλιο της Ένωσης της Βιρμανίας», με μέλη προερχόμενα κατά βάση από τις τάξεις του στρατού.

     Οι επιδιώξεις της νέας ηγεσίας συνοψίζονται στη φράση «Η Βιρμανική Πορεία προς τον Σοσιαλισμό». Οι πολιτικές της πραξικοπηματικής κυβέρνησης είχαν ως στόχο να απομακρύνουν την Βιρμανία από τη μέχρι τότε προσπάθεια οικοδόμησης ενός δημοκρατικού, και οικονομικά φιλελεύθερου, κατά βάση, συστήματος. Πολλές επιχειρήσεις, η βιομηχανία και το εμπόριο εθνικοποιήθηκαν. Το κράτος πήρε τον έλεγχό από τους ξένους επενδυτές, που αποτελούσαν σημαντικό στήριγμα για την οικονομία, εφαρμόζοντας δική του πολιτική εκβιομηχάνισης.  Η εσωστρέφεια στην οικονομία ακολουθήθηκε και στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων, με την πλήρη απομόνωση της χώρας από τα διεθνή τεκταινόμενα. Μάλιστα, ο Ne Win αποφάσισε η χώρα να δέχεται την οικονομική βοήθεια των ΗΠΑ μόνο για συγκεκριμένους σκοπούς.  

     Επιθυμώντας να τηρήσει την υπόσχεση για νέο σύνταγμα, εκπρόσωποι του «Συμβουλίου», μαζί με εκπροσώπους διαφόρων εθνικών και άλλων ομάδων, συνέταξαν ένα έγγραφο, το οποίο τέθηκε σε δημοψήφισμα το 1973, και σε ισχύ το επόμενο έτος. Αξιοσημείωτο δείγμα της αυθαιρεσίας του στρατού αποτελεί το γεγονός πως ο Ne Win και άλλα 20 μέλη του «Συμβουλίου» διατήρησαν τη θέση τους στο «BSPP» παρά τη συνταξιοδότησή τους από το στράτευμα ήδη από το 1972. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με τη συνταγματική πλέον νομιμοποίηση ύπαρξης μόνο ενός κόμματος, στις εκλογές του 1974, ο Ne Win να παραμείνει στην εξουσία ως Πρόεδρος της νεοσύστατης «πολιτικής» εξουσίας, της «Συνέλευσης του Λαού». Η παραίτηση του από τη θέση του προέδρου το 1981 δε μετέβαλλε ιδιαίτερα την κατάσταση, αφού συνέχισε να δρα ως ηγέτης του κόμματος.

    Η πορεία της οικονομίας σύντομα μαρτυρούσε την αναποτελεσματικότητα των  εφαρμοζόμενων πολιτικών. H χώρα κατηγοριοποιήθηκε στις «Λιγότερο Ανεπτυγμένες Χώρες», ενώ κυριαρχούσαν η μαύρη αγορά και η διαφθορά. Οι τιμές των εξαγωγών μειωθήκαν, ενώ αντίθετα των εισαγωγών αυξήθηκαν, όπως και τα χρέη προς το εξωτερικό. Η ηγεσία προσπάθησε να εξομαλύνει την κατάσταση με μέτρα όπως η προσέλκυση ξένων επενδύσεων.

      Ωστόσο, η δυσαρέσκεια για την πολιτική και οικονομική κατάσταση έφτασε στο απόγειο της με την κίνηση της ηγεσίας να αποσύρει την αξία μεγάλων ποσών του νομίσματος της χώρας το 1987, με αποτέλεσμα πολλοί πολίτες να χάσουν τις αποταμιεύσεις τους. Πολλοί φοιτητές εξεγέρθηκαν, όμως οι διαδηλώσεις έμελλε να κορυφωθούν το επόμενο έτος.

      Τα συλλαλητήρια ξεκίνησαν τον Μάρτιο του 1988 και κορυφώθηκαν τον Αύγουστο του ίδιου έτους. Οι πολίτες, προερχόμενοι από πολλούς κλάδους, προχώρησαν σε εξεγέρσεις και μαζικές απεργίες, ζητώντας πολυκομματικές και ελεύθερες εκλογές. Ο στρατός απάντησε με πυρά εναντίον των διαδηλωτών, οδηγώντας στον θάνατο σχεδόν 4,000 ανθρώπους. Πολλοί συνελήφθησαν και άλλοι αναγκάστηκαν να διαφύγουν σε γειτονικές χώρες.

     Η «Εξέγερση 8888» αποδείχθηκε κρίσιμη, καθώς επιτάχυνε τις πολιτικές εξελίξεις. Οι διαδηλώσεις προκάλεσαν την ανάδυση μιας ισχυρής αντιπολίτευσης με πρωτοστατούσα την Aung San Suu Kyi, η οποία παρότρυνε σε ειρηνική μετάβαση στη δημοκρατία. Ως αποτέλεσμα, για πολλά χρόνια οδηγούταν στη φυλακή ή κρατείτο υπό κατ’ οίκον περιορισμό, όποτε η στρατιωτική ηγεσία πίστευε ότι το απαιτούσαν οι περιστάσεις. Επιπλέον, συγκροτήθηκε το «Συμβούλιο Αποκατάστασης του Κράτους Δικαίου και της Τάξης» (SLORC), το οποίο θα ασκούσε στο εξής την εξουσία.

     Στις πρώτες πολυκομματικές εκλογές από την ανεξαρτησία της χώρας το 1990, ο νεοσύστατος κομματικός σχηματισμός της Suu Kyi, «NLD», συγκέντρωσε ποσοστά της τάξης του 82%, όμως η χούντα αρνήθηκε να αναγνωρίσει το αποτέλεσμα.

     Ακολούθησε μια περίοδος που σημαδεύτηκε από τη διεθνή κατακραυγή εναντίον του στρατιωτικού καθεστώτος και επισφραγίστηκε με την επιβολή κυρώσεων εκ μέρους των ΗΠΑ και της ΕΕ. Η εξωτερική πίεση, το αποτέλεσμα των εκλογών και η απονομή του Νόμπελ Ειρήνης 1991 στην επικεφαλής του NLD, οδήγησαν την ηγεσία στην προσπάθεια για τον προγραμματισμό θέσπισης νέου Συντάγματος, με μέλη του NLD να απέχουν από τις διεργασίες. Μετονόμασε το «SLORC» σε «Συμβούλιο για την Κρατική Ειρήνη και Ασφάλεια» και δημιούργησε τον «Ενωσιακό Σύνδεσμο Αλληλεγύης και Ανάπτυξης» (USDA), στην οποία εγγράφηκε ποσοστό των πολιτών. Υπέγραψε συμφωνίες για παύση πυρών με τις εθνότητες που συνέχιζαν τις συγκρούσεις με τον στρατό και απελευθέρωσε πολλούς πολιτικούς κρατουμένους.

     Η αισιοδοξία μετά τις υποσχέσεις της ηγεσίας για δημοκρατική μεταρρύθμιση δεν επαληθεύθηκε, όπως φάνηκε από το Σύνταγμα που τέθηκε σε δημοψήφισμα το 2008. Με βάση άρθρα, όπως το 232 παρ.2, που εξασφαλίζει σε αξιωματούχους του στρατού τη θέση του υπουργού στα υπουργεία Άμυνας, Εσωτερικών και Συνοριακών θεμάτων, πολλοί ερμήνευσαν το πνεύμα του Συντάγματος ως μια προσπάθεια του στρατού να κατοχυρώσει μέρος του ελέγχου του κρατικού μηχανισμού και μετά τη μετάβαση στη δημοκρατία.

     Μετά από μια εκλογική διαδικασία που ανέδειξε πρώτο το USDP (μετονομασία του USDA), με αποχή του NLD, ο πρώην στρατηγός Thein Shein ορίστηκε νέος πρόεδρος. Η νέα «πολιτική» κυβέρνηση, όπως τη χαρακτήριζε ο στρατός, έδειξε μεγαλύτερη εξωστρέφεια και σύνεση στις κινήσεις της, αποκαθιστώντας τις διεθνείς επαφές της Μυανμάρ και απελευθερώνοντας την Aung San Suu Kyi και άλλους κρατουμένους. Ο Thein Shein δήλωσε πως θα τη δεχόταν ως ηγέτη της χώρας, σε περίπτωση εκλογικής νίκης του NLD. Αυτό επετεύχθη το 2015, με ποσοστό ψήφων άνω του 80%, που συνεχίστηκε και στις εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου. Σε αυτές φάνηκε πως η κρίση των Ροχίγκια δεν κλόνισε την δημοτικότητα της Suu Kyi στο εσωτερικό.

       Mέχρι το τέλος του Μαρτίου, αναφέρεται πως περισσότεροι από 500 πολίτες έχουν χάσει τη ζωή τους. Αναλογιζόμενος κανείς την εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης στη χώρα ανά τις δεκαετίες, συνειδητοποιεί πως οι πρακτικές βίας και αυθαιρεσίας δεν είναι άγνωστες στο πολιτικό σύστημα, όπως επίσης πως δεν είναι άσχετες και με τις προσωπικές βλέψεις και φιλοδοξίες των ίδιων των στρατιωτικών. Φάνηκε, επιπλέον, πως η εύθραυστη, όπως αποδείχθηκε, δημοκρατία, κινδυνεύει και σε συστημικό επίπεδο από το ίδιο το Σύνταγμα του 2008. Όσο η διεθνής κοινότητα και το εσωτερικό καλούν σε υπακοή στη λαϊκή βούληση, δεν είναι σίγουρο το πώς η χώρα, υπό αυτές τις συνθήκες, θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις μελλοντικές προκλήσεις. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ