Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Το «καθεστώς ανταλλαγμάτων» των Συμφωνιών Αβραάμ και η εξαγορά της ειρήνης

Γράφει η Γεωργία Ράπτη

Συμφωνίες Αβραάμ αποτελούν τον όρο μιας σειράς συμφωνιών ομαλοποίησης σχέσεων μεταξύ Ισραήλ και ΗΑΕ, Μπαχρέιν, Σουδάν, Μαρόκο που έλαβαν χώρα το δεύτερο εξάμηνο του 2020 και διαπνέονται από το κοινό όραμα για σταθερότητα, συνεργασία, ευημερία και ειρήνη στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Μεταξύ των συγκεκριμένων κρατών είναι γνωστό ότι ιστορικά υπήρχαν (και υπάρχουν) αρκετά στοιχεία που τους διαφοροποιούσαν και τους διαχώριζαν αποτελώντας ανασταλτικό στοιχείο για οποιασδήποτε μεταξύ τους σύμπραξη. Τα στοιχεία αυτά μπόρεσαν μέσω της υιοθέτησης μιας ορθολογικής προσέγγισης από τους αρχηγούς των κρατών αλλά και μέσω ενός καθεστώτος ανταλλαγμάτων από τον βασικό διαμεσολαβητή των συμφωνιών, τις ΗΠΑ , συγκεκριμένα προς τα κράτη ΗΑΕ, Σουδάν και Μαρόκο , να επιμεριστούν. Παράλληλα, επικράτησε η ανάγκη κάλυψης και μεγιστοποίησης του συμφέροντος μεταξύ των συμβαλλομένων μερών που δεν επιτυγχάνεται καλύτερα και αποτελεσματικότερα από την μεταξύ τους συνεργασία. Αξίζει λοιπόν να γίνει μια αναφορά των προσφερόμενων ανταλλαγμάτων στα τρία προαναφερθέντα κράτη καθώς και μια προσέγγιση στα πιθανά ανταλλάγματα που θα μπορούσαν να δοθούν σε χώρες, που εξετάζουν το ενδεχόμενο συμπερίληψης τους στις συμφωνίες.    

Στις 13 Αυγούστου του 2020 πραγματοποιήθηκε η συμφωνία Αβραάμ, γνωστή ως «Abraham Accord», που χρησιμοποιήθηκε στην αρχή ως όρος μιας κοινής δήλωσης μεταξύ Ισραήλ-ΗΑΕ-ΗΠΑ  – «Joint Statement of the United States, the State of Israel, and the United Arab Emirates (the “Abraham Accord”), dated 13 August 2020» – και αργότερα αποτέλεσε την ονομασία των συμφωνιών ομαλοποίησης σχέσεων που υπέγραψαν Ισραήλ με ΗΑΕ και Μπαχρέιν στις 15 Σεπτεμβρίου του 2020. Στις συμφωνίες αυτές συμπεριλήφθηκαν αργότερα κατά χρονολογική σειρά το Σουδάν-23 Οκτωβρίου 2020/6 Ιανουαρίου- και το Μαρόκο-10 Δεκεμβρίου 2020/22 Δεκεμβρίου 2020 συμπληρώνοντας συνολικά με την Αίγυπτο (1972) και την Ιορδανία (1994) μια ομάδα 6 κρατών που έχουν αναγνωρίσει το κράτος του Ισραήλ de jure, έχουν ομαλοποιήσει την μεταξύ τους σχέση και έχουν συνάψει διμερείς συμφωνίες συνεργασίας σε διάφορους τομείς.

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να γίνει ένας σχολιασμός σχετικά με την έννοια της “συμφωνίας ειρήνης” όπως αυτή αναγράφεται στις συμφωνίες Αβραάμ. Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο η συμφωνία/συνθήκη ειρήνης υπογράφεται μεταξύ κρατών ή κυβερνήσεων-μερών- που έχουν έχθρα μεταξύ τους και βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση, η οποία κατά αυτό τον τρόπο τερματίζεται. Τέτοιες ήταν οι συμφωνίες ειρήνης μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ το 1979-Camp David-, ως αποτέλεσμα του πολέμου των έξι ημερών όπως και μεταξύ Ισραήλ και Ιορδανίας το 1994. Αντίθετα λοιπόν με αυτές, οι συμφωνίες Αβραάμ που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του Ισραήλ και των ΗΑΕ, Μαρόκο, Μπαχρέιν δεν έχουν κατ’ ορισμό χαρακτήρα συνθηκών ειρήνης μιας και αυτά τα συμβαλλόμενα μέρη δεν είχαν βρεθεί ποτέ σε πολεμική αναμέτρηση με το Ισραήλ. Οι συμφωνίες αυτές φέρουν ως ειδοποιό διαφορά τον υπότιτλο της ομαλοποίησης των σχέσεων μεταξύ των μερών ενώ πέρα των άλλων αναγνωρίζουν «de jure» το κράτος του Ισραήλ μέσω της αποκατάστασης και εκ νέου εγκαθίδρυσης, πλήρως, των διπλωματικών τους σχέσεων. Σε ένα διεθνές σύστημα που σύμφωνα με τους ρεαλιστές, τα κράτη λειτουργούν με βάση το συμφέρον τους, οι συνθήκες έρχονται να γεφυρώσουν το ιδεολογικό, πολιτισμικό, θρησκευτικό χάσμα μεταξύ των μερών εξυπηρετώντας τα αμοιβαία τους συμφέροντα, μιας και σε μία ανάλυση κόστους- οφέλους η συνεργασία τους τους προσφέρει περισσότερα θετικά από αρνητικά.

Στις συμφωνίες αυτές καταλυτικό ρόλο είχαν οι ΗΠΑ και συγκεκριμένα ο πρόεδρος D.J.Trump. Η πρωτοβουλία του, που συνετέλεσε στην επίσημη σύναψη των συμφωνιών, αποτέλεσε ομόφωνα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο περιεχόμενο τους, μία ιστορικής σημασίας κίνηση, ανεκτίμητης αξίας για μελλοντική απόλαυση ενός ειρηνικού και συνεργατικού περιβάλλοντος διαβίωσης. Οι ΗΠΑ γνωρίζοντας τα συμφέροντα που διακυβεύονται καθώς και τις χρόνιες αντιθέσεις μεταξύ των κρατών, προκειμένου να ενισχύσουν το όφελος της υπογραφής τους συγκεκριμένα στα κράτη ΗΑΕ, Σουδάν και Μαρόκο προσέφεραν πρότερα κάποια ανταλλάγματα. Αρχής γενομένης από την συμφωνία με τα ΗΑΕ που έχει κατευθυντήριο άξονα την ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ των μερών και την σύναψη διπλωματικών σχέσεων. Στα πλαίσια αυτής τα ΗΑΕ έλαβαν 50 προηγμένα μαχητικά αεροσκάφη F35 και υπερσύγχρονη τεχνολογία drone συνολικής αξίας 23 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τις ΗΠΑ ως κίνηση τόνωσης της αυτοπεποίθησης των πρώτων και παρότρυνσης να συνεργαστούν με το Ισραήλ.

Στην περίπτωση του Σουδάν, οι συζητήσεις και η συμφωνία πραγματοποιήθηκαν τον Οκτώβριο του 2020 και ολοκληρώθηκαν συγκεκριμένα στις 23 Οκτωβρίου 2020, ενώ η υπογραφή από το Σουδάν που θα έθετε σε εφαρμογή τα συμφωνηθέντα, κάνοντας τα πράξη, καθυστέρησε δυόμιση μήνες (06/01/2021) εξαιτίας της αναμονής από το κοινοβούλιο του Σουδάν που ακόμα δεν είχε σχηματιστεί. Σε αυτή όμως την συμφωνία  το σημαντικό είναι πως η υπογραφή της ήρθε λιγότερο από ένα μήνα έπειτα από την διαγραφή του Σουδάν από την αμερικανική λίστα κρατών υποστηρικτών και διακινητών της τρομοκρατίας, ενέργεια που αδιαμφισβήτητα αποτέλεσε μαζί με την οικονομική βοήθεια των 810 δις από την Παγκόσμια τράπεζα προς το Σουδάν και την αναθέρμανση των σχέσεων του με τις ΗΠΑ, βασικούς όρους- ανταλλάγματα της υπογραφής της συμφωνίας.

Ακόμα, μία παρόμοια και εξίσου σημαντική κατάσταση παρατηρείται και στην περίπτωση του Μαρόκο και ειδικότερα με την επίσημη αναγνώριση εκ μέρους των ΗΠΑ, του Μαρόκο ως κράτους κυρίαρχου στην περιοχή της δυτικής Σαχάρας με την ίδρυση ενός αμερικανικού προξενείου στην περιοχή της Dakhla που στοχεύει στην ανάπτυξη και προώθηση οικονομικών και επιχειρηματικών ευκαιριών στην περιοχή. Η Dakhla βρίσκεται στην δυτική Σαχάρα. Αποτελεί στα πλαίσια της ευρύτερης περιοχής της Δυτικής Σαχάρας το «μήλο της έριδος» μεταξύ του Μαρόκο και της νομαδικής φυλής των Σαχράουι. Το Μαρόκο θεωρεί την περιοχή ως την δωδέκατη περιφέρεια του Βασιλείου του Μαρόκο και νότιο τμήμα της χώρας, ενώ οι Σαχράουι με την υποστήριξη της Αλγερίας το θεωρούν τμήμα της Σαχράουι Αραβικής Δημοκρατίας. Οι εχθροπραξίες μεταξύ του εθνικού κινήματος των Σαχράουι γνωστό ως «Polisario Front» καθώς και οι ανακαταλήψεις των εδαφών απαριθμούν πολλά χρόνια ήδη από την απoαποικιοποίηση των Ισπανών από την περιοχή και δεν έχουν λάβει μια μόνιμη κοινά αποδεκτή λύση ,παρά το ψήφισμα του ΟΗΕ το 1991 για κατάπαυση του πυρός με φυσικό επόμενο ένα δημοψήφισμα από τους Σαχράουι που ποτέ δεν έγινε, δίνοντας την ευκαιρία στο Μαρόκο να ενεργεί κατά το δοκούν. Η κίνηση αυτή της αμερικανικής νομιμοποίησης της κυριαρχίας του κράτους γραπτά μέσω των Συμφωνιών αποτέλεσε ξεκάθαρη ένδειξη της Αμερικανικής επί Trump, τουλάχιστον, θέσης για το ζήτημα καθώς και σημαντική ενθάρρυνση και προώθηση του Μαρόκο να έρθει σε συμφωνία με το Ισραήλ, ένα δηλαδή διπλωματικό αντάλλαγμα.

Το Ισραήλ είναι γνωστό πως αποτελεί “Startup Nation”, ένα κράτος δηλαδή της δημιουργικότητας, εφευρετικότητας, της καινοτομίας, που συνδυάζει την τεχνολογία την οικονομία και την επιχειρηματικότητα σε τόσο καλό βαθμό, που αν και με 8 εκατομμύρια πληθυσμό διαθέτει 69 εταιρείες υψηλής ανάπτυξης και τεχνολογίας. Το ενδιαφέρον που δημιουργεί ιδίως στην τεχνολογική του εξέλιξη και την εμπειρογνωμοσύνη, το καθιστά μια πολύ δελεαστική χώρα για σύναψη σχέσεων συνεργασίας. Αυτό, μάλιστα, το δεδομένο αποτέλεσε μαζί με άλλα πολιτικά, γεωπολιτικά και οικονομικά, τους λόγους που ΗΑΕ, Μπαχρέιν, Σουδάν και Μαρόκο επισημοποίησαν την ανάπτυξη φιλικών, διπλωματικών και συνεργατικών σχέσεων με εκείνο. Μία γενική ιδέα που είχε δημιουργηθεί είναι πως το Ομάν και η Σαουδική Αραβία θα ακολουθούσαν τις 4 χώρες που υπέγραψαν τις συμφωνίες Αβραάμ, δεδομένου, όπως είπε και ο Σαουδάραβας υπουργός Εξωτερικών Φάισαλ μπιν Φαρχάν, πως κάτι τέτοιο θα ήταν αρκετά επωφελές και για τα δύο κράτη. Άλλωστε η Σ.Α εξαρχής πρακτικά αν και σιωπηρά στήριξε τις συμφωνίες επιτρέποντας τις πτήσεις των ισραηλινών αεροσκαφών πάνω από το έδαφος της με προορισμό το Μπαχρέιν. Η ειδίκευση, οι αποτελεσματικές ισραηλινές γνώσεις στην ασφάλεια και ειδικά στην κυβερνοασφάλεια την ανάγκη της οποίας έχει η Σ.Α, η απειλητικά επεκτατική Τουρκική δραστηριότητα άσκησης επιρροής στον Περσικό κόλπο με την υποστήριξη που δίνει στην Μουσουλμανική Αδελφότητα και στο Κατάρ( έναν από τους αντιπάλους της Σ.Α) οι επεκτατικές του τάσεις και οι αρνητικές σχέσεις που διατηρεί με το Ισραήλ, αλλά και ο κοινός αντίπαλος του Ισραήλ και της Σ.Α- το Ιράν (και οι αντιπρόσωποι του- Χεζμπολάχ), σίγουρα ενισχύουν το όφελος ύπαρξης μεταξύ τους συνεργασίας. Σε αυτά μπορεί να προστεθεί και η υποχωρητική πολιτική των ΗΠΑ που συνεχίζεται και από την κυβέρνηση Biden. Η αποχώρηση τους από το Αφγανιστάν, η μείωση του ενδιαφέροντος τους για τα εκεί τετκταινόμενα, η αμερικανική πολιτική βούληση για μείωση της στρατιωτικής τους παρουσίας σε αυτή την περιοχή δημιουργούν ένα κενό ασφαλείας που πέρα των άλλων κρατών και το Ισραήλ και η Σ.Α. καλούνται να καλύψουν. Στην πραγματικότητα όμως η εσωτερική πολιτική αστάθεια του κράτους, το αμετάκλητο Σαουδικό αίτημα για επίλυση του Παλαιστινιακού ζητήματος, από το οποίο μάλιστα επηρεάζεται και η εσωτερική νομιμοποίηση του καθεστώτος, καθώς και η υποστήριξη που λαμβάνει η Παλαιστίνη και τα δικαιώματα της από την πλειονότητα της Σαουδικής κοινής γνώμης θέτουν ένα σημαντικό εμπόδιο στην επίσημη σύναψη μιας συμφωνίας με το Ισραήλ. Αντίστοιχα, και το Ομάν θεωρητικά θα επωφελούταν πάρα πολύ οικονομικά αλλά και στρατιωτικά με μια επικείμενη διμερή συνεργασία με το Ισραήλ, εξαιτίας της δύσκολης οικονομικής κατάστασης που έχει βρεθεί και των εσωτερικών αναταραχών που επικρατούν λόγω προβλημάτων όπως η τρομοκρατία, η πειρατεία, η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών που βάλλουν την ασφάλεια και σταθερότητα του. Παρόλα αυτά η ουδετερότητα που διατηρεί η Ομανική ιδεολογική προσέγγιση και η τάση μη επέμβασης, το αίτημα και του ιδίου για επίλυση του Παλαιστινιακού και αναγνώριση των δικαιωμάτων του παλαιστινιακού λαού, δεν του επιτρέπει να συμπληρώσει την ομάδα των 6 κρατών. Δεν είναι άλλωστε και τυχαίο που το Ομάν αποκαλείται «η Ελβετία της Μέσης Ανατολής».

Ο ενδοιασμός και το ερώτημα που προκύπτει σε αυτό το σημείο είναι κατά πόσο οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να συνεχίσουν αυτόν τον σημαντικό τους ρόλο στις Συμφωνίες Αβραάμ και να αυξήσουν τα μέλη τους, ακολουθώντας το επιτυχημένο σύστημα ανταλλαγμάτων για άρση των αμφιβολιών και ενστάσεων όπως ακριβώς έκαναν με τα προαναφερθέντα τρία κράτη και σε μια τέτοια υπόθεση εργασίας ποια θα μπορούσαν να είναι αυτά τα ανταλλάγματα. Η απάντηση που μπορεί να δοθεί εδώ είναι απλή. Φυσικά οι ΗΠΑ με πολιτική βούληση θα μπορούσαν να διατηρήσουν τον ενεργό τους ρόλο σε αυτές τις συμφωνίες και να αυξήσουν τα κράτη που μέσω της συνεργασίας τους με το Ισραήλ θα περνούσαν στην σφαίρα επιρροής τους και θα ενίσχυαν το « μέτωπο» απέναντι στο απειλητικό Ιράν. Και τα προσφερόμενα ανταλλάγματα θα στηρίζονταν στις ανάγκες των δύο κρατών, που σκεπτόμενα ως ορθολογικοί δρώντες θα συνειδητοποιούσαν ότι μπροστά στο συμφέρον οι ενδοιασμοί μπορούν να παραμεριστούν.

Πιο συγκεκριμένα, στην περίπτωση του Ομάν, οι οικονομικές απώλειες που υπέστη από την πανδημία του κορωνοϊού και την πετρελαϊκή κρίση αλλά και η υψηλή ανεργία, ειδικά μεταξύ των νέων του χρήζουν απαραίτητη την οικονομική ενίσχυση του κράτους με οικονομικά πακέτα αλλά και επενδύσεις για να βοηθηθεί στην επέκταση της οικονομίας του. Αυτή την συνθήκη κάλλιστα θα μπορούσαν να την εκμεταλλευτούν οι ΗΠΑ και σαν αντάλλαγμα να την χρησιμοποιούσαν για να πείσουν το κράτος.

Τέλος στην περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας, οι ΗΠΑ και συγκεκριμένα ο J. Biden στις προεκλογικές του δηλώσεις είχε κατηγορήσει την Σαουδική Αραβία για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και απειλήσει την ίδια με «πάγωμα» των πωλήσεων προμηθειών πολεμικού εξοπλισμού, επιφέροντας έτσι σύννεφα στην μέχρι πρότινος- επί Trump- καλή σχέση τους. Αυτή η στάση δυσαρέστησε πολύ το κράτος και σίγουρα η άρση αυτών των προεκλογικών δηλώσεων και η αναγνώριση της ως  αναντικατάστατος συνομιλητής και σύμμαχος τους στην περιοχή αποτέλεσε ένα σημαντικό αίτημα του που θα μπορούσαν οι ΗΠΑ να εκμεταλλευτούν και να το ικανοποιήσουν με αντάλλαγμα την προσχώρηση της Σαουδικής Αραβίας σε συμφωνία με το Ισραήλ.

Συμπερασματικά, καθώς το μέλλον της Μέσης Ανατολής παραμένει αβέβαιο, οι Συμφωνίες Αβραάμ ήρθαν για να μεταβάλλουν την ισορροπία ισχύος στην περιοχή. Η σύσφιξη των σχέσεων τους με το Ισραήλ κρύβει και την επιθυμία να εναντιωθούν σε ένα κοινό μέτωπο απέναντι από το Ιράν. Οι αμφιβολίες των κρατών δεν είναι εύκολο να καμφθούν, αλλά με ένα αρκετά δελεαστικό αντάλλαγμα, ιδεολογίες ή στάσεις μπορούν να θυσιαστούν στον βωμό της μεγιστοποίησης του κρατικού συμφέροντος και οφέλους, επιβεβαιώνοντας έτσι τόσο την ρεαλιστική σχολή σκέψης περί τάσης εξυπηρέτησης μόνο του κρατικού συμφέροντος, αλλά και την φιλελεύθερη περί ειρηνικής συνύπαρξης και μέγιστης ωφέλειας μέσω συνεργασίας. Είναι αδιαμφισβήτητο, ότι οι ίδιες αποτέλεσαν και αποτελούν συμφωνίες “ πρότυπο” επόμενων συμφωνιών, στην βάση του κύριου στόχου εγκαθίδρυσης ειρήνης, σταθερότητας, συνεργασίας και ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, με τον χρόνο να απομένει για να δείξει την αντοχή τους και την πιθανότητα επέκτασης τους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ