Loading...
Κλιματική Αλλαγή, Περιβαλλοντολογικά Προβλήματα και Δίκαιο Ενέργειας

Το δικαίωμα στο νερό και η ιδιωτικοποίησή του στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης

Γράφει η Θεοδοσία Καλαμπούκα

Το δικαίωμα στην παροχή πόσιμου νερού και η ιδιωτικοποίησή του είναι ένα ζήτημα που απασχολεί τόσο τον υπό ανάπτυξη κόσμο όσο και το δυτικό. Υπάρχει έντονος διχασμός σχετικά με το αν η ιδιωτικοποίηση αγαθών κοινής ωφέλειας έχει αρνητικές ή θετικές επιπτώσεις τόσο στη συντήρησή τους όσο και στην απόλαυση αυτών από τους πολίτες, ειδικά για το νερό, το οποίο τα τελευταία χρόνια διεκδικείται ως ανθρώπινο δικαίωμα και η ανησυχία για την εξάντλησή του ολοένα και αυξάνεται.

Αρχικά, αν και το νερό θεωρείται γενικότερα δημόσιο αγαθό, δε σημαίνει ότι αναγνωρίζεται και ως ανθρώπινο δικαίωμα η πρόσβαση σε αυτό. Πρώτη φορά, το 2002, η Ειδική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα συμπεριέλαβε το νερό στις γενικές παρατηρήσεις του Διεθνούς Συμφώνου (Γενικό σχόλιο αρ.15), αναγνωρίζοντας εμμέσως πλην σαφώς το δικαίωμα στο νερό ως απορρέον από τα άρθρα 11 και 12 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, στο πλαίσιο του δικαιώματος να ζει κανείς υπό αξιοπρεπείς συνθήκες. Στη συνέχεια, το 2010, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ με το Ψήφισμα 64/292 αναγνώρισε το δικαίωμα στο ασφαλές και καθαρό πόσιμο νερό και στην υγιεινή, συμπληρώνοντας ότι είναι αναγκαίο για την πραγμάτωση όλων των άλλων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, κανένα από τα δύο κείμενα δεν έχει κανονιστική ισχύ έναντι των κρατών, και όσον αφορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το δικαίωμα αυτό δεν έχει κατοχυρωθεί σε καμία συνθήκη.

Σε κάθε περίπτωση, είτε αντιμετωπισθεί ως αγαθό κοινής ωφέλειας είτε ως δικαίωμα, η ιδιωτικοποίησή του αυτή καθεαυτή δεν απαγορεύεται, αλλά σίγουρα αυξάνονται οι απαιτήσεις σχετικά με την παροχή του. Περιπτώσεις όπως η ιδιωτικοποίηση του νερού στην Τζακάρτα της Ινδονησίας, την Αργεντινή και τη Βολιβία, αν και αφορούν χώρες που δεν ανήκουν στη «Δύση», μπορούν να φανούν εξαιρετικά χρήσιμες για την αξιολόγηση της ιδιωτικοποίησης ως μοχλού ανάπτυξης. Το βασικό επιχείρημα, εξάλλου, για την ιδιωτικοποίηση τέτοιων παροχών παγκοσμίως είναι ότι το κράτος ως μία γραφειοκρατική οντότητα χωρίς επιχειρηματικό χαρακτήρα είναι επιρρεπής στη διαφθορά ή αδυνατεί να φέρει την ανάπτυξη σε μία χώρα που έχει πληγεί από κρίση, πολιτική ή οικονομική. Πιο συγκεκριμένα, πολλές αναπτυσσόμενες χώρες ή χώρες σε οικονομική κρίση έχουν αναγκαστεί να καταφύγουν στο δανεισμό από διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) ή η Παγκόσμια Τράπεζα. Ως προϋπόθεση της οικονομικής αρωγής, οι χώρες υποχρεούνται να υιοθετήσουν συγκεκριμένες νεοφιλελεύθερες πολιτικές, μία εκ των οποίων είναι συχνά η ιδιωτικοποίηση παροχών κοινής ωφέλειας, όπως το νερό. Μάλιστα, στην περίπτωση του Λάγος της Νιγηρίας, η Παγκόσμια Τράπεζα απέσυρε τη δέσμευσή της για οικονομική αρωγή μετά την άρνηση της χώρας στην ιδιωτικοποίηση του νερού (Satoko Kishimoto et al. 2015). 

Σύμφωνα με την ορθόδοξη θεωρία, η ιδιωτικοποίηση αναμένεται να απελευθερώσει την αποτελεσματικότητα του ιδιωτικού τομέα και να αποφέρει κοινωνικά και περιβαλλοντικά οφέλη, χάρη στην κατανομή του λειτουργικού κινδύνου. Έτσι, τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, δημιουργήθηκε μια τάση ή για κάποιους ακόμη και «κίνημα» ιδιωτικοποίησης (Isabelle Fauconnier, 1999). Ωστόσο, όπως εύστοχα έχουν αναφέρει οι Emanuele Lobina and David Hall (2013), «η πραγματικότητα της ιδιωτικοποίησης των υδάτων είναι εξαιρετικά αμφιλεγόμενη και απέχει πολύ από τις ψευδαισθήσεις της αποτελεσματικότητας του ιδιωτικού τομέα και την πραγμάτωση του δικαιώματος στο νερό».

Σε αντίθεση με το κράτος το οποίο έχει καθήκον να προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα, η εταιρική κοινωνική ευθύνη περιορίζεται στο σεβασμό των δικαιωμάτων -σε επίπεδο παραίνεσης και όχι νομικής υποχρέωσης- (UN, 2011). Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι πρωταρχικός στόχος των ιδιωτικών εταιριών είναι εύλογα το κέρδος και όχι η παροχή υπηρεσιών ως κοινωνικό έργο. Η εταιρική διαφθορά, το αυξανόμενο κόστος που οδήγησε στον αποκλεισμό των φτωχότερων στρωμάτων από την παροχή νερού, η μείωση της ποιότητας και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις, η έλλειψη διαφάνειας και συμμετοχής των πολιτών και η εκ του αποτελέσματος περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση του δημοσίου είναι κάποια από τα επιχειρήματα υπέρ της αποτυχίας της ιδιωτικοποίησης, όπως προέκυψαν από πολυάριθμες υποθέσεις ανά τον κόσμο (Infran Zamzani, 2015). Η κοινωνία των πολιτών ήταν αντίθετη με την ιδιωτικοποίηση των δημοσίων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας εξαρχής, υποστηρίζοντας ότι μόνο οι ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες μπορούν να φτάσουν τα απαιτούμενα πρότυπα ώστε τα κράτη να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους για την υλοποίηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ισότητας των φύλων και της κοινωνικής δικαιοσύνης, καθοριστικής σημασίας για την υλοποίηση των στόχων της ατζέντας του 2030 (PSI, 2018).

Επιπλέον, οι δημόσιες αρχές έχουν δείξει μια τάση, τις τελευταίες δύο δεκαετίες, προς την επανακρατικοποίηση και πιο συγκεκριμένα την (επανα)δημοτικοποίηση, σύμφωνα με την οποία η παροχή αναλαμβάνεται συνήθως από περιφέρειες ή πόλεις, με νερό και αποχέτευση να υπάγονται στη δημοτική δικαιοδοσία και είναι απαλλαγμένη συνήθως από την κρατική γραφειοκρατία. Χαρακτηριστικά, μεταξύ 2000 και 2019, περισσότερες από 2400 πόλεις σε όλο τον κόσμο -σε 58 χώρες, τόσο αναπτυσσόμενες όσο και ανεπτυγμένες- έχουν αναλάβει δράσεις για την επαναφορά των δημόσιων υπηρεσιών υπό δημόσιο έλεγχο και έχουν πραγματοποιηθεί 1408 επαναδημοτικοποιήσεις. Όσον αφορά τις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, έχουν υπάρξει 311 περιπτώσεις επαναδημοτικοποίησης, με τη Γαλλία να είναι η πρώτη με 109 περιπτώσεις (Satoko Kishimoto et al. 2020), ενώ και η Πορτογαλία έχει επίσης ξεκινήσει επανακρατικοποιήσεις, αφού είχε αναγκαστεί να ιδιωτικοποιήσει το νερό της λόγω οικονομικής κρίσης.

Αντί της ιδιωτικοποίησης και των συμπράξεων δημοσίου-ιδιωτικού τομέα, συνιστάται μια νέα ιδέα, εκείνη των Συμπράξεων Δημόσιων Φορέων σύμφωνα με την οποία η δημόσια υπηρεσία ύδρευσης θα μπορούσε να επωφεληθεί από εξωτερική εμπειρογνωμοσύνη, μέσω μιας συνεργασίας με άλλο δημόσιο φορέα και ορίζεται ως «συνεργασία μεταξύ δύο ή περισσότερων δημόσιων αρχών ή οργανισμών, με βάση την αλληλεγγύη, για τη βελτίωση της ικανότητας και της αποτελεσματικότητας ενός εταίρου στην παροχή δημόσιων υπηρεσιών ύδρευσης ή αποχέτευσης». «Μια ομότιμη σχέση σφυρηλατημένη γύρω από κοινές αξίες και στόχους, που αποκλείουν την αναζήτηση κέρδους» (David Hall et al. 2019).

Κλείνοντας, η Ελλάδα δε διαφέρει σε τίποτα από τις προαναφερθέντες χώρες παρά μόνο στο ότι βρίσκεται στην ευμενή θέση να έχει ιστορικά παραδείγματα ως βάση για τις μελλοντικές αποφάσεις της. Μπορεί η κοινή γνώμη να μην έχει κατασταλάξει ως προς το αν φταίει η ιδιωτικοποίηση ή ο τρόπος εφαρμογής της για τα αποτελέσματα που έχει επιφέρει σε πλείστες περιπτώσεις (Jessica Budds and Gordon McGranahan, 2003), αλλά παρατηρείται μια αλλαγή τάσης προς τον δημόσιο τομέα σε όλο τον κόσμο και αυτό δεν πρέπει να παραβλεφθεί. 

Πηγές:

  • David Hall, Emanuele Lobina, Violeta Corral, Olivier Hoedeman, Philip Terhorst, Martin Pigeon, Satoko Kishimoto, Public-Public Partnerships in water, Public Services International Research Unit (PSIRU), March 2019.
  • Emanuele Lobina and David Hall, Water Privatisation and Remunicipalisation: International Lessons for Jakarta, Public Services International Research Unit (PSIRU), November 2013.
  • Fauconnier Isabelle (1999), The Privatization of Residential Water Supply and Sanitation Services: Social Equity Issues in the California and International Contexts, Berkeley Planning Journal, 13(1), pp. 37-46.
  • Jessica Budds and Gordon McGranahan (2003), Are the debates on water privatization missing the point? Experiences from Africa, Asia and Latin America, Environment and Urbanization, 15(2), pp. 87–114.
  • Public Services International (2018), Alternatives to PPPs – growing instances of de-privatization, Extract from the Civil Society Report, “Spotlight on Sustainable Development 2018” – the new global report assesses obstacles and contradictions in the implementation of the 2030 Agenda.
  • Satoko Kishimoto, Lavinia Steinfort and Olivier Petitjean (2020), The future is public: Towards democratic ownership of public services, Transnational Institute (TNI).
  • Satoko Kishimoto, Emanuele Lobina and Olivier Petitjean (2015), Our public water Future – The global experience with remunicipalisation, Published by Transnational Institute (TNI), Public Services International Research Unit (PSIRU), Multinationals Observatory, Municipal Services Project (MSP) and the European Federation of Public Service Unions (EPSU), Amsterdam, London, Paris, Cape Town and Brussels.  

Πηγή Εικόνας: rawpixel. Διαθέσιμο σε: https://www.rawpixel.com/image/425247/glass-water

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *