Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Το ανέφικτο μίας κατ’ ουσίαν αμερικανορωσικής φιλίας: Επιγραμματική περιπτωσιολογική μελέτη του Ψυχρού Πολέμου βάσει γεωγραφικών δεδομένων

Γράφει ο Δημήτριος Μελισσάρης

Εισαγωγή:

Μία πρώτη αποϊδεολογικοποιημένη αναγνώριση της ρωσικής γεωγραφικής πραγματικότητας

Από διαχρονικής απόψεως, η Ρωσία στέκεται τυπική περίπτωση Ηπειρωτικής Δυνάμεως στο εσωτερικό τμήμα της, κατά τας θεμελιώδους αρχάς των Mackinder και Spykman, Παγκοσμίου Νήσου (World Island), ήτοι ευρισκομένη στην καρδιά αυτής[1]. Ειδικότερα, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπ’ όψιν τις απαρασάλευτες αρχές της Ναυτικής Ισχύος και δοθείσης της ρωσικής γεωγραφικής πραγματικότητας, θα ήτο πρέπον να παρατεθεί εν αρχή η παραδοχή του Geoffrey Till ότι η ναυτική γεωγραφία υπήρξε πάντοτε ιδιαιτέρως αγενής απέναντί της Ρωσίας, εφόσον τίθεται αντιμέτωπη με αμυντικής και κλιματικής φύσεως δυσκόλως προσπελάσιμα περιοριστικά ζητήματα, ήτοι κωλύματα, και στις τέσσερεις θαλάσσιες διόδους της[2]. Συνεπώς, τα αδήριτα δεδομένα της ρωσικής θέσεως εις τον χάρτη έθεταν την σοβιετική ηγεσία άμεσα αντιμέτωπη τόσο με την ανάγκη δημιουργίας αξιομάχου στόλου όσο και με την αναζήτηση ασφαλούς και απροσκόπτου προσβάσεως στις θερμές θάλασσες[3].

Τω όντι, η αποκαλουμένη από την αγγλοσαξονική πραγματεία «Μάχη για Πρόσβαση» στους ανοιχτούς ωκεανούς ήτο μύχιος και πάγιος στόχος της ρωσικής ναυτικής στρατηγικής ο οποίος, εντούτοις, μετά περίσσιας δυσκολίας εδύνατο να παρακάμψει τα τρωτά σημεία της γεωγραφικού γίγνεσθαι[4]. Δικαίως, λοιπόν, ο Alfred T. Mahan επεσήμανε, εκφράζοντας την αξία της θαλάσσιας ισχύος με το βιβλίο-ορόσημο The Influence of Sea Power upon History, 1660-1783[5], εν έτει 1900, ότι η Ρωσία ουδέποτε θα κατορθώσει να είναι επαρκώς ικανοποιημένη από την εξαρτώμενη πρόσβασή της στη θάλασσα[6].

i. Sir Halford Mackinder: Η θεωρία της Heartland

 Εν συνεχεία, η ενδελεχής εξέταση του συσχετισμού ισχύος μεταξύ των χερσαίων και των θαλασσίων δυνάμεων από τον Sir Halford Mackinder δύναται να δώσει περεταίρω εξηγήσεις σχετικώς. Θέτοντας, λοιπόν, ως κέντρο εστίασης επί χάρτου την γεωγραφική περιοχή της Σιβηρίας και θεωρώντας την ευρωπαϊκή ήπειρο ως μία εκ των χερσονήσων της ευρασιατικής χερσαίας μάζας[7], ο Mackinder ταύτισε την «καρδιά» της Παγκοσμίου Νήσου, την περιλάλητη Heartland ή, κατά το ορθότερον από μακιντεριανή οπτική, Pivot Area, με το μεγαλύτερο μέρος της τεραστίας ευρασιατικής εκτάσεως του εκτεινομένου  νοτίως ως τις παρυφές του Ιρανικού Υψιπέδου πέρα του οποίου βρίσκεται η κοιλάδα του Ευφράτη και ο Περσικός Κόλπος (Μεγάλο Βαθύπεδο)[8]. Αυτή η αχανής χερσαία μάζα θα μπορούσε, κατά τον Mackinder, να αποτελέσει τη βάση για την δόμηση μίας ηπειρωτικής θαλασσίου δυνάμεως, προφανώς κατισχύουσας της αγγλοσαξονικής ναυτικής ισχύος, ορίζοντας τουτέστιν ως πάγιο αίτημα της Μεγάλης Βρετανίας και, εν συνεχεία, των Ηνωμένων Πολιτειών την διατήρηση της ισορροπίας ισχύοςδιά της ανασχέσεως της αναθεωρητικής δυνάμεως και της αποτροπής εξελίξεως αυτής σε κυρίαρχο της Παγκοσμίου Νήσου[9]. Βάσει των ανωτέρω, συνάγεται ως συμπέρασμα το αναπόφευκτο της αενάου συγκρούσεως μεταξύ της χερσαίας και της ναυτικής δυνάμεως[10]. Μνημειώδης, άλλως τε, είναι η μακιντεριανή διατύπωση, κατά την οποία:

«Όποιος κυβερνά την Heartland, κυβερνά την Πλανητική Νήσο.

Όποιος κυβερνά την Πλανητική Νήσο, κυβερνά ολόκληρο τον Κόσμο»[11].

ii. Nicholas Spykman: Η θεωρία του Rimland

 Όπως η Ρωσική Αυτοκρατορία ήτο αποκλεισμένη από τη θάλασσα και περικυκλωμένη από την εχθρικώς διακειμένη βρετανική ναυτική ισχύ, κατά τον ίδιο τρόπο και η Σοβιετική Ένωση ερχόταν αντιμέτωπη με το ίδιο γεωπολιτικό κώλυμα. Με τη σειρά του, λοιπόν, ο Nicholas Spykman αποπειράθηκε, εν έτει 1944,  της αναπροσαρμογής της μακιντεριανής θεωρήσεως εισάγοντας την σημασία του Κρηπιδώματος, ήτοι του γνωστού Αναχωματικού Δακτυλίου (Rimland), επισημαίνοντας ορθώς ότι:

«Όποιος ελέγχει το Κρηπίδωμα εξουσιάζει την Ευρασία και

όποιος εξουσιάζει την Ευρασία ελέγχει το πεπρωμένο του κόσμου»[12]

Πράγματι, ο Spykman απέδιδε ιδιαιτέρα βαρύτητα στις ευρασιατικές παράκτιες περιοχές της Παγκοσμίου Νήσου, αναπόσπαστο τμήμα των οποίων είναι και η Μέση Ανατολή, καθώς τις αναγνώριζε ως «το κλειδί του αγώνα για την κυριαρχία στον κόσμο», ενώ, εκ παραλλήλοις, αναγνώριζε τον κίνδυνο αναδείξεως μίας δυνάμεως στην περιοχή διά της ακολουθίας επεκτατικής πολιτικής και οικοδομήσεως συμμαχιών που θα την καθιστούσε ικανή να δομήσει ένα δίκτυο/πλέγμα ναυτικών και αεροπορικών βάσεων στην περιοχή του μακιντεριανού Marginal Crescent[13]. Συνδυαστικώς με τα ανωτέρω και επικεντρωμένος στην περίπτωση της ρωσικής γεωγραφικής θέσεως, ο Spykman τοποθετείται αναγνωρίζοντας ότι «επί δύο αιώνες η Ρωσία μοχθεί ώστε να διαρρήξει τον δακτύλιο των κρατών που περιβάλλουν τα σύνορά της και να φτάσει στον ωκεανό αλλά η γεωγραφία και η θαλάσσια ισχύς στέκονται εμπόδιο»[14]. Η προσέγγιση αυτή ερχομένη σε άρρηκτη σύνδεση με την μακιντεριανή θέαση του κόσμου διαδραμάτισαν καταλυτικό ρόλο στο αμερικανικό Δόγμα Ανασχέσεως, όπως αυτό είχε διατυπωθεί από τον George Kennan στο The long Telegraph,όπου και τονιζόταν η μεγάλη σημασία της περικυκλώσεως της σοβιετικής επιρροής[15].

Αντί Επιλόγου:

Η εξάρτηση της εκβάσεως του Ψυχρού Πολέμου από τα γεωγραφικά δεδομένα

 Η συνεκτίμηση των ανωτέρω γεωπολιτικών θεωριών καθιστά τοις πάσι κατανοητό ότι ο καθορισμός της εκβάσεως του Ψυχρού Πολέμου σχετίζεται άμεσα με την τελική επέκταση της σοβιετικής επιρροής στη Παγκόσμια Νήσο και την αποτελεσματική ή μη ανάσχεση της ορμής της από την αμερικανική/αγγλοσαξονική θαλάσσια και αεροπορική ισχύ. Επομένως, γνωστοποιείται ότι η βρετανική πολιτική και στρατηγική έναντι της τσαρικής Ρωσίας έμελλε να καθορίσει την αμερικανική πολιτική περικυκλώσεως της σοβιετικής απειλής κατά την διάρκεια της ψυχροπολεμικής περιόδου. Από την άλλη πλευρά, η στρατηγική συνέχεια διαφαίνεται και στη ρωσική σκέψη, η οποία διαπνεόταν από στυγνή ρεαλιστική λογική και δίχως το ίχνος ιδεολογικού παρωπιδισμού, καθώς προέβαινε στην εξισορρόπηση του οφέλους και του κόστους μίας ενέργειας, με μοναδικό γνώμονα την εξυπηρέτηση της ρωσικής ισχύος, ασφαλείας και επιβιώσεως, ως το έσχατο εθνικό συμφέρον[16]. Άλλωστε, η μείζονα σημασία της γεωγραφίας καταδεικνύεται με τον πλέον πασιφανή τρόπο στα λεγόμενα του σοβιετικού Υπουργού Εξωτερικών Andrey Vyshinsky (1949-1953), όπου λίαν  παραστατικώς εξήγησε ότι «σε περίπτωση που ένα πολεμικό πλοίο πρέπει να καταπλεύσει από τη Μεσόγειο στη Μαύρη Θάλασσα πρέπει να διασχίσει τα Δαρδανέλια, ανεξαρτήτως εάν η εν τη Μόσχα κυβέρνηση είναι τσαρική ή κομμουνιστική»[17].

Βιβλιογραφία

1. Ηλίας Ι. Ηλιόπουλος, «Διεθνείς Σχέσεις της Τουρκίας 1935-1945: Η Ημισέληνος μεταξύ βρεττανικού λέοντος, γερμανικής σβάστικας και ρωσσικής άρκτου», Εκδόσεις Λειμών, Αθήνα 2017.

2. Geoffrey Till, “Sea Power: A guide for the Twenty-First Century”, Frank Cass, London 2004.

3. Ηλίας Ι. Ηλιόπουλος, «Ιστορία, Γεωγραφία και Στρατηγική της Ναυτικής Ισχύος: Εισαγωγή στις θεμελιώδεις έννοιες», Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 2010.

4. Nicholas J. Spykman, «Η Γεωγραφία της Ειρήνης», Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2004.

5. Alfred T. Mahan, “The problem of Asia and its effects upon International Policies”, Sampson Low Marston & Co., London 1900.

6. Χάλφορντ Τζ. Μάκιντερ, «Δημοκρατικά Ιδεώδη και Πραγματικότητα & άλλες τρεις εισηγήσεις», Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2006.

7. Nicholas J. Spykman, “America’s Strategy in World politics: The United States and the Balance of Power”, Harcourt Brace & Co., New York 1942.

8. Ρόμπερτ Ντ. Κάπλαν, «Η Εκδίκηση της Γεωγραφίας», Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2017.

9. John J. Mearsheimer, «Η Τραγωδία της Πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων», Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2007.

10. Hans J. Morgenthau, «Η πολιτική μεταξύ των Εθνών: ο αγώνας για ισχύ και ειρήνη», Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2018.


[1] Ηλίας Ι. Ηλιόπουλος, «Διεθνείς Σχέσεις της Τουρκίας 1935-1945: Η Ημισέληνος μεταξύ βρεττανικού λέοντος, γερμανικής σβάστικας και ρωσσικής άρκτου», Εκδόσεις Λειμών, Αθήνα 2017, σ.161.

[2] Geoffrey Till, “Sea Power: A guide for the Twenty-First Century”, Frank Cass, London 2004, p. 87.

[3] Ηλίας Ι. Ηλιόπουλος, «Ιστορία, Γεωγραφία και Στρατηγική της Ναυτικής Ισχύος: Εισαγωγή στις θεμελιώδεις έννοιες», Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 2010, σ. 108.

[4] Ο.π., σ.110

[5] Nicholas J. Spykman, «Η Γεωγραφία της Ειρήνης», Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2004, σ. 90,91

[6] Alfred T. Mahan, “The problem of Asia and its effects upon International Policies”, Sampson Low Marston & Co., London 1900, p. 117.

[7] Nicholas J. Spykman, «Η Γεωγραφία της Ειρήνης», Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2004, σ. 91,92.

[8] Χάλφορντ Τζ. Μάκιντερ, «Δημοκρατικά Ιδεώδη και Πραγματικότητα & άλλες τρεις εισηγήσεις», Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2006, σ.220.

[9] Nicholas J. Spykman, «Η Γεωγραφία της Ειρήνης», Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2004, σ. 94.

[10] Ο.π., σ.106.

[11] Χάλφορντ Τζ. Μάκιντερ, «Δημοκρατικά Ιδεώδη και Πραγματικότητα & άλλες τρεις εισηγήσεις», Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2006, σ. 316.

[12] Nicholas J. Spykman, «Η Γεωγραφία της Ειρήνης», Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2004, σ. 107.

[13] Ο.π., σ.16,17.

[14] Nicholas J. Spykman, “America’s Strategy in World politics: The United States and the Balance of Power”, Harcourt Brace & Co., New York 1942, p. 182.

[15] Ρόμπερτ Ντ. Κάπλαν, «Η Εκδίκηση της Γεωγραφίας», Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2017, σ. 204,205.

[16] John J. Mearsheimer, «Η Τραγωδία της Πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων», Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2007, σ. 389-394.

[17] Hans J. Morgenthau, «Η πολιτική μεταξύ των Εθνών: ο αγώνας για ισχύ και ειρήνη», Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2018, σ. 187,188.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *