Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Οικονομία

Τι φανερώνει η καθυστέρηση ολοκλήρωσης της CETA για την ΕΕ

Γράφει η Ελένη Σταυροπούλου

       Παρά τις προσπάθειες περί φιλελευθεροποίησης του εμπορίου, αλλά και των επενδύσεων, έχει παρατηρηθεί μια ευρύτερη στασιμότητα του πολυμερισμού, ειδικότερα μετά τον γύρο της Ντόχα του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ). Δεδομένου αυτού, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) προσπαθεί να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις οικονομικής απελευθέρωσης μέσα από τη σύναψη διμερών συμφωνιών, όπως της επιτρέπει η αποκλειστική αρμοδιότητας της Κοινής Εμπορικής Πολιτικής (ΚΕΠ). Μέσα σε αυτό το καινούργιό πλαίσιο εντάσσεται και η Περιεκτική Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία ή αλλιώς CETA (Comprehensive Economic and Trade Agreement), όπου αποτελεί την πιο φιλόδοξη διμερή συμφωνία που έχει διαπραγματευτεί.

       Η CETA συνιστά μια συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών μεταξύ  Καναδά και Ένωσης. Η φιλοδοξία της, όμως, με μια πρώτη ματιά, φαίνεται να την πρόδωσε, καθώς μετά από πολυετείς και δύσκολες διαπραγματεύσεις, τέθηκε σε μερική ισχύ στις 21 Σεπτέμβριου 2017, μετά την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Αυτό συμβαίνει, καθώς κατά απόφαση του Δικαστήριού της ΕΕ (ΔΕΕ), η Ένωση δεν έχει αποκλειστική αρμοδιότητα στον τομέα των επενδύσεων χαρτοφυλακίου και όσον αφορά την επίλυση διαφορών μεταξύ επενδυτών και κρατών, με αποτέλεσμα να αποτελεί μια μικτή συμφωνία. Βέβαια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η CETA, παρά τα προβλήματα της, είναι μια ευκαιρία για την ΕΕ να δοκιμάσει τις νέες δυνατότητες της ως προς τη σχέση της με τα κράτη – μέλη, όπως υπαγορεύει  Συνθήκη της Λισαβόναςστο άρθρο 207, παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ. Ενώ, αν τελικά καταφέρει να εφαρμοστεί στην πληρότητα της, θα μπορούσε να αποτελέσει το νέο χρυσό πρότυπο για την εμπορική πολιτική της ΕΕ. Πιο συγκεκριμένα προβλέπει:

  • Απελευθέρωση του εμπορίου αγαθών με 1. την εξάλειψη περίπου του 98% των τελωνιακών και εισαγωγικών δασμών στα βιομηχανικά προϊόντα 2. τη σταδιακή εξάλειψη δασμών στα ψάρια και συγκεκριμένα τα αγροτικά προϊόντα, σε μια περίοδο επτά ετών 3. διατήρηση ποσοστώσεων στο βόειο και χοιρινό κρέας και το γλυκό καλαμπόκι για την Ε.Ε. και στα γαλακτοκομικά για τον Καναδά.
  • Εισαγωγή αρνητικής λίστας στο εμπορείο δημόσιων υπηρεσιών, οπτικοακουστικών υπηρεσιών και πτυχών των μεταφορών. Ορισμένοι τομείς που ανοίγονται είναι οι θαλάσσιες μεταφορές, οι τηλεπικοινωνίες και άλλοι που σχετίζονται με το περιβάλλον.
  • Δημιουργία κανονισμών για τα ελάχιστα ποιοτικά και τεχνικά πρότυπα υγειονομικών και φυτοϋγειονομικών απαιτήσεων χωρίς  η ΕΕ να μειώσει τα δικά της.
  • Απελευθέρωση των δημοσίων συμβάσεων, με εξαίρεση ορισμένα κρατικά μονοπώλια.
  • Άνοιγμα των επενδύσεων, όπου αποτελεί καίριο και αμφιλεγόμενο μέρος της συμφωνίας.
  • Προώθηση αυξημένων προτύπων προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας – σύμφωνα με τις προδιαγραφές της ΕΕ –  ιδιαίτερα στον τομέα της φαρμακευτικής βιομηχανίας και των πλαστών ή πειρατικών προϊόντων.
  • Προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων των παραδοσιακών ευρωπαϊκών προϊόντων, όπως ισχύσει και εντός ΕΕ.

       Είναι φυσικό ότι μια τόσο φιλόδοξη πρωτοβουλία για την απελευθέρωση σημαντικών οικονομικών τομέων, θα συναντούσε αντίσταση ως προς την κύρωση της. Παρά την αυξημένη αρμοδιότητα της, η Επιτροπή φαίνεται να έχει υπερεκτιμήσει τη δύναμή της να διαπραγματευτεί εμπορικές συμφωνίες για την ΕΕ, ιδιαίτερα ως προς του τομείς αρμοδιότητας των κρατών – μελών. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι Μη Κυβερνητικοί Οργανισμοί (ΜΚΟ) και η Κοινωνία των Πολιτών, λειτουργούσαν ως ένα είδος αντιπολίτευσης κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Μέσα από διαμαρτυρίες και τις ανησυχίες που εξέφρασαν μπορούσαν να επηρεάσουν τις εθνικές κυβερνήσεις καθώς και τον καθορισμό της ατζέντας της CETA. Ανάμεσα στα πιο κεντρικά ζητήματα που τους απασχολούσαν, ήταν η διαφορετική νομοθεσία του Καναδά ως προς τα γενετικά τροποποιημένα προϊόντα καθώς και τα διαφορετικά κανονιστικά πρότυπα της χώρας για την ποιότητα των τροφίμων. Μέσα από διαδηλώσεις, επέμεναν στην διατήρηση των κανονιστικών προτύπων της ΕΕ για την προστασία των πολίτων και των επιχειρήσεων της. Εντός του ίδιου πλαισίου, εξέφρασαν βάσιμους φόβους για τις πρωτόγνωρες αρνητικές λίστες, οι οποίες θα άνοιγαν εκ των προτέρων τομείς που δεν υπάρχουν ακόμη και ίσως έχριζαν προστασίας.

       Η  βασικότερη πρωτοβουλία της CETA, η οποία μέχρι και σήμερα  προκαλεί αντιδράσεις στις ομάδες της κοινωνίας των πολιτών και τις ΜΚΟ αλλά και αποθαρρύνει πολλά κράτη – μέλη από το να υπογράφουν, είναι το δικαστικό σύστημα για τις επενδύσεις ανάμεσα στους επενδυτές και τη χώρα προορισμού της επένδυσης (Investor to State Dispute Settlement, ISDS). Το Δικαστήριο της ΕΕ αποφάνθηκε ότι η συμφωνία πάνω στο ISDS δεν εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της ένωσης. Ο μεγαλύτερος φόβος τους ως προς το ISDS είναι η εκμετάλλευση του από τις εταιρίες για την αμφισβήτηση εθνικών κανόνων. Οι αμφιβολίες για τον μηχανισμό επίλυσης, έδωσαν τη δυνατότητα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να λειτουργήσει περισσότερο από τις επίσημες λειτουργίες του για να προάγει τη γενικότερη διαφάνεια στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, με αποτέλεσμα η ΕΕ να μεταβάλει τη θέση της και να υιοθετήσει το σημερινό μοντέλο.

       Λόγω της μικτής φύσης τους, ο αριθμός των παιχτών που μπορούν να μπλοκάρουν συμφωνία με τη χρήση βέτο έχει αυξηθεί σημαντικά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η CETA να μην έχει επικυρωθεί εξολοκλήρου από την ΕΕ, αλλά να εφαρμόζεται προσωρινά μόνο ως προς το μέρος της αποκλειστικής αρμοδιότητας της. Η διαδικασία της καθολικής εφαρμογής της έχει παγώσει καθώς δώδεκα χώρες δεν την έχουν επικυρώσει, ανάμεσα στις οποίες βρίσκεται και η Ελλάδα. Συγκεκριμένα, η Ρουμανία και η Βουλγαρία προσπάθησαν να μπλοκάρουν τη συμφωνία ορμώμενες από την πολιτική του Καναδά να μην επιτρέπει στους πολίτες τους να ταξιδεύουν εκεί χωρίς την ύπαρξη βίζας. Βέβαια, η πιο σημαντική και πιο γνωστή κίνηση μπλοκαρίσματος της συμφωνία αποτέλεσε αυτή της Βαλλωνίας, μιας επαρχίας του Βελγίου, λόγο ανησυχιών ως προς το κομμάτι των επενδύσεων.

       Η ΕΕ τείνει να προτιμά την σύναψη συμφωνιών ελευθέρων συναλλαγών, οι οποίες εμπίπτουν στην αποκλειστική της αρμοδιότητα,  δηλαδή μόνο η ΕΕ έχει το δικαίωμα να νομοθετεί , χωρίς τη συμμετοχή μεμονωμένων κρατών – μελών καθαυτών. Ωστόσο, στην περίπτωση της CETA αυτό δεν ισχύει. Η CETA είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία  πολιτικών αντιδράσεων, οι οποίες τείνουν να προέρχονται από την ανάδυση λαϊκίστικών, αντιευρωπαϊκών κομμάτων, αλλά και από γενικότερες κινητοποιήσεις ΜΚΟ και της κοινωνίας των πολιτών. Μετά από αυτή τη συμφωνία–πρότυπο, η ΕΕ θα πρέπει να είναι προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει αυτή την αυξημένη πολιτικοποίηση, δεδομένου ότι θέλει να συνεχίσει να συνάπτει συμφωνίες που αφορούν τους τομείς της αειφόρου ανάπτυξης, των επενδύσεων καθώς και της ρυθμιστικής και κανονιστικής συνεργασίας. Ουσιαστικά, ευθύνη της Επιτροπής θα πρέπει να είναι η διαπραγμάτευση με τις είκοσι επτά κυβερνήσεις των κρατών – μελών της, αλλά και με διάφορες οργανώσεις προκειμένου να τους φέρει στην ίδια σελίδα. Κάτι τέτοιο, όμως, θα ήταν σχεδόν ακατόρθωτο.

       Η αύξηση του αριθμού των παιχτών που μπορούν να συμμετάσχουν στη διαδικασία αυξάνει και την πιθανότητα άσκησης βέτο, ωθώντας τις συμφωνίες σε πλήρη παράλυση. Μια κυβέρνηση θα μπορούσε να προσπαθήσει να μπλοκάρει τη συμφωνία για πολιτικούς λόγους που δεν σχετίζονται με αυτή, εφόσον κατέχει το νομικό δικαίωμα να μπλοκάρει μια μεικτή συμφωνία. Όπως είναι εμφανές, κάτι τέτοιο θα λειτουργήσει αρνητικά ως προς την επιτυχία της ΚΕΠ και της Συνθήκης της Λισαβόνας, μειώνοντας την επιρροή και τη δύναμη της ΕΕ σε διεθνή εμπορικά ζητήματα. Η επιστροφή σε δοκιμασμένες συμφωνίες βασικού περιεχομένου, που εμπίπτουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της δεν αποτελεί  βιώσιμη επιλογή, αν επιθυμεί να διατηρήσει  μια ηγετική θέση στο διεθνές οικονομικό σύστημα. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η απάντηση κρύβεται πίσω από την ιδέα της στενότερης ομοσπονδιακής ΕΕ, αλλά και η αντικατάσταση του κανόνα της πλειοψηφίας του Συμβουλίου της ΕΕ, μειώνοντας έτσι την πιθανότητα μια χώρα να μπλοκάρει τη διαδικασία με το να μην φέρει την συμφωνία προς τα εθνικά κοινοβούλια.

       Η ΕΕ στο σύνολό των εξωτερικών της συμφωνιών διατηρεί μια «ακαμψία» στην διαπραγματευτική της στάση και καθυστερεί στην έγκριση τους, πράγμα το οποίο «εξοργίζει» τους εμπορικούς της εταίρους. Βέβαια, τα «αρνητικά» της διαπραγματευτικής διαδικασίας μπορούν να μετριαστούν από το γεγονός ότι η ΕΕ συνιστά έναν πολυπόθητο εταίρο, λόγο της οικονομικής της ισχύος. Ουσιαστικά, αν και το βέτο και η μη κύρωση συμφωνιών λόγω πολιτικών συμφερόντων των κρατών – μελών δεν είναι επιθυμητά, η Ένωση φαίνεται να έχει μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται ως το «παράδοξο της αδυναμίας». Στην περίπτωση του Καναδά εκμεταλλεύτηκε την ιδιαίτερη σχέση της με τις επαρχίες του Οντάριο και του Κεμπέκ, αλλά και τη γενικότερη προθυμία της χώρας να συνεργαστεί μαζί της. Αυτό της επέτρεψε να κάνει χρήση του παράδοξου που προανέφερα, αλλά και να πειραματιστεί ως προς το άνοιγμα νέων πυλώνων συνεργασίας, ενισχύοντας την παρουσία της ως της ως Κανονιστική Δύναμη. Μέσα από τις σκληρές διαπραγματεύσεις, εξωτερικά με τον Καναδά και εσωτερικά με τα κράτη–μέλη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι προχωρά προς το νέο χρυσό πρότυπο για την εμπορική πολιτική της ΕΕ», το οποίο θα χρησιμοποιηθεί στις νέες εμπορικές της συμφωνίες.

       Ανακεφαλαιώνοντας, βλέπουμε ότι η ΕΕ, λόγω της παρούσας στασιμότητας που φαίνεται να βιώνει ο πολυμερισμός, κινείται ενεργά προς την σύναψη πιο φιλόδοξων οικονομικών συμφωνιών. Μια από αυτές είναι και η CETA, η οποία είναι πολύ πιθανό να αποτελέσει την βάση για τη σύναψη άλλων συμφωνιών του ίδιου τύπου. Καθώς, όμως, ως συμφωνία – πρότυπο στοχεύει στην ελευθέρωση νέων πυλώνων του ενωσιακού εμπορίου προς μια τρίτη χώρα, συνεχίζει να συναντά μια δυναμική αντίσταση.  Τα νέα ζητήματα που θίγει την οδηγούν προς  μια πιο πολιτικοποιημένη διάσταση του εμπορίου, με πολλές από τις αντιδράσεις να προέρχονται από την μεριά ομάδων της κοινωνίας των πολιτών, διαφορών ΜΚΟ και λαϊκίστικών κομμάτων. Ένα ακόμα ζήτημα που προκύπτει είναι ο κίνδυνος της ανάγκης για ομοφωνία, λόγω του μεικτού χαρακτήρα της, με ορισμένα από τα κράτη – μέλη να επιλέγουν να μην κυρώσουν την συμφωνία. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να λειτουργήσει αρνητικά ως προς την αποτελεσματική άσκηση της ΚΕΠ, λόγω των νέων απαιτήσεων, που θέλουν την ΕΕ να επεκτείνει το περιεχόμενο των συμφωνιών της, προκειμένου να συμβαδίζει με το γενικότερο ρεύμα της εποχής. Τέλος, το παράδοξο της αδυναμίας της μαζί με την προθυμία του Καναδά για την επίτευξη συμφωνίας, τη βοήθησαν να κινήσει τη συμφωνία προς την κατεύθυνση που η ίδια επιθυμούσε, κυρίως ως προς τα κανονιστικά πρότυπα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δοκιμάσει διακομίζοντας της δυνατότητες της στο άνοιγμα των νέων τομέων με αυτή τη συμφωνία πρότυπο. Ουσιαστικά, οι δυσκολίες ως προς την κύρωση της CETA ίσως εν τελεί ωφελήσουν το νέο μοντέλο συμφωνιών, ενισχύοντας τον ρόλο της ΕΕ ως μια κανονιστική δύναμη στο διεθνές εμπορικό σύστημα.

Βιβλιογραφία

  • Angelescu Ι. (2018), EU-Japan partnership agreements herald new era of closer cooperation στο European Council on Foreign Relations (ECFR) https://ecfr.eu/article/commentary_eu_japan_partnership_agreements_herald_new_era_of_closer_coopera/
  • CETA Ratification Process, στο EU Learning https://carleton.ca/ces/eulearning/ceta-ratification-process/
  • De Bièvre D. (2018), The Paradox of Weakness in European Trade Policy: Contestation and Resilience in CETA and TTIP Negotiations, στο περιοδικό The International Spectator, τόμος 53, τεύχος 3, σ. 70–85 https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/03932729.2018.1499849
  • Desplanque S. (2019), Belgium’s integration blues, στο European Council on Foreign Relations (ECFR) https://ecfr.eu/article/commentary_belgiums_integration_blues/
  • Deutsche Welle, NGOs launch massive lawsuit against EU-Canada trade deal https://www.dw.com/en/ngos-launch-massive-lawsuit-against-eu-canada-trade-deal/a-19515611
  • Dullien S. (2016), Europe’s Trade Policy: Can a Phoenix Rise From the Ashes?, στο European Council on Foreign Relations (ECFR) https://ecfr.eu/article/commentary_europes_trade_policy_can_a_phoenix_rise_from_the_ashes7139/
  • European commission 2016, CETA: EU and Canada agree on new approach on investment in trade agreement https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/lt/IP_16_399
  • European commission b, CETA explained https://ec.europa.eu/trade/policy/in-focus/ceta/ceta-explained/
  • European commission, E.U. – Canada https://ec.europa.eu/trade/policy/in-focus/ceta/
  • European Council a – Council of the European Union, Comprehensive Economic and Trade Agreement (CETA) between Canada, of the one part, and the European Union and its Member States, of the other part https://www.consilium.europa.eu/en/documents-publications/treaties-agreements/agreement/?id=2016017
  • European Parliament (2017), CETA: MEPs back EU-Canada trade agreement https://www.europarl.europa.eu/news/en/press-room/20170209IPR61728/ceta-meps-back-eu-canada-trade-agreement
  • European Union a, The Economy https://europa.eu/european-union/about-eu/figures/economy_en
  • Godement F. (2016), Why less Europe is no Europe – comparing the fates of CETA and MES, στο European Council on Foreign Relations (ECFR) https://ecfr.eu/article/commentary_why_less_europe_is_no_europe_comparing_the_fates_of_ceta_7158/
  • González M. J. (2017), The EU’s New-Generation Trade Agreements: The CETA, στο περιοδικό Treaty Banco de Espana, άρθρο 19/17 https://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=3048331
  • Hübner, K., Deman, A.-S., και Balik, T. (2017), EU and trade policy-making: the contentious case of C.E.T.A., στο περιοδικό Journal of European Integration, τόμος 39, τεύχος 7, σ. 843–857 https://www.tandfonline.com/doi/abs/10.1080/07036337.2017.1371708
  • Klemen D. Και Dr. Beaulieu Ε. (2019), Trade Policy Trends: CETA Ratification, στο The School of Public Policy Publications, τόμος 12 https://journalhosting.ucalgary.ca/index.php/sppp/article/view/69297
  • Leblond, P., και Viju-Miljusevic, C. (2019). EU trade policy in the twenty-first century: change, continuity and challenges, στο περιοδικό Journal of European Public Policy, τόμος 26, τεύχος 12, σ. 1836–1846 https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/13501763.2019.1678059
  • Malmström C. (2017), The future of EU trade policy, στο Bruegel https://www.bruegel.org/2017/01/the-future-of-eu-trade-policy/
  • Meunier, S., και Czesana, R. (2019), From back rooms to the street? A research agenda for explaining variation in the public salience of trade policy-making in Europe, στο περιοδικό Journal of European Public Policy, τόμος 26, τεύχος 12, σ. 1–19 https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/13501763.2019.1678058
  • Moens B. και συν. (2020), Halloumi cheese puts EU’s Canada trade deal to the test στο politico https://www.politico.eu/article/halloumi-cheese-puts-eu-trade-policy-to-the-test/
  • Roederer-Rynning, C. (2017), Parliamentary assertion and deep integration: the European parliament in the CETA and TTIP negotiations, στο περιοδικό Cambridge Review of International Affairs, τόμος 30, τεύχος 5-6, σ. 507–526. https://www.tandfonline.com/doi/abs/10.1080/09557571.2018.1461808
  • Van der Loo G. (2016), Does Wallonia’s veto of CETA spell the beginning of the end of EU trade policy?, στο Centre for European Policy Studies https://www.ceps.eu/cepspublications/does-wallonias-veto-ceta-spell-beginning-end-eu-trade-policy/
  • Young Α. R. (2019): Two wrongs make a right? The politicization of trade policy and European trade strategy, Journal of European Public Policy, στο περιοδικό Journal of European Public Policy, τόμος 26, τεύχος 12, σ. 1883-1899 https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/13501763.2019.1678055