Loading...
Ιστορία και Πολιτισμός

Τα όρια της εταιρικής στρατηγικής σχέσης Ρωσίας- ΗΠΑ  κατά την προεδρία George W. Bush

Γράφει ο Μιχάλης Νεάρχου

Με την είσοδο στην νέα χιλιετία, η αλλαγή στην εξουσία τόσο στην Ρωσία όσο και στις ΗΠΑ με τον Vladimir Putin και τον George W. Bush αντίστοιχα,  άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στις αναμεταξύ τους σχέσεις. Το κλίμα από την πρώτη τους συνάντηση στην Σλοβενία to 2001 ήταν θετικό και εκφράστηκε η επιθυμία για την ύπαρξη μιας νέας προοπτικής στις ρωσο-αμερικάνικες σχέσεις. Οι δύο νέοι πρόεδροι ήθελαν ξεπεράσουν την ψυχροπολεμική αντιπαλότητα και να προωθήσουν μια νέα εταιρική στρατηγική σχέση που θα βασίζεται στα κοινά συμφέροντα. Ως αποτέλεσμα τα πρώτα χρόνια της θητείας των νέων προέδρων οι σχέσεις ΗΠΑ -Ρωσίας βελτιώθηκαν  σε βαθμό που το 2003 συμφωνήθηκε ένα σχέδιο συνεργασίας μεταξύ τους που αποσκοπούσε σε καλύτερο επίπεδο ανταλλαγής στρατιωτικής τεχνολογίας και σε  κοινές στρατιωτικές ασκήσεις.

Χαρακτηριστικό του κλίματος της περιόδου είναι το γεγονός ότι ο πρώτος ξένος ηγέτης που δήλωσε την συνεργασία και στήριξη του προς τις ΗΠΑ μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου ήταν ο Putin. Επι της ουσίας η Μόσχα έδωσε στις ΗΠΑ σημαντικές απόρρητες πληροφορίες και αεροδιαδρόμους για τη διευκόλυνση των νατοϊκών αεροσκαφών  που κατευθύνονταν προς το Αφγανιστάν  και συμφώνησε στην εγκατάσταση αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων σε χώρες της δικής της σφαίρας επιρροής όπως το Ουζμπεκιστάν, στο Κιργιστάν και στο Τατζικιστάν. Η Ρωσία προσπάθησε να εντάξει στο πλαίσιο της καταπολέμησης της διεθνούς τρομοκρατίας και τις δικές τις επιχειρήσεις στην Τσετσενία δείχνοντας πως υπάρχει κοινός σκοπός με την Δύση. Παρά την αρχική κατανόηση που επέδειξε η Δύση για την  κατάσταση στην Τσετσενία και τις δυσκολίες της Ρωσίας στην περιοχή, η διεθνής καταδίκη από τις ΗΠΑ, την ΕΕ και τον ΟΗΕ για την καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων από τα ρωσικά στρατεύματα δεν άργησε να έρθει.

Από το 2002 και έπειτα η «στρατηγική εταιρική σχέση» που και οι δυο Πρόεδροι χαιρέτησαν μετά τις  επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου αποδυναμώθηκε και φάνηκε πως ποτέ δε «ρίζωσε» πραγματικά. Ουσιαστικά από την αρχή της νέας σχέσης υπήρχαν αντίθετες και διαφορετικές προσδοκίες από τις δύο χώρες. Δεδομένης της μεγάλης ασσυμετρίας ισχύος ήταν αδύνατο να υπάρξει μια εταιρική σχέση επι ίσοις όροις όπως επιζητούσε το Κρεμλίνο. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον ήθελε να ενσωματώσει σύμφωνα με τους δικούς της όρους την Ρωσία στην Δύση ενώ η ίδια ήθελε να αποκατασταθεί ώς μεγάλη δύναμη στα μάτια της διεθνούς κοινότητας. Οι μονομερείς πολιτικές της κυβέρνησης Bush  που αγνοούσαν τα ρωσικά συμφέροντα και ανησυχίες όπως και η ισχυροποίηση της διεθνούς φωνής της Ρωσίας λόγω οικονομικής ανάπτυξης, οδήγησαν σταδιακά στην κατάρρευση της εταιρικής σχέσης και στην όξυνση των ρωσο-αμερικάνικων σχέσεων.

Αρχής γενομένης από την απόφαση των ΗΠΑ να αποχωρήσουν  από τη Συνθήκη για τον Περιορισμό των Αντιβαλλιστικών Συστημάτων (Anti-Ballistic Missile Treaty, ABM) και να προχωρήσουν στην δημιουργία ενός αντιπυραυλικού αμυντικού συστήματος, ξεκίνησαν οι σχέσεις των δύο κρατών να φθίνουν. Η Μόσχα ήταν αντίθετη στο πρόγραμμα αντιπυραυλικής άμυνας των ΗΠΑ  και προειδοποιούσε πως υπήρχε κίνδυνος  να ξεκινήσει μια νέα κούρσα εξοπλισμών. Παράλληλα η αντίδραση της Ρωσίας έγκειτο στο γεγονός ότι πιθανή αμερικανική αντιπυραυλική άμυνα, θα έθετε σε αχρηστία τη ρωσική πυρηνική αποτροπή. Από την άλλη οι ΗΠΑ θεωρούσαν πως η Συνθήκη ΑΒΜ δεν άφηνε ελεύθερες τις ΗΠΑ να προστατευτούν από πιθανές μελλοντικές τρομοκρατικές πυραυλικές επιθέσεις. Παρά τις έντονες ενστάσεις της Ρωσίας και τις ανησυχίες ακόμα και για την εθνική ασφάλεια της, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφάσισαν να προχωρήσουν με το πρόγραμμα της  Εθνικής Πυραυλικής Άμυνας και αποσύρθηκαν μονομερώς από την προαναφερθείσα συνθήκη στις 13 Ιουνίου του 2002. Η απόφαση της κυβέρνησης Bush να τοποθετήσει στοιχεία του αντιπυραυλικού συστήματος στην Πολωνία και την Τσεχία οδήγησε σε περεταίρω αντιρρήσεις εκ μέρους της  Ρωσίας παρά της διαβεβαιώσεις της αμερικανικής πλευράς ότι η συγκεκριμένη κίνηση σκοπεύει στην αποτροπή επίθεσης από κράτη όπως η Νότια Κορέα και το Ιράν. Η Ρωσία απείλησε να στοχεύσει με πυρηνικά την Ευρώπη ενώ παράλληλα έκανε πρόταση για εναλλακτική λύση την εγκατάσταση του συστήματος στο Αζερμπαϊτζάν η οποία απορρίφθηκε ως ανεπαρκής από τις ΗΠΑ. Το σχέδιο που αφορούσε την Πολωνία και την Τσεχία  ακυρώθηκε και εγκαταλείφθηκε μετά από την αλλαγή  εξουσίας στις ΗΠΑ. Το  επόμενο ζήτημα που απασχόλησε τις σχέσεις των δύο χωρών ήταν η  μονομερείς εισβολή της συμμαχίας των προθύμων με πρωτεργάτες τις ΗΠΑ στο Ιράκ τον Μάρτιο του 2003.  Η παράκαμψη και αγνόηση  της απόφασης του Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών το οποίο ήταν το  μόνο  όργανο μέσα από το οποίο η Ρωσία είχε λόγο και ρόλο σαν μεγάλη δύναμη, κατέδειξε αφενός  τον ηγεμονισμό της αμερικανικής πολιτικής και αφετέρου τον τρόπο που αντιμετωπίζει την Ρωσία.  Η εισβολή στο Ιράκ θεωρήθηκε από αρκετούς Ρώσους αξιωματούχους ότι ήταν ένα μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας των ΗΠΑ να αυξήσουν πολιτική και οικονομική κυριαρχία στον κόσμο υπονομεύοντας παράλληλα την παρουσία και επιρροή της Ρωσίας.

Εν συνεχεία, από το 2003 και έπειτα ο  ευρύτερος μετασοβιετικός χώρος και το μέλλον των κρατών στην γειτονία της Ρωσίας εξελίχθηκαν σε ένα νέο πεδίο μάχης μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ. Η άποψη της αμερικανικής κυβέρνησης στο πλαίσιο της Ατζέντας Ελευθερίας  ήταν πως,  οι δημοκρατίες της πρώην ΕΣΣΔ ήταν πλέον ανεξάρτητες και είχαν δικαίωμα να επιλέξουν τόσο πολιτικό όσο και γεωπολιτικό προσανατολισμό. Έτσι δεν αναγνωρίζει κάποια ειδικά δικαιώματα στην Ρωσία και απορρίπτει με την στάση αυτή την έννοια σφαιρών επιρροής στην περιοχή. Στον αντίποδα, το Κρεμλίνο δεν έχει αποδεχτεί την απώλεια του ελέγχου και επιρροής στις περιοχές αυτές και αξιώνει ειδική σχέση με τις χώρες αυτές. Κατά αυτόν τον τρόπο αντιλαμβάνεται τις κινήσεις των ΗΠΑ στον χώρο αυτό ως απειλητικές και επιθετικές .  Στο πλαίσιο αυτό όταν ξέσπασαν οι Έγχρωμες Επαναστάσεις σε Γεωργία και Ουκρανία και το αποτέλεσμα αυτών ήταν η άνοδος στην εξουσία πολιτικών με δυτικό προσανατολισμό και ειδικότερα φιλοαμερικάνικο επανήλθαν οι  ρωσικές ανησυχίες για στρατηγική περικύκλωση και αστάθεια στο εσωτερικό.  Ο υποστηρικτικός ρόλος των ΗΠΑ προς τις επαναστάσεις στις δύο χώρες οδήγησε σε περεταίρω όξυνση τις ρωσοαμερικάνικες σχέσεις.  Και οι δύο χώρες λόγω της γεωστρατηγικής τους θέσης ενδιέφεραν από την δεκαετία του 80 ‘την εξωτερική πολιτική  ΗΠΑ.Η εμπλοκή της Ουάσιγκτον στις έγχρωμες επαναστάσεις εκφράστηκε τόσο από την υποστήριξη συγκεκριμένου υποψηφίου όσο και από την οικονομική βοήθεια προς τις δυο χώρε η οποία χρονολογείται από την δεκαετία του 90΄. Παράλληλα οι ΗΠΑ είχαν συμβουλευτικό ρόλο αναφορικά με την εκπαίδευση ουκρανών και γεωργιανών για την διεξαγωγή ελεύθερων και διαφανών εκλογών γεγονός που ενοχλούσε την Μόσχα η οποία δεν ήθελε να χάσει την επιρροή της στην περιοχή.

Το επόμενο ακανθώδες ζήτημα στις σχέσεις των δύο κρατών ήταν η διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς  το οποίο έχει τις ρίζες του στην δεκαετία του 90’ όπου  τέθηκε στα σοβαρά το ζήτημα της εισόδου νέων μελών. Το μεγαλύτερο πρόβλημα στα σχέδια αυτά ήταν η αντίρρηση της Ρωσίας η οποία θεωρούσε την επέκταση του ΝΑΤΟ στις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες ως δυνητική περικύκλωση και συρρίκνωση της σφαίρας επιρροής της. Για να καθησυχαστούν οι ρωσικές ανησυχίες το ΝΑΤΟ υπέγραψε μαζί με την Ρωσία την ιδρυτική πράξη του Μόνιμου Μεικτού Συμβουλίου Ρωσίας-ΝΑΤΟ μέσα από το οποίο η Ρωσία θα είχε πιο σημαντικό ρόλο αναφορικά με την διάθεση των δυνάμεων του ΝΑΤΟ και τις επιχειρήσεις εκτός περιοχής. Η αρχή του δεύτερου γύρου διεύρυνσης του ΝΑΤΟ το 2002 ,η  οποία    συμπεριέλαβε μεταξύ άλλων και τις Βαλτικές Δημοκρατίες το 2004, έδειξε πως η γνώμη της Ρωσίας και οι πιθανές τις αντιδράσεις δεν λαμβάνονταν σοβαρά υπόψιν. Επίσης , η  ενθουσιώδης υποστήριξη εκ μέρους των ΗΠΑ προς τα αιτήματα των φιλοδυτικών κυβερνήσεων της Γεωργίας και της Ουκρανίας για ένταξη στο ΝΑΤΟ την περίοδο 2005-2008, οδήγησε σε περαιτέρω αντιδράσεις από  την Μόσχα αφού ιδίως στην περίπτωση της Ουκρανίας εκτός από γεωστρατηγικά συμφέροντα έχει πολιτισμικούς και εθνικούς δεσμούς.  Τα ευρωπαϊκά μέλη  παρά την αρχική πλήρη ένσταση τους στην αμερικανική εισήγηση για παραχώρηση Σχεδίων  Δράσης Μέλους στις δύο χώρες, δέχθηκαν ένα συμβιβασμό που έδινε το καθεστώς αυτό την Ουκρανία και θα το έδινε στο μέλλον στην Γεωργία. Η τελική δήλωση της συνόδου κορυφής ήταν η εξής׃ «Το ΝΑΤΟ χαιρετίζει τις Ευρωατλαντικές φιλοδοξίες της Ουκρανίας και της Γεωργίας για ένταξη στο ΝΑΤΟ. Το συμφωνήσαμε σήμερα αυτές οι χώρες θα γίνουν μέλη του ΝΑΤΟ… Ως εκ τούτου, τώρα θα ξεκινήσουμε μια περίοδο εντατικής εμπλοκής τόσο σε υψηλό πολιτικό επίπεδο για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που εξακολουθούν να εκκρεμούν σχετικά με τις αιτήσεις των Σχεδίων Δράσης Μέλους(Membership Action Plan ,MAP) τους  » .Ο συμβιβασμός αυτός και η τελική δήλωση των συμμάχων πολλαπλασίασαν τόσο την δυσαρέσκεια της Μόσχας όσο και την αποφασιστικότητα της να αποτρέψει μια τις εξελίξεις αυτές.  

Ένα άλλο ζήτημα στο οποίο Ρωσία και ΗΠΑ είχαν αντίθετα συμφέροντα ήταν ο έλεγχος των ενεργειακών πηγών των κρατών της Υπερκαυκασίας και Κεντρικής Ασίας  στα οποία μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ υπήρχε κενό εξουσίας. Για τις ΗΠΑ ως ο μεγαλύτερος καταναλωτής ενέργειας στον κόσμο η εξασφάλιση της πρόσβασής της στις παγκόσμιες προμήθειες των ενεργειακών πόρων αποτελεί  ζωτικό εθνικό συμφέρον. Για την πρόσβαση σε διεθνείς αγορές υδρογονανθράκων έπρεπε να δημιουργηθούν αγωγοί   είτε μέσω της Ρωσίας, είτε μέσω της Υπερκαυκασίας και της Τουρκίας. Οι ΗΠΑ προωθούσαν την  δημιουργία ενός ενεργειακού διαδρόμου ανατολής-δύσης, από την Κασπία στην Ευρώπη, που θα παρακάμπτει τη  Ρωσία και το Ιράν. Οι αγωγοί , BTC, SCP ή ΒΤΕ  αποτέλεσαν τους πυλώνες αυτής της προσπάθειας. Η ολοκλήρωση του πετρελαιαγωγού Μπακού-Τιφλίδα-Τσεϊχάν (BTC) το 2006, αποτέλεσε μια μεγάλη πρόκληση για τη θέση της Ρωσίας στην περιοχή και οδήγησε σε σφοδρές αντιδράσεις. Από την άλλη για την Ρωσία η ενέργεια αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για να διευρύνει την επιρροή της σε όλο τον κόσμο και κυρίως στην Ευρώπη. Ουσιαστικά, ακρογωνιαίος λίθος της ρωσικής πολιτικής ήταν  η διατήρηση της μονοπωλιακής της θέσης στη μεταφορά των ενεργειακών κοιτασμάτων. Με την σειρά της η Μόσχα προωθούσε αγωγούς που ξεκινούσαν από ρωσικό έδαφος και κατέληγαν στην Ευρώπη με τους σημαντικότερους να είναι οι αγωγοί φυσικού αερίου South Stream και North Stream και ο πετρελαιαγωγός Burgas-Alexandroupoli. Ο ανταγωνισμός για την οδό που θα ακολουθήσουν οι διάφοροι αγωγοί ήταν έντονος και παρέμεινε ένα ζήτημα αντιπαράθεσης των δυο κρατών για αρκετά χρόνια.

Το τελευταίο ουσιαστικό ζήτημα αντιπαράθεσης ήταν η σύγκρουσή της Ρωσίας με την Γεωργία τον Αύγουστο το 2008 που έφερε  τις ρωσο-αμερικανικές σχέσεις σε ένα νέο μετα-σοβιετικό ναδίρ. Οι ΗΠΑ καταδίκασαν την εισβολή της Ρωσίας η οποία θεωρήθηκε από όλη την διεθνή κοινότητα ως δυσανάλογη και  υποστήριξαν τη Γεωργία κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης. Η μονομερής πράξη της Ρωσίας να  υποστηρίξει τις αποσχιστικές περιοχές της Νότιας Οσσετίας και της Αμπχαζίας και να προχωρήσει στην αναγνώριση τους ήταν προκάλεσε σοκ στην αμερικανική πολιτική ηγεσία η οποία δεν υπολόγιζε σε τέτοια αντίδραση της Ρωσίας. Ουσιαστικά το Κρεμλίνο έστειλε το μήνυμα πως είναι μια μεγάλη δύναμη που διεκδικεί τα συμφέροντα της στην δική της σφαίρα επιρροής.  Η εμπλοκή των ΗΠΑ στην σύγκρουση αφορούσε την  αποστολή από το ΝΑΤΟ 26 πρεσβευτών στην  Γεωργία και η επανεξέταση  του ενδεχόμενο παραχώρησης Σχεδίων Δράσης Μέλο  στην Γεωργία τον Δεκέμβριο του 2008. Επιπλέον η απειλές από τον Πρόεδρο Bush για  τήρηση της εκεχειρίας από την Ρωσία όσο και η παρουσία της Υπουργού  Εξωτερικών  των ΗΠΑ Condoleezza Rice στην Γεωργία ήταν ενδεικτική  της επιδείνωσης της κατάστασης των σχέσεων των δύο κρατών.

Εν κατακλείδι, παρά το θετικό κλίμα που υπήρχε  για την ανάπτυξη μιας νέας προοπτικής στις ρωσοαμερικάνικες σχέσεις στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οχτώ χρόνια αργότερα, οι σχέσεις των δυο κρατών ήταν στην χειρότερη κατάσταση από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η αποτυχία ανάπτυξης μιας στρατηγικής εταιρικής σχέσης μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας οφείλεται σε διάφορους παράγοντες όπως οι διαφορετικές αρχές που ορίζουν την εξωτερική πολιτική των δυο κρατών, οι αντίθετες προσδοκίες που είχαν από την σχέση αυτή, η ισχυροποίηση της διεθνούς θέσης της Ρωσίας λόγω αύξησης των τιμών πετρελαίου και η  ηγεμονική συμπεριφορά των ΗΠΑ  είχε υποβιβάσει την Ρωσία ως ζήτημα εξωτερικής πολιτικής και την αντιμετώπιζε μόνο μέσα από το πρίσμα άλλων θεμάτων που απέναντι στην Ρωσία. Οι δύο χώρες διχάστηκαν όλο και περισσότερο σε θέματα που είχαν αποκλίνοντα συμφέροντα όπως ο έλεγχος των εξοπλισμών, η διεύρυνση του ΝΑΤΟ, οι ενεργειακοί ανταγωνισμοί και οι περιφερειακές συγκρούσεις. Οι ΗΠΑ ενεργούσαν  σε μεγάλο βαθμό  χωρίς να συμμερίζονται τη Ρωσία, ειδικά στα ζητήματα που η ίδια θεωρούσε ότι επηρέαζαν τα ζωτικά της συμφέροντα. H Ρωσία από την άλλη έδειξε την αποφασιστικότητα της να  ανεχθεί περεταίρω την επιρροή των ΗΠΑ στην περιφέρεια της και να προσπαθεί να ανακτήσει τον ρόλο της ως αυτόνομη μεγάλη δύναμη στην διεθνή σκακιέρα.  Μέχρι το τέλος της προεδρίας του G.W.Bush η σχέση μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας ήταν τεταμένη και συγκρουσιακή, θέτοντας τις βάσεις για συνεχείς εντάσεις τα επόμενα χρόνια.

Βιβλιογραφία ׃

Jeffrey Mankoff, Russian Foreign Policy. The Return of Great Power Politics, Lanham: Rowman & Littlefield Publishers 2009,

Kostas Ifantis and Theodoras Tsakiris, “US-Russian relations: International and Regional Security Trajectories”, Perceptions 2005 , σελ.35

 Angela Stent ,The limits of partnership : U.S. – Russian relations in the twenty-first century, Princeton University Press, Oxfordshire 2014

Lauren T. Winchester, A Unilateral U.S. and a Resurgent Russia: U.S.–Russian Relations 2000–2008, Carnegie Mellon University, σελ. 32-44

Margot Light,  Russian-American Relations under George W. Bush and Vladimir Putin, Royal Irish Academy,  Dublin 2008, σελ 25-29

Thomas Graham, Resurgent Russia and U.S. Purposes,The Century Foundation , New York, 2009, σελ.12

Ariel Cohen, Dangerous Trajectories: Obama’s Approach to Arms Control Misreads Russian Nuclear Strategy, The Heritage Foundation, Washington DC, November, σελ.9

Thomas Ambrosio, The Russo-American dispute over the invasion of Iraq: International status and the role of positional goods, Routledge Europe-Asia Studies, 2005,  σελ. 1200-1201

Χαράλαμπος Παπασωτηρίου, Η διεθνής πολιτική στον 21ο αιώνα, Αθήνα, Ποιότητα, 2008, σελ 107

Edward W. Walker, Between East and  West: NATO Enlargement and the Geopolitics of the Ukraine Crisis, Ibid, σελ 142-148

Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος & Παναγιώτης Ήφαιστος, Ευρωατλαντικές Σχέσεις , Εκδόσεις Ποιότητα, Τρίτη Έκδοση, Αθήνα,2003, σελ. 172-176

 Agnieszka Pikulicka-Wilczewska & Richard Sakwa, Ukraine and Russia: People, Politics, Propaganda and  Perspective, E-International Relations, Bristol United Kingdom,2015 σελ.117 -133

 Tor Bukkvoll, Ukraine and European Security, Royal Institute for International Affairs, London, 1997, σελ.61-62

Ariel Cohen & Robert Ε. Hamilton, The Russian Military and the Georgia War: Lessons and Implications, U.S. Army War College Strategic Studies Institute,2011, σελ.5

Matthias Dembinski, Hans-Joachim Schmidt,Bruno Schoch, Hans-Joachim Spanger, After the Caucasian War: Engaging, not Containing, Russia, Peace Research Institute Frankfurt, 2008,σελ. 11-16

R. Craig Nation & Dmitri Trenin, Russian Security Strategy under Putin: U.S. and Russian Perspectives, U.S. Army War College Strategic Studies Institute (SSI), Carlisle, 2007,σελ.8-10

Παναγιώτης Ρουμελιώτης, Προς Έναν Πολυπολικό Κόσμο, Αθήνα: Α.Α. Λιβάνη 2009, σελ.117.

S. F. Starr & S. E. Cornell, The Baku–Ceyhan Pipeline: Oil Window to the West, Central Asia-Caucasus Institute & Silk Road Studies Program, Washington D.C,2005, σελ.24-30

Παπαδοπούλου Ειρήνη “Το «Νέο Μεγάλο Παιχνίδι» της Μεταφοράς Ενέργειας και η Γεωπολιτική Σημασία της Περιοχής των Βαλκανίων στα Πλαίσια Αυτού”, Γεωπολιτική, 2007,σελ.49-53

Mankoff Jeffrey, Eurasian Energy Security, Τhe Council on Foreign Relations, New York, , 2009,σελ.19

Διαδικτυακές Πηγές

Caroline Wyatt, “Bush and Putin: Best of friends”, BBC News Online, 16 June 2001,
Διαθέσιμο σε http://news.bbc.co.uk/2/hi/1392791.stm

“Q&A: US missile defence”, BBC News, 23 February 2007. Διαθέσιμο σε http://news.bbc.co.uk/2/hi/americas/696028.stm

“Moscow summit targets NMD”, CNN, 2 July 2001
Διαθέσιμο σε https://edition.cnn.com/2001/WORLD/europe/07/02/chirac.putin.0900/index.html

“America withdraws from AMB treaty”, BBC News, 13 December 2001
Διαθέσιμο σε http://news.bbc.co.uk/2/hi/americas/1707812.stm

P. Wintour, M. Tempest and M. Oliver, “Putin suggests new missile defence site”, The Guardian, 7 June 2007 Διαθέσιμο σε https://www.theguardian.com/politics/2007/jun/07/foreignpolicy.uk1

United States Department of State, Office of the Coordinator of U.S. Assistance to Europe, Eurasia, and Central Asia (ACE), Georgia, June 2021
Διαθέσιμο σε https://www.state.gov/wp-content/uploads/2021/08/Georgia_FY-2020-Country-Assistance-Fact-Sheet_8-26-2021_Accessible.pdf

United States Department of State, Office of the Coordinator of U.S. Assistance to Europe, Eurasia, and Central Asia (ACE), Ukraine, June 2021
Διαθέσιμο σε https://www.state.gov/wp-content/uploads/2021/08/Ukraine_FY-2020-Country-Assistance-Fact-Sheet.pdf

Steven Lee Myers, “White House Unveils $1 Billion in Georgia Aid Plan.”, New York Times, Σεπτέμβριος 2008 Διαθέσιμο σε https://www.nytimes.com/2008/09/04/world/europe/04cheney.html

“The New Great Game in Asia”, New York Times, 2 January 1996
Διαθέσιμο σε https://www.nytimes.com/1996/01/02/opinion/the-new-great-game-in-asia.html