Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Σαουδική Αραβία- Ιράν: Ο “ψυχρός πόλεμος” του Κόλπου

Γράφει η Κατερίνα Καρυδά

Η Μέση Ανατολή αποτελεί, διαχρονικά, μια πολύπαθη εστία συγκρούσεων που φιλοξενεί ένα πλήθος αντικρουόμενων συμφερόντων, προερχόμενα άλλοτε από κρατικούς δρώντες και άλλοτε από μη νομιμοποιημένες ομάδες. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και τον 21ο αιώνα, και ενώ φορείς και διεθνείς οργανισμοί αγωνίζονται για την εδραίωση της ειρήνης παγκοσμίως, το κομμάτι αυτό της δυτικής Ασίας και της βορειοανατολικής Αφρικής μαστίζεται από αδιάλειπτους πολέμους και μαζικές απώλειες ανθρώπινων ζωών. Προσπαθώντας να σταχυολογήσουμε τα αίτια των εξελίξεων στο υποσύστημα αυτό, θα εστιάσουμε στις μακροχρόνιες εχθρικές σχέσεις μεταξύ των κρατών του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας. Οι δύο αυτές δυνάμεις που περικλείουν τον Περσικό Κόλπο, διεξάγουν αντιπροσωπευτικούς πολέμους σε γειτονικά κράτη όπως η Υεμένη και η Συρία, και ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την τεταμένη κατάσταση που επικρατεί στην περιοχή.

Δεν είναι τυχαίο ότι αναλυτές και δημοσιογράφοι, επικεντρώνονται κυρίως στο θρησκευτικό χάσμα που κυριαρχεί ανάμεσα στα δύο κράτη και αντιπροσωπεύει μια από τις βασικές διαστάσεις της σύγκρουσης τους. Τόσο το Ιράν όσο και η Σαουδική Αραβία διεκδικούν τον τίτλο του ηγέτη του μουσουλμανικού κόσμου και προσπαθούν να παγιώσουν την εκδοχή του Ισλάμ που το κάθε κράτος εκπροσωπεί, ως την μόνη αυθεντική.O Σιιτισμός που κυριαρχεί στο Ιράν, έχει έναν διαφορετικό θρησκευτικό χαρακτήρα και πιο μετριοπαθή από την πιο αυστηρή και λιτή μορφή του Σουνιτισμού της Σαουδικής Αραβίας. Είναι αλήθεια όμως, ότι η θρησκεία αποτελεί ένα από τα πολλά πρόσημα πίσω από τα οποία αιωρείται η πραγματική αιτία της ανταγωνιστικής σχέσης των δύο κρατών: η ανάδειξή τους σε κυρίαρχες περιφερειακές δυνάμεις.

Πιο συγκεκριμένα, πρέπει να επισημάνουμε ότι και τα δύο κράτη χρησιμοποιούν τον θρησκευτικό παράγοντα για να εδραιώσουν την επιρροή τους στα γειτονικά κράτη. Αρχικά, για τη Σαουδική Αραβία, ιδιαίτερη σημασία έχουν οι δυο ιερές για τους Μουσουλμάνους πόλεις, Μέκκα και Μεδίνα, οι οποίες φιλοξενούν χιλιάδες προσκυνητές κάθε χρόνο και της προσδίδουν αδιαμφισβήτητα το κύρος της ηγεσίας του Σουνιτικού Ισλάμ. Ταυτόχρονα, ως η μεγαλύτερη εξαγωγική χώρα πετρελαίου, προσπαθεί να ασκήσει τόσο πολιτική όσο και οικονομική επιρροή στα γειτονικά κράτη για να αναδειχτεί σε κυρίαρχη δύναμη στο υποσύστημα της Μέσης Ανατολής. Ωστόσο, η πρωτοκαθεδρία της Σαουδικής Αραβίας ως το προπύργιο του Μουσουλμανισμού, άρχισε να απειλείται έντονα το 1979 όταν το Ιράν, ανακηρύχτηκε σε Ισλαμική Δημοκρατία από τον Ayatollah Khomeini, εγκαθιδρύοντας ένα νέο θεοκρατικό συνταγματικό καθεστώς, το οποίο φιλοδοξούσε να εξάγει πέρα από τα σύνορα του. Η Σαουδική Αραβία, αντιλήφθηκε την Ισλαμική Επανάσταση σαν ένα μέσο επέκτασης του Σιιτικού Ισλάμ, που θα έθετε άμεσα σε αμφισβήτηση την θρησκευτική ηγεσία της στην ευρύτερη περιοχή. Μάλιστα, το 2003, η εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την περιφερειακή ισχύ του Ιράν. Η ανατροπή του καθεστώτος του Saddam Hussein, ενός μεγάλου αντιπάλου του Ιράν, και η μεταγενέστερη σιιτική κυβέρνηση που πήρε την εξουσία, επέτρεψε στο τελευταίο να θέσει το Ιράκ υπό τη σφαίρα επιρροής του.

Με αυτό τον τρόπο, οι δύο δυνάμεις προσπαθούν να συνάψουν συμμαχίες και να προσεγγίσουν άλλες σιιτικές ή σουνιτικές κυβερνήσεις με βασικό πολιτικό στόχο τον έλεγχο των πόρων στην περιοχή. Στο πλευρό της Σαουδικής Αραβίας, είναι κυρίως η Αίγυπτος, το Μπαχρέιν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενώ το Ιράν στηρίζουν το Ιράκ, η ηγεσία της Συρίας και τμήματα του Λιβάνου. Όσον αφορά το επιχειρησιακό επίπεδο, παρ’ όλο που τα τελευταία 20 χρόνια οι σχέσεις των εν λόγω δρώντων έχουν οξυνθεί ιδιαίτερα, αναλυτές υποστηρίζουν ότι δεν θα προβούν σε έναν άμεσο πόλεμο καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό και για τις δύο πλευρές. Ωστόσο, υποστηρίζουν επαναστατικές ομάδες και πολιτοφυλακές εκτός των συνόρων τους με στόχο να αποδυναμώσουν τον αντίπαλο. Στη περίπτωση της Συρίας για παράδειγμα, το Ιράν υποστηρίζει την κυβέρνηση του Basharal-Assad κατά των ανταρτών, τους οποίους ενισχύει οικονομικά η Σαουδική Αραβία. Στην Υεμένη, η τελευταία συγκρούεται με την αντάρτικη ομάδα των Χούτι, την οποία κατηγορεί ότι καθοδηγείται και υποστηρίζεται από το Ιράν. Το 2016, οι σχέσεις των δύο δυνάμεων επιδεινώθηκαν ακόμη περισσότερο, όταν η Σαουδική Αραβία εκτέλεσε τον Nimral-Nimr, κληρικό της σιιτικής μειονότητας στην ανατολική επαρχία του εδάφους της, προκαλώντας την οργή των Ιρανών οι οποίοι έβαλαν φωτιά στην σαουδαραβική  πρεσβεία στην Τεχεράνη. Έκτοτε, η Σαουδική Αραβία διέκοψε κάθε διπλωματικό δεσμό με το Ιράν.

Τα τελευταία χρόνια, το Ιράν φαίνεται ότι ενισχύει κατακόρυφα την περιφερειακή του ισχύ, σε αντίθεση με την Σαουδική Αραβία, η οποία προσπαθεί να την αναχαιτίσει. Η επιδίωξη του Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά, προκαλώντας ανησυχία στη διεθνή κοινότητα, είναι μια σημαντική απόδειξη της δυναμικής του. Τον Ιούλιο του προηγούμενου έτους μάλιστα, το Ιράν προέβη στην κατάληψη βρετανικού δεξαμενόπλοιου στα στενά του Χορμούζ, ενώ τον Σεπτέμβριο πύραυλοι έπληξαν σαουδαραβικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, οι οποίοι σύμφωνα με τις ΗΠΑ, εκτοξεύτηκαν από ιρανικό έδαφος. Η φαινομενική ευπάθεια της Σαουδικής Αραβίας εξισορροπεί την επιθετική συμπεριφορά του Ιράν μέσω της συμμαχικής σχέσης με τις ΗΠΑ. Η μακρόχρονη αντιπαλότητα Τεχεράνης – Ουάσιγκτον, λειτουργεί ευνοϊκά για το Ριάντ, καθώς οι ΗΠΑ και άλλες δυτικές δυνάμεις θεωρούν ότι το Ιράν απειλεί τη σταθερότητα της περιοχής και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στον Κόλπο, απαραίτητη για την ασφαλή μεταφορά του πετρελαίου. Η ανάγκη διασφάλισης ζωτικών συμφερόντων στην περιοχή έχει αδιαμφισβήτητα ενισχύσει την στήριξη της Δύσης προς την Σαουδική Αραβία αλλά έχει επίσης αναβαθμίσει τον ρόλο του Ιράν ως περιφερειακή δύναμη.

Προς το παρόν, το Ιράν δεν φαίνεται να επιθυμεί μια άμεση σύγκρουση με τη Σαουδική Αραβία και τις ΗΠΑ αλλά προσπαθεί να διατηρήσει τις εντάσεις σε χαμηλό επίπεδο προκειμένου να διατηρήσει ισχυρή την παρουσία της στην περιοχή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μια κλιμάκωση δεν μπορεί να οδηγήσει σε πόλεμο. Σύμφωνα με αναλυτές,  οι δύο πλευρές οφείλουν να υιοθετήσουν μια πιο διπλωματική και ειρηνική προσέγγιση, να παραμερίσουν τον αγώνα για θρησκευτική επικράτηση στην περιοχή και να δώσουν έμφαση στην πολιτική επίλυση των διαφορών. Η πρόταση αυτή, παρ’ όλο που θα μπορούσε να εξομαλύνει την κατάσταση, μοιάζει μη ρεαλιστική σε ένα περιβάλλον όπου η θρησκεία εμπλέκεται σε μεγάλο βαθμό με την πολιτική και ο ισλαμικός φονταμενταλισμός αποτελεί συχνά την βασική κινητήρια δύναμη χάραξής της. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πηγή εικόνας:https://www.pronews.gr/amyna-asfaleia/diethnis-asfaleia/805228_ektakto-ipa-anagnorisame-tis-topothesies-sto-iran-apo-opoy

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *