Loading...
Κρίσεις και Ζητήματα Ασφαλείας

Ροχίνγκια: Το χρονικό μιας Γενοκτονίας

Γράφει η Δριμούρα Ελευθερία

Οι Ροχίνγκια αποτελούν μια εθνική και θρησκευτική μειονότητα της Μυανμάρ, χώρα της νοτιοανατολικής Ασίας, και χωρίς αμφισβήτηση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μία από τις πιο διωκόμενες μειονότητες του πλανήτη. Ζουν στην πολιτεία Ρακίν, στη δυτική Μυανμάρ, μία από τις πιο φτωχές περιοχές της χώρας και η πλειοψηφία αυτών είναι μουσουλμάνοι, με ένα μικρό ποσοστό βουδιστών. Η εθνοτική ομάδα των Ροχίνγκια έχει δεχτεί πολλαπλές παραβιάσεις των βασικών τους δικαιωμάτων, γεγονός το οποίο έχει οδηγήσει στην ανάδυση μιας έντονης ανθρωπιστικής κρίσης και έχει δημιουργήσει πάνω από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες.  

Οι απαρχές της κρίσης μπορούν να τοποθετηθούν στο 1948, με την ανεξαρτησία της τότε Μπούρμα (μετονομάστηκε σε Μυανμάρ το 1989) από την αγγλική αποικιοκρατία, καθώς οι Ροχίνγκια δεν μπορούσαν να αιτηθούν για ιθαγένεια. Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1962, δόθηκαν σε πολλούς ξένες ταυτότητες και αποκλείστηκαν από οποιοδήποτε δικαίωμα ως πολίτες. To 1978, έλαβε χώρα η επιχείρηση ονόματι «Operation Dragon King» με στόχο την απογραφή των πολιτών, τον αποκλεισμό αλλά και τον διωγμό των ξένων. Ως αποτέλεσμα, 200.000 πρόσφυγες κατέφυγαν στο γειτονικό Μπαγκλαντές, ύστερα από καταναγκασμούς και χρήση βίας. Εν συνεχεία, το 1982, το κράτος εξέδωσε μια νομοθετική πράξη στην οποία οι Ροχίνγκια δεν αναγνωρίστηκαν ως εθνική ομάδα της Μυανμάρ και έκτοτε θεωρούνται απάτριδες. Το 1991, έλαβε χώρα η δεύτερη επιχείρηση εκδίωξης των Ροχίνγκια, η επιχείρηση «Clean and Beautiful Nation», που οδήγησε 250.000 Ροχίνγκια να βρουν καταφύγιο στο Cox’s Bazar, τον μεγαλύτερο καταυλισμό προσφύγων έως σήμερα. Η επιχείρηση είχε ως στόχο τον εξαναγκασμό εργασίας, τη δήμευση σπιτιών, αγροκτημάτων και ζώων, πράξεις βιασμού, την καταστροφή τζαμιών, την απαγόρευση θρησκευτικής λατρείας και την παρενόχληση των θρησκευτικών ιερέων. Ωστόσο, έως το 1997, ύστερα από διαπραγματεύσεις, περίπου 230.000 επαναπατρίστηκαν στη Μυανμάρ, χωρίς η ασφάλειά τους να είναι εγγυημένη. Μέχρι το 2012, οι εντάσεις δεν έπαψαν, με χιλιάδες ανθρώπους να είναι άστεγοι ή να ζουν σε καταυλισμούς και να είναι αποκλεισμένοι από οποιαδήποτε κοινωνική δραστηριότητα.

Η κρίση κορυφώθηκε στις 25 Αυγούστου 2017 με τον «Στρατό Σωτηρίας των Ροχίνγκια του Αρακάν» να επιτίθεται οπλισμένος σε ομάδες στρατού της Μυανμάρ και να σκοτώνουν 12 αστυνομικούς. Ο στρατός απάντησε εντελώς δυσανάλογα και παράνομα, με τη δολοφονία τουλάχιστον 400 ανθρώπων, κάψιμο ολόκληρων χωριών, βιασμούς, βασανιστήρια και εξαναγκάζοντας 420.000 ανθρώπους να διαφύγουν εκτός χώρας, εκ των οποίων οι 87.000 κατέφυγαν στο γειτονικό Μπαγκλαντές. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους, υπεγράφη ένα σύμφωνο μεταξύ Μπαγκλαντές-Μυανμάρ αναφορικά με τον επαναπατρισμό των Ροχίνγκια. Ωστόσο, μόνο 3.000 επαναπατρίστηκαν, καθώς οι ίδιοι στάθηκαν εμπόδιο στη διαδικασία διότι θεωρούσαν ότι δεν θα ήταν ασφαλείς στη Μυανμάρ.

Μέχρι το τέλος του 2019, πάνω από ένα εκατομμύριο Ροχίνγκια συγκεντρώθηκαν στο Kutupalong στο Cox’s Bazar στο Μπαγκλαντές, όπου οι συνθήκες διαβίωσης είναι εξαιρετικά απάνθρωπες. Οι άνθρωποι είναι συνωστισμένοι, οι οικογένειες είναι χωρισμένες και ζουν σε προσωρινά καταφύγια. Βρίσκονται εκτεθειμένοι σε πολλές ασθένειες λόγω έλλειψης καθαρού νερού, ενώ πολλά παιδιά κάτω των 5 ετών αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας. Το βράδυ δεν υπάρχει τροφοδότηση με ηλεκτρικό ρεύμα, οι ενήλικες δεν έχουν καμία δυνατότητα πρόσβασης σε δουλειές ή σε υπηρεσίες παροχής βοήθειας και πληροφοριών, ενώ παράλληλα, χιλιάδες παιδιά δεν έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση διότι οι αρχές του Μπαγκλαντές το απαγορεύουν. Ωστόσο, οι συνθήκες διαβίωσης εξακολουθούν να είναι ίδιες, παρά το γεγονός ότι έχουν γίνει πολλές καταγγελίες για έλλειψη ασφάλειας και κρούσματα βίας στους καταυλισμούς αλλά και περιπτώσεις σωματεμπορίας γυναικών και κοριτσιών.

Η κατάσταση φυσικά στη Μυανμάρ είναι εξίσου δύσκολη γι’ αυτούς. Συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και της ομάδας Αρακάν λαμβάνουν χώρα συνεχώς, τα σύνορα φυλάσσονται αυστηρά και η επικοινωνία των Ροχίνγκια με τον έξω κόσμο είναι αδύνατη. Η ίδια η κυβέρνηση της Μυανμάρ δεν τους αναγνωρίζει ως πολίτες και τους χαρακτηρίζει ως «Μπαγκλαντεσιανούς μετανάστες που εγκαταστάθηκαν στη Ρακίν κατά την αγγλική αποικιοκρατία». Ειδικότερα, η de facto ηγέτης της χώρας, η Aung San Suu Kyi, λέγοντας ότι δεν έχει καμία εξουσία στον στρατό βάσει συντάγματος, δεν έχει καταδικάσει καμία πράξη και αντ’ αυτού τονίζει πως ο στρατός έχει καθήκον να αντιμετωπίζει τις «τρομοκρατικές ενέργειες». Από την άλλη πλευρά, το Μπαγκλαντές το οποίο έχει δεχτεί το μεγαλύτερο κύμα προσφύγων, τούς θεωρεί παράνομους εισβολείς και πολλές φορές εμποδίζει την είσοδό τους στη χώρα και τους προσφέρει προσωρινά καταλύματα και υπηρεσίες, με απώτερο σκοπό τον άμεσο κατά το δυνατόν επαναπατρισμό τους.

Όλα αυτά τα γεγονότα, βέβαια, δεν έχουν αφήσει τη διεθνή κοινότητα και τους διεθνείς οργανισμούς χωρίς να επιληφθούν επί του θέματος και να εκφράσουν ανοιχτά τη θέση τους για το ζήτημα. Συγκεκριμένα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εκφράσει ανοιχτά την πρόθεσή της να υποστηρίξει τους πρόσφυγες και το ίδιο το Μπαγκλαντές, έχει προσφέρει οικονομική βοήθεια και τάσσεται υπέρ της προστασίας των ευάλωτων ομάδων. Παράλληλα, η Διεθνής Αμνηστία έχει κατηγορήσει τη Μυανμάρ για αδιαφορία βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης στη Ρακίν για τους Ροχίνγκια και απαιτεί η υπόθεση να εξεταστεί στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, κατηγορώντας το στρατό για διάπραξη «εγκλημάτων πολέμου» και «εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας». Ακόμη, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών ονόμασε τις πράξεις της Μυανμάρ ως «εθνοκάθαρση» το 2016. Ειδικότερα, ο Γενικός Γραμματέας Antόnio Guterres, το 2018, πρότεινε να επιβληθεί εμπάργκο στα όπλα και κυρώσεις στη Μυανμάρ, η υπόθεση να εξεταστεί από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και ο ΟΗΕ μαζί με δημοσιογράφους να εξετάσουν τα εγκλήματα. Η στάση της Κίνας, υποστηριζόμενη εμμέσως από τη Ρωσία, ήταν μετριοπαθής και στις περισσότερες συζητήσεις δεν συμμετείχε, προφανώς για να μη διαταραχθούν οι σχέσεις και τα συμφέροντα από τη Μυανμάρ. Το 2019, δημοσιεύτηκε μια έκθεση του ΟΗΕ καταδεικνύοντας τα σεξουαλικά εγκλήματα ως όπλο στα χέρια του στρατού της Μυανμάρ και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους τα εγκλήματα εις βάρος των Ροχίνγκια αναγνωρίστηκαν επίσημα στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού.

Το ζήτημα των Ροχίνγκια ήρθε σε μια νέα φάση, το Νοέμβριο του 2019, με την Γκάμπια να φέρνει την υπόθεση ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου. Η Γκάμπια έχοντας την υποστήριξη άλλων 57 χωρών του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας, έφερε το ζήτημα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, καθώς θεωρούσε ότι έχει νομική και ηθική υποχρέωση προς τους Ροχίνγκια και τη θρησκεία τους. Η Μυανμάρ κατηγορείται για γενοκτονία επί των Ροχίνγκια και παραβίαση της συνθήκης για πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος της Γενοκτονίας του 1948. Οι πρώτες ακροάσεις έλαβαν χώρα στις αρχές Δεκεμβρίου, με αίτημα της Γκάμπια να ληφθούν μέτρα για την προστασία των Ροχίνγκια, βελτίωση της θέσης τους στη Ρακίν και συνεργασία για την έρευνα των εγκλημάτων. Αντιθέτως, η Aung San Suu Ky απέρριψε τους χαρακτηρισμούς της κατάστασης ως γενοκτονία, παραδέχτηκε δε πως ο στρατός απάντησε δυσανάλογα προς τους Ροχίνγκια και εξέφρασε ως αίτημα η υπόθεση εναντίον της Μυανμάρ να παραβλεφθεί. Τα πιθανά σενάρια της έκβασης αυτής της μακρόχρονης δίκης πρόκειται να είναι η ικανοποίηση του αιτήματος της Aung San Suu Ky, δηλαδή το Δικαστήριο να παραβλέψει την υπόθεση ή να γίνουν αποδεκτές οι προτάσεις της Γκάμπια και σταδιακά να αρχίσουν οι διαδικασίες της δίκης. Αξίζει να επισημανθεί ότι παρά τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, δεν υπάρχουν μηχανισμοί επιβολής τους, άρα πολλές φορές αγνοούνται.

Εν κατακλείδι, οι επόμενοι μήνες πρόκειται να είναι κρίσιμοι για την εξέλιξη του ζητήματος των Ροχίνγκια, καθώς μετά από τόσα χρόνια η υπόθεση απέκτησε το βάρος που ένα τόσο σοβαρό θέμα θα έπρεπε να έχει σε διεθνές επίπεδο. Η υπόθεση λαμβάνει σταδιακά την αναγνωσιμότητα που της αξίζει και οι Ροχίνγκια ίσως επιτέλους μπορέσουν να δικαιωθούν και να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Το συμπέρασμα είναι ένα: το διεθνές δίκαιο και η διεθνής κοινότητα δεν πρέπει να αφήνουν τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τις συνεχείς παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων χωρίς την αρμόζουσα ποινή.

Πηγές:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *