Loading...
Ιστορία και Πολιτισμός

Πώς θα ήταν η Ελλάδα εδαφικά εάν επικρατούσαν οι κομμουνιστές στον εμφύλιο

Γράφει ο Τάσος Κολυβάς

Αναμφίβολα η σύγχρονη Ελληνική Ιστορία είναι τόσο συναρπαστική όσο και χρήσιμη. Συναρπαστική επειδή περιλαμβάνει όλες τις περιπέτειες και τις σκοπέλους που το Ελληνικό Κράτος αναγκάσθηκε να περάσει από την ίδρυση του μέχρι σήμερα και χρήσιμη επειδή βοηθάει τον ιστοριοδίφη να αντιληφθεί και να εμπεδώσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της χώρας στην οποία ζει. Όμως, η μελέτη της είναι ταυτόχρονα και μία βάσανος τόσο επειδή έχει πολλές αναφορές στην σύγχρονη εποχή όσο και επειδή δεν ερμηνεύουν όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο τα ιστορικά γεγονότα. Ο λόγος που αυτό συμβαίνει είναι η ιδεολογία, η οποία συνιστά την κύρια διαιρετική τομή της Ελληνικής Κοινωνίας και του Ελληνικού Πολιτικού Συστήματος και η οποία έχει θέσει πολλές φορές την σύγχρονη ιστορία στο επίκεντρο των αντιπαραθέσεων. Μία από τις πιο συνηθισμένες αντιπαραθέσεις που λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα είναι το εάν εκείνη στάθηκε τυχερή που κατέληξε να γίνει σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και όχι της Σοβιετικής Ένωσης ή άτυχη. Πρόκειται για μία συζήτηση, η οποία σίγουρα είναι δύσκολη επειδή περιλαμβάνει πολλές πτυχές, οι οποίες προϋποθέτουν ενδελεχή έρευνα και ανάλυση. Ωστόσο, τόσο οι άνθρωποι που τοποθετούν τους εαυτούς τους «Δεξιά» όσο και «Αριστερά» στο πολιτικό και ιδεολογικό φάσμα τείνουν να επικεντρώνουν την προσοχή τους κυρίως στο πώς θα ήταν η Ελλάδα εάν υιοθετούσε το φιλελεύθερο ή το σοσιαλιστικό οικονομικό μοντέλο. Το γεγονός αυτό έχει ως απότοκο να τίθεται σε δεύτερη μοίρα η μελέτη άλλων πτυχών, οι οποίες είναι εξίσου σημαντικές, αν όχι σημαντικότερες από εκείνη που αναφέρθηκε. Σκοπός του εν λόγω άρθρου, λοιπόν, είναι να ερευνήσει το πώς θα ήταν η Ελλάδα εδαφικά εάν επικρατούσαν στον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο οι κομμουνιστές σε σύγκριση με το πώς είναι σήμερα.               

Το Μακεδονικό Ζήτημα:

Εάν οι κομμουνιστές επικρατούσαν στον τρίτο γύρο του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (1946 – 1949), τότε η Ελλάδα θα είχε απωλέσει την Μακεδονία. Οι απαρχές του Μακεδονικού Ζητήματος εντοπίζονται στο Ανατολικό Ζήτημα, δηλαδή στην συζήτηση των Μεγάλων Δυνάμεων για το πώς θα γινόταν η νομή των Ευρωπαϊκών Κτήσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από την στιγμή που αντιλήφθηκαν πως εκείνη βρισκόταν σε φάση παρακμής και εσωτερικής αποσύνθεσης. Αυτή την παρακμή δεν θα μπορούσαν να μην την αντιληφθούν και τα κράτη των Βαλκανίων, τα οποία άρχισαν να καιροφυλακτούν προκειμένου να καταλάβουν κάποια από τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και να διευρύνουν τα σύνορα τους. Ως εκ τούτου, ξεκίνησε ένας κλιμακούμενος ανταγωνισμός ανάμεσα τους, ο οποίος οδήγησε στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912 – 1913) και συνεχίστηκε στα πλαίσια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (1914 – 1919) με τα νικηφόρα κράτη να έχουν θέσει καινούριους στόχους και τα ηττημένα κράτη να διατηρούν τις πρότερες εδαφικές τους βλέψεις. Με την συμμετοχή της στους Βαλκανικούς Πολέμους, η Ελλάδα κατόρθωσε να απελευθερώσει το 60% της Αρχαίας Ελληνικής Μακεδονίας, η Σερβία να αποσπάσει το 30% και η Βουλγαρία να της αποδοθεί το 10%. Παράλληλα, με την Συνθήκη του Νεϊγύ, η οποία επισφράγισε την ήττα της Βουλγαρίας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, προγραμματίστηκε εθελούσια ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στα τρία κράτη. Το αποτέλεσμα της Συνθήκης του Νεϊγύ ήταν να παραμείνουν στην Δυτική Μακεδονία 80.000 Σλαβόφωνοι, οι οποίοι σύντομα θα διαδραμάτιζαν καταλυτικό ρόλο στις εξελίξεις.         (Τζίμας, 2007) Κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου, το Μακεδονικό Ζήτημα εισήλθε σε νέα φάση, εφόσον η Τρίτη Κομμουνιστική Διεθνής άρχισε να απεργάζεται τα δικά της σχέδια για τα Βαλκάνια και την Μακεδονία. Το 1924 η Κομιντέρν υιοθέτησε την άποψη ότι έπρεπε να δημιουργηθεί μία Βαλκανική Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Κρατών στην οποία η Βουλγαρία επρόκειτο να ηγείται και την οποία η Σοβιετική Ένωση επρόκειτο να εποπτεύει. Στην εν λόγω ομοσπονδία θα συμμετείχε και ένα Μακεδονικό Κράτος, το οποίο θα αποτελείτο από τα εδάφη της Αρχαίας Ελληνικής Μακεδονίας και το οποίο θα διοικούσαν οι Σλαβόφωνοι που ζούσαν σε αυτά. Χαρακτηρίζοντας τους Σλαβόφωνους ως «Βούλγαρους» και έχοντας πείσει την Κομιντέρν να τους αποκαλεί κατά αυτόν τον τρόπο, η Βουλγαρία επεδίωκε, αφενός, να συγκροτήσει ένα κράτος – δορυφόρο από το οποίο θα εξασφάλιζε την έξοδο της στο Αιγαίο και αφετέρου να αναθεωρήσει την Συνθήκη του Νεϊγύ στο σύνολο της. Από το 1935 και έπειτα, ωστόσο, η Κομιντέρν μετέβαλλε την άποψη της, υποστηρίζοντας την ισότιμη μεταχείριση των μειονοτήτων από τα κράτη των Βαλκανίων.(Μπότσιου, 2018) Ο λόγος ήταν ότι το 1935 η Σοβιετική Ένωση και η Γαλλία σύναψαν Σύμφωνο Αμοιβαίας Αμυντικής Συνδρομής σε περίπτωση που δέχονταν επίθεση από τη Ναζιστική Γερμανία, ενώ η τελευταία σύναψε το 1936 το Σύμφωνο της Αντί-Κομιντέρν με την Ιαπωνία. (Κλάψης) Ως εκ τούτου, η γραμμή της Κομιντέρν άλλαξε επειδή η Σοβιετική Ένωση δεν επιθυμούσε να δυσαρεστήσει τα κράτη των Βαλκανίων με τα σχέδια που είχε για μία Βαλκανική Ομοσπονδία, αλλά να συμμαχήσει μαζί τους σε περίπτωση που δεχόταν επίθεση από τα κράτη του Άξονα. Στο σημείο αυτό πρέπει να καταστούν σαφή δύο πράγματα: πρώτον, το ΚΚΕ υιοθέτησε και τις δύο απόψεις της Κομιντέρν. Δεύτερον, η Σοβιετική Ένωση ενάλλασσε αυτές τις δύο απόψεις κάθε φορά ανάλογα με τα συμφέροντα που είχε και με τους υπολογισμούς που έκανε μέχρι την ρήξη του Τίτο με τον Στάλιν και την λήξη του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου.                                                        Κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η Κομιντέρν τροποποίησε την άποψη του 1924: αφενός, ηγετικό κράτος της Βαλκανικής Ομοσπονδίας θα γινόταν η Γιουγκοσλαβία και όχι η Βουλγαρία. Ο λόγος ήταν πως η Βουλγαρία είχε συμμαχήσει με τα κράτη του Άξονα, με αποτέλεσμα να συνιστά εχθρό της Σοβιετικής Ένωσης. Αφετέρου, το Μακεδονικό Κράτος που επρόκειτο να δημιουργηθεί, θα γινόταν συνιστώσα της Γιουγκοσλαβίας και όχι της Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Αυτή η αλλαγή στην άποψη της Κομιντέρν έγινε όσο στην Ελλάδα εξελισσόταν η τριπλή κατοχή από τα κράτη του Άξονα (Ιταλία, Γερμανία, Βουλγαρία). Έχοντας καταλάβει την Ανατολική Μακεδονία και την Δυτική Θράκη, η Βουλγαρία προσπάθησε να επεκτείνει την επιρροή της τόσο στην Κεντρική όσο και στην Δυτική Μακεδονία. Στην Δυτική Μακεδονία, το 1943 έκανε την εμφάνιση του ο «Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός» (ΕΛΑΣ), ο οποίος άρχισε να προξενεί πολλά προβλήματα στους Ιταλούς κατακτητές. Δεδομένου πως οι Ιταλοί το 1943 είχαν αρχίσει να ηττώνται στα περισσότερα από τα μέτωπα του πολέμου, επιθυμούσαν να αποδεσμεύσουν ένα μεγάλο μέρος από τις δυνάμεις που είχαν στην Δυτική Μακεδονία. Έτσι, προέκυψε ένα παράθυρο ευκαιρίας για τους Βούλγαρους, οι οποίοι πρότειναν στους Ιταλούς να αναλάβουν την αστυνόμευση της περιοχής με το επιχείρημα πως οι Σλαβόφωνοι που ζούσαν εκεί διάκεινταν φιλικά απέναντι τους. Οι Ιταλοί δέχθηκαν την πρόταση των Βούλγαρων και έτσι δημιουργήθηκε μία φασιστική αστυνομία, η οποία έφερε το όνομα «Οχράνα». Σύντομα πολλοί από τους Σλαβόφωνους που ζούσαν στην Δυτική Μακεδονία θα εντάσσονταν στην Οχράνα, γεγονός που θορύβησε το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας. Ο λόγος ήταν πως η Βουλγαρική κατοχή τόσο στην Ανατολική όσο και στην Δυτική Μακεδονία θα υπονόμευε μεταπολεμικά τα σχέδια του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας για την δημιουργία ενός Μακεδονικού Κράτους. Προκειμένου, λοιπόν, αυτό να μην συμβεί ο Τίτο αξιοποίησε την επιρροή που είχε σε κάποιους αριστερούς Σλαβόφωνους της Δυτικής Μακεδονίας και τους έπεισε να συγκροτήσουν την δική τους αντιστασιακή ομάδα. Η ομάδα αυτή έλαβε την ονομασία «Σλαβομακεδονικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο» (SNOF) και πολεμούσε στην αρχή υπό την διοίκηση του ΕΛΑΣ τόσο τους Ιταλούς όσο και τους Βούλγαρους. Όμως, σύντομα έγινε αντιληπτό ότι το SNOF επιθυμούσε να αυτονομηθεί από τον ΕΛΑΣ και να αγωνιστεί για την ένωση της Μακεδονίας με την Γιουγκοσλαβία. Το γεγονός αυτό είχε ως απότοκο ο ΕΛΑΣ να συγκρουστεί με το SNOF και να το οδηγήσει στα πρόθυρα της διάλυσης. (Kondis)                                               Στον τρίτο γύρο του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (1946 – 1949), το ΚΚΕ ακολούθησε τυχοδιωκτική πολιτική όσον αφορά το Μακεδονικό Ζήτημα προκειμένου να εξασφαλίσει την πολύτιμη αρωγή των κομμουνιστικών κρατών. Συγκεκριμένα, στις αρχές του 1946 ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, ο Νίκος Ζαχαριάδης πραγματοποίησε επισκέψεις στην Τσεχοσλοβακία και την Γιουγκοσλαβία, ενώ συναντήθηκε εν κρυπτώ με τον Στάλιν στην Κριμαία. Η εν λόγω συνάντηση ήταν κρυφή επειδή ήδη από το 1944 ο Στάλιν και ο Τσώρτσιλ είχαν συνάψει την Συμφωνία των Ποσοστών με την οποία διαίρεσαν τα Βαλκάνια σε σφαίρες επιρροής και η οποία είχε ως αποτέλεσμα η Ελλάδα να γίνει σύμμαχος των Βρετανών. Όπως είναι λογικό, ο Στάλιν επιθυμούσε να συνδράμει το ΚΚΕ, αλλά όχι και να διαρρήξει την Συμφωνία των Ποσοστών. Για τον λόγο αυτό ανέθεσε στην Αλβανία, την Γιουγκοσλαβία και την Βουλγαρία αυτό το κρίσιμο έργο. Όμως, η Γιουγκοσλαβία δεν επρόκειτο να παράσχει την βοήθεια της στο ΚΚΕ άνευ όρων. Στις 25 Αυγούστου του 1946, δύο ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ, ο Γ. Ιωαννίδης και ο Π. Ρούσσος επισκέφθηκαν το Βελιγράδι προκειμένου να τεθούν οι όροι της βοήθειας. Ένας από τους όρους αυτούς ήταν η σύναψη μίας συμβιβαστικής συμφωνίας με το NOF, δηλαδή με τους Σλαβόφωνους της Δυτικής Μακεδονίας που είχαν συγκρουστεί με τον ΕΛΑΣ. Το πνεύμα της συμφωνίας με το NOF ήταν πολύ απλό: από την μία μεριά, το NOF επρόκειτο να τεθεί υπό την στρατιωτική διοίκηση του ΚΚΕ. Από την άλλη μεριά, το ΚΚΕ θα του επέτρεπε να έχει την δική του κεντρική πολιτική ηγεσία. Έτσι, το ΚΚΕ θα μπορούσε να επιστρατεύσει τους Σλαβόφωνους της Δυτικής Μακεδονίας προκειμένου να διεκδικήσει την εξουσία στην Ελλάδα, όπερ και εγένετο. Τον Οκτώβρη του 1946 που έγιναν οι πρώτες δημοκρατικές εκλογές στην Ελλάδα μετά από 10 χρόνια, το ΚΚΕ διατράνωσε την πρόθεση του να μην λάβει συμμετοχή σε αυτές και ανακοίνωσε την δημιουργία του «Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος» (ΔΣΕ). Γρήγορα, λοιπόν, ξεκίνησαν εχθροπραξίες με τον Εθνικό Στρατό στα βουνά και τις οροσειρές της Μακεδονίας. (Σφέτας, 1996)                                       Εν τέλει, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν θετικά για τον ΔΣΕ επειδή το 1948 ο Τίτο ήλθε σε ρήξη με τον Στάλιν. Ο λόγος ήταν ότι ο Τίτο επιθυμούσε να μετατρέψει την Γιουγκοσλαβία σε ηγεμονική δύναμη των Βαλκανίων, αμφισβητώντας την κυριαρχία της Σοβιετικής Ένωσης. Η απάντηση του Στάλιν σε αυτά τα σχέδια ήταν διττή: αφενός, έδιωξε την Γιουγκοσλαβία από την Κομινφόρμ και αφετέρου επανέφερε την γραμμή του 1924. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα, το ΚΚΕ και το NOF να βρεθούν σε δυσμενή θέση επειδή έπρεπε να επιλέξουν είτε την Σοβιετική Ένωση είτε την Γιουγκοσλαβία. Το ΚΚΕ επέλεξε τελικά την Σοβιετική Ένωση, ενώ το NOF διχάστηκε ως προς την επιλογή του. (Μαρατζίδης, 2015) Πάντως τα ηγετικά στελέχη του NOF, τα οποία επέλεξαν την Γιουγκοσλαβία άρχισαν να οργανώνουν λιποταξίες στους κόλπους του ΔΣΕ, γεγονός που στοίχισε ακριβά στους Έλληνες κομμουνιστές εάν λάβει κανείς υπόψιν του ότι το 1949 από τους 25.000 αντάρτες, οι 14.000 ήταν Σλαβόφωνοι. (Σφέτας, 1996)                          

Τουρκία, ο άγνωστος χ:

Μεγάλο ενδιαφέρον θα είχε να σκεφτεί κανείς ποιά θα ήταν η μοίρα της Ελλάδος εάν οι κομμουνιστές επικρατούσαν στον τρίτο γύρο του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (1946 – 1949). Εάν υιοθετήσει κανείς ως οπτική, την στρατηγική της «ανάσχεσης του κομμουνισμού», όπως αυτή εκφράστηκε με την εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν, τότε μία ενδεχόμενη αλλαγή του συστήματος στην Ελλάδα θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα και για την Τουρκία. Η ιστορία του Ψυχρού Πολέμου φαίνεται να επιβεβαιώνει την άποψη αυτή, αφού όσες φορές η Τουρκία προέβη σε παραχωρήσεις έναντι της Ελλάδος, αυτό έγινε επειδή φοβόταν πως θα αποκοπεί από τους «Δυτικούς» της συμμάχους. Για παράδειγμα, το 1958 η Συρία και η Αίγυπτος ενώθηκαν, δημιουργώντας την Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία και έγινε σοσιαλιστική επανάσταση στο Ιράκ. Τότε η Τουρκία φοβήθηκε και έγινε πρόθυμη να συζητήσει με την Ελλάδα για την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης όσον αφορά το Κυπριακό. (Συρίγος, Ελληνοτουρκικές Σχέσεις, 2015) Μία άλλη παραχώρηση της Τουρκίας ήταν ότι το 1980 συναίνεσε προκειμένου η Ελλάδα να επιστρέψει στο στρατιωτικό σκέλος του NATO λόγω δύο γεγονότων: πρώτον, το 1979 έγινε εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στο Αφγανιστάν. Δεύτερον, τον ίδιο χρόνο έγινε η Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν, η οποία μετέβαλλε τα γεωπολιτικά δεδομένα στην Μέση Ανατολή. Όπως είναι λογικό, η Τουρκία φοβήθηκε ξανά ότι θα αποκοπεί από την «Δύση» και προχώρησε σε μία ένδειξη καλής πίστεως απέναντι στην Ελλάδα. (Συρίγος, 2015) Βέβαια, οφείλει να κανείς να επιστεί την προσοχή! Πολλές φορές οι εικασίες στις οποίες προβαίνουν όλοι οι άνθρωποι μπορεί να είναι εύλογες, όμως να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, η οποία είναι πάντα απρόβλεπτη. Ειδικά όταν αυτές αφορούν την γεωπολιτική. Εάν η Ελλάδα γινόταν κομμουνιστική ίσως πέρα από την Μακεδονία να είχε απωλέσει και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Ο λόγος είναι ότι η Ελλάδα διεκδίκησε σε τόσους πολέμους τα εδάφη από τα οποία θα μπορούσε να έχει όσο το δυνατόν περισσότερες εξόδους στο Αιγαίο. Εν προκειμένω, λοιπόν, η Ελλάδα δεν θα μπορούσε χωρίς την Μακεδονία να υπερασπιστεί νησιά όπως η Λήμνος και η Σαμοθράκη δεδομένου ότι εκείνη βρίσκεται εγγύτερα τους από οποιοδήποτε άλλο μέρος της χώρας.

Επίλογος:                                                                                                                  

Το άρθρο αυτό δεν αποσκοπεί σε στρατευμένη επιστημονική έρευνα, αλλά στο να προσφέρει μία επιπλέον οπτική για τα γεγονότα του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου από τις ήδη υφιστάμενες. Ακολουθούν άρθρα τα οποία αμφισβητούν και το αφήγημα του αστικού καθεστώτος.

Πηγές:

 

  • Kondis, B. (n.d.). The “Macedonian Question” as a Balkan problem in the 1940s. Balkan Studies, σσ. 1-10.( Ημερομηνία Πρόσβασης: 03 16, 2021), διαθέσιμο σε: (https://ojs.lib.uom.gr/index.php/BalkanStudies/article/view/2321)
  • Κλάψης, Α. (n.d.). Η διολίσθηση στην άβυσσο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. σσ. 1-35. ( Ημερομηνία Πρόσβασης: 03 16, 2021), διαθέσιμο σε: (https://www.academia.edu/7638408/%CE%97_%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%AC%CE%B2%CF%85%CF%83%CF%83%CE%BF_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%92_%CE%A0%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%83%CE%BC%CE%AF%CE%BF%CF%85_%CE%A)
  • Μαρατζίδης, Ν. (2015). Η μελέτη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου υπό το πρίσμα του ψυχρού πολέμου. Ανοικτή Βιβλιοθήκη, σσ. 1-23. (Ημερομηνία Πρόσβασης: 03 16, 2021), διαθέσιμο σε: (https://www.openbook.gr/i-meleti-tou-ellinikou-emfyliou-polemou-ypo-to-prisma-tou-psychrou-polemou/)
  • Μπότσιου, Κ. (2018, 02 13). Ομιλία Κ. Μπότσιου στην εκδήλωση «Με αφορμή το όνομα. Συγκυρία και στρατηγική στα Βαλκάνια». Κύκλος Ιδεών. (Ημερομηνία Πρόσβασης: 03 16, 2021), διαθέσιμο σε: (https://ekyklos.gr/sb/577-omilia-k-botsiou-stin-ekdilosi-me-aformi-to-onoma-sygkyria-kai-stratigiki-sta-valkania.html)
  • Σφέτας, Σ. (1996). ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΟΙ ΣΥΜΜΑΧΟΙ ΚΑΙ ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΟΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ: ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΚΕ KAI NOF ΣΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ (1946-1949). Βαλκανικά Σύμμεικτα, σσ. 1-36. ( Ημερομηνία Πρόσβασης: 03 16, 2021), διαθέσιμο σε: (https://scholar.google.gr/scholar?hl=el&as_sdt=0%2C5&q=%CE%91%CE%9D%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%98%CE%A5%CE%9C%CE%97%CE%A4%CE%9F%CE%99+%CE%A3%CE%A5%CE%9C%CE%9C%CE%91%CE%A7%CE%9F%CE%99+%CE%9A%CE%91%CE%99+%CE%91%CE%9D%CE%95%CE%9E%CE%95%CE%9B%CE%95%CE%93%CE%9A%CE%A)
  • Τζίμας, Σ. (2007). Ενάμισης αιώνας «Μακεδονικό ζήτημα». Καθημερινή. (Ημερομηνία Πρόσβασης:03 16, 2021), διαθέσιμο σε: (https://www.kathimerini.gr/society/304963/enamisis-aionas-makedoniko-zitima/)

Βιβλιογραφία:

  • Συρίγος, Ά. Μ. (2015). Ελληνοτουρκικές Σχέσεις. Αθήνα: Πατάκης. (Ημερομηνία Πρόσβασης: 03 16, 2021), σελίδες: 138 – 146
  • Συρίγος, Ά. Μ. (2015). Ελληνοτουρκικές Σχέσεις. Αθήνα: Πατάκης. (Ημερομηνία Πρόσβασης: 03 16, 2021), σελίδες: 332 – 351