Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Πόλεμος στην Ουκρανία:  Κίνδυνος αποσταθεροποίησης των Δυτικών Βαλκανίων και Ευρωπαϊκή αντίδραση

Γράφει η Σιμώνη Τζουγανάτου

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022 αποτελεί πόλεμο έναντι κάθε αρχής διεθνούς νομιμότητας, καθώς και έναντι των αξιών του ανθρωπισμού, με σοβαρές επιπτώσεις για την ευρωπαϊκή ήπειρο. Λόγω της απουσίας κοινών συνόρων με την Ρωσία, τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων δεν αισθάνονται μία άμεση ρωσική στρατιωτική απειλή, σε αντίθεση με τις χώρες της Βαλτικής ή της Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Πολωνία και η Ρουμανία. Ωστόσο, ο πόλεμος στην Ουκρανία ενέτεινε τις αντιθέσεις μεταξύ των φιλο-δυτικών και φιλο-ρωσικών φωνών στα Βαλκάνια, επιφέροντας τον κίνδυνο εξάπλωσης της αστάθειας και ενίσχυσης της αποσχιστικής ρητορικής στην περιοχή, ιδίως σε μέτωπα με μεγάλη ρωσική διείσδυση, όπως η Σερβία και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Πιο συγκεκριμένα, δημιουργήθηκε ο φόβος ότι η Σερβική Δημοκρατία (Republika Srpska) θα ακολουθήσει το μοντέλο του Donbass στην Ανατολική Ουκρανία, μέσω της υποστήριξης Ρώσων αυτονομιστών. 

Η ήδη υπάρχουσα αστάθεια στα Δυτικά Βαλκάνια αποτελεί απόρροια των εντάσεων μεταξύ των διαφορετικών εθνοτήτων και οντοτήτων στην Βοσνία-Ερζεγοβίνη, αλλά και των διαφορών μεταξύ της Σερβίας και του Κοσόβου. Επιπλέον η Ρωσία παρεμβαίνει στην περιοχή με στόχο την αύξηση της επιρροής της έναντι της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Συνεπώς, παρ ’όλο που οι περισσότερες πρώην γιουγκοσλαβικές δημοκρατίες ακολουθούν πλέον έναν δυτικό προσανατολισμό και κατά τις τελευταίες δεκαετίες, κράτη των Βαλκανίων εντάχθηκαν στους Δυτικούς συνασπισμούς, για τη Ρωσία η ένταξη της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, της Σερβίας και του Κοσόβου σε αυτούς δεν θα ήταν αποδεκτή. Αφενός η Μόσχα δεν μπορεί να εμποδίσει την ένταξή τους στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, αφετέρου προσπαθεί να υπονομεύσει κάθε τέτοιου είδους πρωτοβουλία, δημιουργώντας μία ασύμμετρη σχέση με τα Δυτικά Βαλκάνια.

Χαρακτηριστικά, η ρωσική εξωτερική πολιτική στην περιοχή βασίζεται στην οικοδόμηση στενών σχέσεων ασφάλειας, στην ενεργειακή εξάρτηση, την πολιτική διείσδυση και τις κοινές θρησκευτικές πεποιθήσεις. Επίσης, τα Δυτικά Βαλκάνια έχουν θεωρηθεί ως ιδιαίτερος στόχος ρωσικής παραπληροφόρησης, η οποία δαιμονοποιεί το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ, ενώ παρουσιάζει την ΕΕ ως μία δυσλειτουργική οντότητα.  Με αυτόν τον τρόπο αυξάνεται η ρωσική επιρροή, αν και σε διαφορετικό βαθμό σε κάθε κράτος των Δυτικών Βαλκανίων.

ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΓΙΑ ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΑ ΔΥΤΙΚΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

Αν και όλα τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων, όπως και το σύνολο σχεδόν της διεθνούς κοινότητας, καταδίκασαν την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και την παραβίαση των αρχών του Διεθνούς Δικαίου, ο πόλεμος δημιούργησε ανησυχίες για την διατάραξη της ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή.

Πιο συγκεκριμένα, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη αποτελεί μία χώρα που αδυνατεί να υιοθετήσει μία ομοιόμορφη στάση έναντι της ρωσικής επιθετικότητας. Χαρακτηριστικά, το 2010, όταν το ΝΑΤΟ κάλεσε τη χώρα να συμμετάσχει στο Πρόγραμμα Δράσης για Ένταξη στον Αμυντικό Συνασπισμό, οι Βόσνιοι και Κροάτες πολίτες της εκτιμούσαν ότι μία τέτοια κίνηση θα οδηγούσε στην ενίσχυση της ειρήνης και ασφάλειας της περιοχής, ενώ ο σερβικός πληθυσμός τασσόταν σταθερά κατά της ένταξης στο ΝΑΤΟ. Παράλληλα, ο Σερβοβόσνιος Πρόεδρος, Milorad Dodik, έχει υποστηρίξει την μείωση της δυτικής επιρροής στη χώρα, καθώς και την απόσχιση της Σερβικής Δημοκρατίας από την Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Ο αυτονομιστής Dodik λαμβάνει την υποστήριξη της Ρωσίας και μάλιστα εκτιμάται πως τον Ιανουάριο του 2018 μία εκπαιδευμένη από τη Ρωσία παραστρατιωτική δύναμη γνωστή ως «Σερβική Τιμή» δραστηριοποιούνταν στην περιοχή, υποστηρίζοντας τις δράσεις του. Είναι φανερό ότι η Μόσχα επωφελείται από την απουσία εσωτερικής συνοχής στην Βοσνία-Ερζεγοβίνη, θεωρώντας πως η αστάθεια θα την κρατήσει μακριά από την ένταξή της στους δυτικούς συνασπισμούς. Επιπλέον, μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ο Πρόεδρος Dodik σε αρχική του δήλωση ανέφερε ότι η Βοσνία-Ερζεγοβίνη δεν πρέπει να ταχθεί με το μέρος κάποιας πλευράς στην ρωσο-ουκρανική διαμάχη, αν και τελικά η χώρα προσχώρησε στο πακέτο κυρώσεων κατά της Μόσχας.

Όσον αφορά την Σερβία, αυτή διατηρεί στενούς δεσμούς με τη Ρωσία, κυρίως λόγω της σλαβικής καταγωγής και της ορθόδοξης θρησκείας που συνδέουν τις δύο χώρες. Παράλληλα, οι νατοϊκοί βομβαρδισμοί του 1999 εξακολουθούν να είναι βαθιά ριζωμένοι στις μνήμες πολλών Σέρβων πολιτών.  Μάλιστα, μετά το ξέσπασμα του πολέμου, ο Πρόεδρος της Σερβίας, Aleksandar Vučić, τόνισε ότι θα καταδίκαζε τη ρωσική αναγνώριση των αυτοανακηρυσσόμενων αυτονομιστικών περιοχών της Ανατολικής Ουκρανίας, εάν ο Πρόεδρος Zelenskyy καταδίκαζε τον νατοϊκό βομβαρδισμό της Σερβίας το 1999. Ωστόσο, παρά τους στενούς δεσμούς με τη Μόσχα, η Σερβία τελικά προχώρησε στην καταδίκη της ρωσικής εισβολής στο Ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στις 2 Μαρτίου 2022, εκφράζοντας την υποστήριξή της στις αρχές της εδαφικής ακεραιότητας και πολιτικής ανεξαρτησίας των κρατών. Αυτή η ενέργεια, όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσε έντονες ρωσικές αντιδράσεις,  οι οποίες καλούσαν την Σερβία να δείχνει μεγαλύτερη συνέπεια στην υπεράσπιση των φιλικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Ωστόσο, αυτό δεν σήμαινε ότι το Βελιγράδι τασσόταν υπέρ της επιβολής κυρώσεων προς την Μόσχα. Είναι προφανές, ότι η σερβική εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, το οποίο μάλιστα προσφέρεται στη χώρα σε προνομιακές τιμές, αλλά και η μη επίσημη αναγνώριση του Κοσόβου από την Ρωσία, ως Μόνιμου Μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών θα καθιστούσε επιζήμια για την Σερβία μία ενδεχόμενη σύμπλευση με τις ευρωπαϊκές και αμερικανικές αποφάσεις. Έτσι, η Σερβία φαίνεται να προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ δημοκρατικών και αυταρχικών καθεστώτων, μεταξύ της φιλοδοξίας ένταξης στην ΕΕ και των καλών της σχέσεων με την Μόσχα.

Όσον αφορά το Κόσοβο, η δημιουργία παραλληλισμών μεταξύ της εκστρατείας βομβαρδισμού του ΝΑΤΟ στην Πρώην Γιουγκοσλαβία και της κατοχής τμημάτων της Ουκρανίας από την Ρωσία έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως στον σερβικό δημόσιο λόγο, καθιστώντας το Κόσσοβο σημείο ανάφλεξης για αιτιολόγηση επανασχεδίασης συνόρων. Επιπλέον, ο Πρωθυπουργός του Κοσόβου Albin Kurti δήλωσε ότι η αντίληψη της Ρωσίας είναι ότι απελευθερώνει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της Ουκρανίας από το Κίεβο, όπως ακριβώς υποστήριζε και το ΝΑΤΟ με την απελευθέρωση του Κοσόβου από την Σερβία. Ο ίδιος μάλιστα ανέφερε ότι όσο περισσότερο διαρκέσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, τόσες περισσότερες είναι οι πιθανότητες εξάπλωσης της κρίσης στα Δυτικά Βαλκάνια, γεγονός που θα εξυπηρετούσε τα ρωσικά συμφέροντα. Συνεπώς, λόγω του αυξανόμενου φόβου ότι τα Δυτικά Βαλκάνια θα αποτελέσουν το επόμενο σημείο της εκδήλωσης της ρωσικής επιθετικότητας, το Κόσοβο ζήτησε την δημιουργία μόνιμης νατοϊκής βάσης στη χώρα, καθώς και την επιτάχυνση της διαδικασίας ένταξης στο ΝΑΤΟ.

Παράλληλα, το Μαυροβούνιο, η Βόρεια Μακεδονία και η Αλβανία καταδίκασαν την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, από τις πρώτες στιγμές του πολέμου, δηλώνοντας την υποστήριξη τους προς το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, με την υιοθέτηση κυρώσεων κατά της Ρωσίας, και την αποστολή στρατιωτικού εξοπλισμού στην Ουκρανία. Με αυτόν τον τρόπο έδειξαν την σύμπλευσή τους με τις χώρες της Δύσης.

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΉ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ

Είναι φανερό, ότι η αποσχιστική ρητορική στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η οποία υποστηρίζεται από την δράση φιλορωσικών οργανώσεων, προκάλεσε αναταραχή στην ΕΕ, υπό τον φόβο ότι η τεταμένη πολιτική κατάσταση της χώρας θα απειλήσει την ειρήνη και σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής, ακόμη κι αν βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά από το πεδίο μάχης. Λίγες μέρες πριν το ξέσπασμα του πολέμου, με το Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Φεβρουαρίου 2022, οι ευρωβουλευτές καταδίκασαν την επιδίωξη δημιουργίας παράλληλων θεσμών στην Σερβική Δημοκρατία μεταξύ άλλων, στους τομείς της δικαιοσύνης και της ασφάλειας. Παράλληλα, πρότειναν την επιβολή κυρώσεων στον Milorad Dodik για την υπονόμευση της εδαφικής ακεραιότητας της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης.  

Στη συνέχεια, μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ο  Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας,  Josep Borrell, εξέφρασε δημόσια την ανησυχία του για την πρόκληση περαιτέρω συγκρούσεων, ιδίως στα Βαλκάνια. Έγινε γρήγορα αντιληπτό ότι η ΕΕ και το ΝΑΤΟ, μετά από μια περίοδο “διατλαντικής κακοφωνίας” στα χρόνια του Προέδρου Trump, οφείλουν να δράσουν συντονισμένα και ενεργά στην περιοχή, για την παγίωση της ασφάλειας έναντι ενδεχόμενων ρωσικών απειλών.

Κατά συνέπεια, υπό τον φόβο ότι Σέρβοι αυτονομιστές θα αναλάβουν δράση, παρακινούμενοι από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, η απάντηση της ΕΕ ήταν άμεση. Ως προληπτικό μέτρο, αποφασίστηκε η ενίσχυση της ειρηνευτικής αποστολής EUFOR ALTHEA με 500 επιπλέον εφέδρους, φανερώνοντας την προθυμότητα των Ευρωπαίων ηγετών να διασφαλίσουν την κυριαρχία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Υπενθυμίζεται ότι η συγκεκριμένη ειρηνευτική αποστολή αριθμούσε μέχρι πρότινος 600 στρατιώτες, και επομένως ο αριθμός τους τώρα σχεδόν διπλασιάστηκε. Λίγο αργότερα, η αποστολή της ΕΕ για το κράτος δικαίου στο Κόσσοβο (EULEX) προχώρησε σε ανακοίνωση για διπλασιασμό των αστυνομικών δυνάμεών της στην περιοχή, με μία επιπλέον εφεδρική μονάδα 92 μελών της Ευρωπαϊκής Δύναμης Χωροφυλακής.

ΕΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΔΥΤΙΚΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΕ: Ή ΤΩΡΑ Ή ΠΟΤΕ

Είναι φανερό, ότι υπό από αυτές τις συνθήκες, η μόνη εγγύηση ασφάλειας των κρατών των Δυτικών Βαλκανίων αποτελεί η ένταξή τους στους Δυτικούς συνασπισμούς. Όπως και στην περίπτωση της Ουκρανίας, η Ρωσία βλέπει τα Δυτικά Βαλκάνια ως σφαίρα επιρροής στην οποία προσπαθεί να υπονομεύσει τη Δύση. Η ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων αποτελεί αναγκαίο βήμα, για να αποφευχθεί η ένταξη τους τόσο στην σφαίρα επιρροής της Μόσχας, όσο και άλλων Μεγάλων Δυνάμεων, όπως για παράδειγμα η Κίνα.

Γίνεται αντιληπτό, ότι η επιτάχυνση της διαδικασίας διεύρυνσης και παροχής σαφούς πορείας για τις χώρες που επιθυμούν να προσχωρήσουν στην ΕΕ κρίνεται περισσότερο από ποτέ αναγκαία για την ασφάλεια και σταθερότητα των Δυτικών Βαλκανίων. Η ατζέντα διεύρυνσης της ΕΕ προχωρά με πολύ αργούς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια, κλονίζοντας με αυτόν τον τρόπο μέρος της αξιοπιστίας του εγχειρήματος, ενώ υπάρχει και διαφορετικός βαθμός προόδου μεταξύ των κρατών της περιοχής. Η Σερβία και το Μαυροβούνιο είναι τα μόνα κράτη, των οποίων οι διαπραγματεύσεις έχουν ήδη ξεκινήσει, ενώ το Κόσοβο και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη είναι απλώς υποψήφια προς ένταξη μέλη. Τέλος, η είσοδος της Αλβανίας και της Βόρειας Μακεδονίας στην ΕΕ είχε μπλοκαριστεί λόγω ζητημάτων διαφθοράς, ασύλου αλλά και της διαμάχης μεταξύ της τελευταίας και της Βουλγαρίας για θέματα ιστορίας, πολιτισμού και ταυτότητας.  Αυτές οι καθυστερήσεις αφήνουν την περιοχή ευάλωτη σε κακοήθεις επιρροές λόγω των αυταρχικών συμπεριφορών και της εθνικιστικής ρητορικής ηγετών στα Βαλκάνια.

Οι τελευταίες εξελίξεις έδωσαν νέα ώθηση στις συζητήσεις για τη στρατηγική αξία της πολιτικής διεύρυνσης της ΕΕ ευρύτερα. Μετά την υποβολή αιτήσεων προσχώρησης στην ΕΕ από την Ουκρανία, την Μολδαβία και την Γεωργία, η πολιτική διεύρυνσης της ΕΕ πρέπει να γίνει πιο αποδοτική και καινοτόμα, με προτεραιότητα την εκπλήρωση των μακροχρόνιων δεσμεύσεών της. Επομένως, κατά τις επισκέψεις του στα Δυτικά Βαλκάνια τον Μάρτιο του 2022, ο Josep Borrell δήλωσε ότι η κρίση στην γειτονιά της ΕΕ κάνει επιτακτική την ανάγκη αναζωογόνησης της διαδικασίας διεύρυνσης, ώστε τα κράτη της περιοχής να χαρακτηρίζονται από ειρήνη, σταθερότητα και προσήλωση στην ευρωπαϊκή πορεία.

Εν κατακλείδι, οι συνέπειες του πολέμου λαμβάνονται σοβαρά υπόψιν στα Βαλκάνια, λόγω της ανησυχίας διόγκωσης του χάσματος Ανατολής-Δύσης στην περιοχή, με την Σερβία και την Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης να εκφράζουν φιλορωσικές θέσεις, και την Βόρεια Μακεδονία, την Αλβανία και το Κόσσοβο να τάσσονται με την Δύση. Καθώς η περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων παραμένει ένα τμήμα της Ευρώπης που δεν έχει ενσωματωθεί πλήρως στους Δυτικούς συνασπισμούς, μετατρέπεται στο μαλακό υπογάστριο της Ευρώπης και ταυτόχρονα προσφέρει ευκαιρίες στην Ρωσία και άλλους εξωτερικούς δρώντες να ασκήσουν επιρροή και να επεκτείνουν την παρουσία τους στην περιοχή. Παράλληλα, εφόσον η ευρωπαϊκή ενοποίηση ενισχύεται σε περιόδους κρίσεων, ο πόλεμος στην Ουκρανία δημιουργεί ευκαιρίες και για την ΕΕ, φέρνοντας μία νέα δυναμική στην ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων. Εάν η ΕΕ μπορέσει να εκμεταλλευτεί προς όφελος της αυτή την κομβική στιγμή της ιστορίας, όπως αναφέρει και ο Josep Borrell, θα επιφέρει την «γέννηση της γεωπολιτικής Ευρώπης».  Εάν όμως «η Ένωση αποτύχει στην αυλή της», όπως αναφέρει ο Misha Glenny στο βιβλίο του «Τα Βαλκάνια», τότε μπορεί «να αποχαιρετήσει οποιαδήποτε ιδέα άσκησης επιρροής οπουδήποτε αλλού».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ