Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Πως αλλοιώνεται η δημογραφία σε κατεχόμενο έδαφος

Γράφει η Έλενα Θεοδωροπούλου

Ήδη ο τίτλος δημιουργεί ένα ερώτημα. Η απάντηση είναι σχεδόν μονολεκτική: με τον εποικισμό. Είναι πολύ πιθανόν ο εποικισμός να συγχέεται με τον αποικισμό. Εποικισμός είναι η μεταφορά του πληθυσμού μιας χώρας που κατέχει έδαφος άλλης, στο κατεχόμενο αυτό έδαφος, και η επακόλουθη παραχώρηση ακίνητης περιουσίας, με στόχο την ανατροπή της δημογραφίας. Γίνεται κατανοητή η βασική διαφορά εποικισμού και αποικισμού: ο πρώτος αντίκειται στο διεθνές δίκαιο εν καιρώ πολέμου. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι αντίκειται και στην ηθική. Ποιος όμως ορίζει την ηθική -η οποία έχει βαρύνουσα σημασία ειδικά κατά τη διάρκεια ένοπλων συγκρούσεων- και πόσο διαφέρει η ηθική ενός κράτους από ένα άλλο, είναι ένα ζήτημα πιο βαθύ και καθόλου απλό, επομένως εδώ θα περιστραφούμε μόνο γύρω από τη νομιμότητα ή μη αυτού του φαινομένου καθώς και ιστορικά παραδείγματα τέτοιων πρακτικών.

ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Η πολεμική κατοχή, ως μια διαχρονική πραγματικότητα, δεν έχει μείνει αρρύθμιστη από το διεθνές δίκαιο, ειδικά σχετικά με το ανθρωπιστικό της σκέλος. Το δίκαιο της πολεμικής κατοχής, αποτελεί τμήμα του διεθνούς δικαίου των ενόπλων συρράξεων, το οποίο ρυθμίζει ζητήματα ανθρωπιστικής φύσης που αναφύονται στο πλαίσιο πολεμικών συγκρούσεων, με αντικείμενό του, τη προστασία των αμάχων. Βασική αρχή του είναι ότι, το κράτος που κατέχει άλλες περιοχές, δεν αποκτά νόμιμο τίτλο στις περιοχές αυτές και ως εκ τούτου θα πρέπει να απόσχει από πρακτικές που οδηγούν σε μακροχρόνιες αλλαγές στο κατεχόμενο έδαφος (βλ. εποικισμό).

Μια από τις σημαντικές πηγές του σχετικού δικαίου, είναι το δίκαιο της Χάγης, μια σειρά από συμβάσεις από τις οποίες, προκύπτει απερίφραστα ο προσωρινός χαρακτήρας της κατοχής. Ειδική μνεία, είναι σημαντικό να γίνει στο άρθρο 55 των κανονισμών της Χάγης, το οποίο προβλέπει ότι το κράτος που κατέχει άλλες περιοχές λειτουργεί μόνο ως διαχειριστής και χρήστης των δημόσιων κτιρίων, της ακίνητης περιουσίας, των δασών και της γεωργικής ακίνητης περιουσίας. Επίσης, το άρθρο 52 αναφέρει ότι επιτάξεις γίνονται μόνο εφόσον εξυπηρετούν τις ανάγκες στρατιωτικής κατοχής. Από τις κύριες πηγές του δικαίου της πολεμικής κατοχής είναι το δίκαιο της Γενεύης, με τις Τέσσερις Συμβάσεις τις Γενεύης που υπεγράφησαν το 1949, μετά τις θηριωδίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Τέταρτη Σύμβαση της Γενεύης είναι αυτή που ρυθμίζει τις υποχρεώσεις των κατεχουσών άλλα εδάφη δυνάμεων απέναντι στους πληθυσμούς των περιοχών αυτών. Από το δίκαιο της Γενεύης δημιουργείται εθιμικό δίκαιο, το οποίο συνεπάγεται κρατική ευθύνη. Το άρθρο 47 της σύμβασης αυτής, απαγορεύει την απαλλοτρίωση κατεχόμενης γης και την κατατάσσει στις σοβαρές παραβιάσεις, με ποινικές κυρώσεις. Για τον εποικισμό υπάρχει σαφής αναφορά στο άρθρο 49 παράγραφος 6 της Τέταρτης Σύμβασης της Γενεύης στο οποίο προβλέπεται ότι:

«Η κατέχουσα Δύναμις δεν θα δύναται να εξορίση ή να μεταφέρη μέρος του ιδικού της άμαχου πληθυσμού εις το κατεχόμενον υπ’ αυτής έδαφος.»

Το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο, κατατάσσει τον εποικισμό στις σοβαρές παραβιάσεις και σύμφωνα με το άρθρο 85 παρ.5 του Πρωτοκόλλου, όλες οι σοβαρές παραβιάσεις των Συμβάσεων και του Πρωτοκόλλου θεωρούνται εγκλήματα πολέμου, και διαπράττοντάς τα, γεννάται και ατομική ποινική ευθύνη.

Τέτοιου είδους πρακτικές, καταπατούν επίσης και κάποια εκ των διεθνών δικαιωμάτων του ανθρώπου, όπως αυτά αποτυπώνονται στη Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα και στο Διεθνές Σύμφωνο για τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, στην ισότητα, στην ιδιοκτησία, σε επαρκές επίπεδο διαβίωσης και στην ελευθερία διακίνησης.

Στόχος του εποικισμού, είναι η αλλοίωση της τοπικής δημογραφίας, η παγίωση μιας κατάστασης, η προσάρτηση εδαφών, η δημιουργία λαού καθώς και η αλλοίωση και χειραγώγηση αποτελεσμάτων εκλογών προς όφελος του κατέχοντος κράτους.

Ο εποικισμός, είναι αρκετά συχνός από τις κατέχουσες άλλα εδάφη δυνάμεις, με παραδείγματα περισσότερο ή λιγότερο γνωστά. Πράξεις εποικισμού συναντάμε στη Δυτική Σαχάρα, στο Ανατολικό Τιμόρ, και βέβαια στις πλέον γνωστές υποθέσεις της Παλαιστίνης και της Κύπρου. Την ίδια εποικιστική πολιτική ακολούθησε η Γερμανία στην Ανατολική Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και η Ρωσία, στα εδάφη της πρώην ΕΣΣΔ.

ΕΠΟΙΚΙΣΜΟΙ ΣΕ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟ – ΟΙ ΠΛΕΟΝ ΓΝΩΣΤΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ

Δεν υπάρχει κάποιος που να μη γνωρίζει έστω και λίγα στοιχεία για τις δύο αυτές περιπτώσεις  αφενός, κατά τη κοινή παραδοχή, παράνομης κατοχής και αφετέρου πρακτικών μεταφοράς πληθυσμών από τη κατέχουσα δύναμη στη κατεχόμενη περιοχή. Και οι δύο, παραμένουν χωρίς επίλυση.

Ξεκινώντας,η Τουρκία βασιζόμενη σε δήθεν δικαίωμά της να παρεμβαίνει, σύμφωνα με τη Συνθήκη Εγγυήσεως, η οποία επιτρέπει στις εγγυήτριες δυνάμεις (Ηνωμένο Βασίλειο, Ελλάδα και Τουρκία) να ενεργήσουν για αποκατάσταση της ανεξαρτησίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της ασφάλειας της Κύπρου, εισέβαλε στο Βόρειο τμήμα της Κύπρου, όμως μια τέτοια ενέργεια δεν είχε επουδενί σα σκοπό την αποκατάσταση της νομικής κατάστασης στη περιοχή, με αποτέλεσμα να υφίσταται παράνομη κατοχή. Τη τουρκική εισβολή ακολούθησε ο εκτοπισμός των Ελληνοκύπριων από τη κατεχόμενη περιοχή και ο εποικισμός των εδαφών αυτών, ήδη από το 1975 και το 1977, και στη συνέχεια το 2000. Ο ακριβής αριθμός των εποίκων, κάποιοι από τους οποίους εξαναγκάστηκαν και άλλοι απλά ενθαρρύνθηκαν, δεν είναι εύκολο να υπολογιστεί, αλλά γίνεται λόγος ακόμα και για 150.000. Απώτερος σκοπός της Τουρκίας είναι η παγιοποίηση και η νομιμοποίηση μιας κατάφωρα παράνομης κατάστασης, μέσω της δημιουργίας λαού με δικαίωμα αυτοδιάθεσης. Για το ζήτημα των εποικισμών στη περιοχή έχει λάβει θέση η Επιτροπή Ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ μέσω ψηφισμάτων, εκφράζοντας την ανησυχία της για τις αλλοιώσεις στη δημογραφική δομή της Κύπρου, λόγω του μεγάλου αριθμού των εποίκων.

Οι εκδιωγμένοι κάτοικοι δεν έχουν κανένα δικαίωμα πρόσβασης στην περιουσία τους, πολλές από τις οποίες έχουν δοθεί σε εποίκους, και ως προς αυτό η Τουρκία έχει καταδικαστεί αρκετές φορές από το ΕΔΑΔ. Από τις πιο γνωστές υποθέσεις είναι αυτή της Λοιζίδου, η οποία προσέφυγε στο ΕΔΑΔ το 1998, δικαιώθηκε και της επιδικάστηκε αποζημίωση 1 εκ. δολαρίων καθώς και να της επιτρέπεται να απολαμβάνει τη περιουσία της. Για χρονικό διάστημα 5 ετών η Τουρκία δεν εφάρμοσε την απόφαση, ενώ το 2003 την εφάρμοσε μερικώς, ως προς το κομμάτι της αποζημίωσης. Επίσης, γίνονται διακρίσεις σε βάρος των ελληνοκυπρίων που συνεχίζουν και ζουν στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου, οι οποίοι βιώνουν και ρατσισμό, καθώς και κάθε είδους φυλετική ή θρησκευτική διάκριση, καθώς τους αντιμετωπίζουν ως αλλοδαπούς. Επιπρόσθετα, στερούνται και του δικαιώματος της ελεύθερης διακίνησης, καθώς μόνο ως επισκέπτες μπορούν να πηγαίνουν στο κατεχόμενο κομμάτι, και μάλιστα όχι σε όλες τις περιοχές καθώς κάποιες έχουν κηρυχθεί στρατιωτικές ή απαγορευμένες.

Η έναρξη του ισραηλινού εποικισμού της Παλαιστίνης, συνέβη σχεδόν ταυτόχρονα με το πόλεμο των έξι ημερών του 1967, κατά τον οποίο η Δυτική όχθη και η λωρίδα της Γάζας πέρασαν στον έλεγχο του Ισραήλ, συνεχίζεται μέχρι και σήμερα και συνεπικουρείται από τις εκδιώξεις Παλαιστινίων. Ο αριθμός των εποίκων ίσως ξεπερνά τις 700.000, ενώ η παλαιστινιακή διασπορά (απόγονοι όσων εκδιώχθηκαν από τις κατεχόμενες περιοχές, με σημείο έναρξης του προσφυγικού κύματος το 1948) μετρά πάνω από 4 εκ. ανθρώπους. Στόχος είναι η αποτροπή δημιουργίας ενιαίου παλαιστινιακού κράτους, να καταστεί ο αυτόχθων πληθυσμός μειονότητα και να προσαρτηθούν τα εδάφη αυτά στο Ισραήλ. Αντίστοιχη με την αντιμετώπιση που υφίστανται οι Ελληνοκύπριοι στα κατεχόμενα εδάφη, υφίστανται και οι Παλαιστίνιοι στις κατεχόμενες από το Ισραήλ περιοχές, αφού αυτοί υπόκεινται στο στρατιωτικό νόμο και στα στρατιωτικά δικαστήρια, ενώ οι έποικοι υπόκεινται στο Ισραηλινό δίκαιο και δικαστήρια. Σε συνδυασμό με τα παραπάνω, το 2003 το Ισραήλ ξεκίνησε κατασκευή Διαχωριστικού τείχους, επικαλούμενο λόγους ασφαλείας, με πραγματικό όμως στόχο την κατάληψη εδαφών. Πληθώρα ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ έχουν καταδικάσει την εποικιστική πολιτική του Ισραήλ, αναφέρουν ότι αυτή δεν έχει κανένα νομικό κύρος, και καλούν τη χώρα να τερματίσει τη πρακτική αυτή, να προχωρήσει σε κατεδάφιση του τείχους και τα υπόλοιπα κράτη να μην αναγνωρίσουν τη κατασκευή τέτοιου τείχους.

Αλλα ιστορικα παραδειγματα εποικισμων

Αντίστοιχα με τα παραπάνω, χωρίς λύση παραμένει και το ζήτημα του δικαιώματος συμμετοχής σε δημοψήφισμα για τη τύχη της Δυτικής Σαχάρας, μετά από τη πολυετή εποικιστική πολιτική της περιοχής από το Μαρόκο. Κατά τη περίοδο της από αποικιοποίησης της περιοχής από τους Ισπανούς, τα ΗΕ ζήτησαν από την Ισπανία να οργανώσει δημοψήφισμα αυτοδιάθεσης. Το 1976, η Ισπανική κυβέρνηση είχε αποσυρθεί από τη περιοχή και ανακηρύχθηκε η Σαχαρανή Αραβική Λαϊκή Δημοκρατία. Την ίδια περίοδο η Δυτική Σαχάρα είχε μοιραστεί στο Μαρόκο και τη Μαυριτανία., ενώ λίγο αργότερα λόγω της στρατιωτικής αδυναμίας της Μαυριτανίας, η περιοχή πέρασε υπό μαροκινό έλεγχο, κάτι που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Στη συνέχεια, το Μαρόκο, οργάνωσε κύματα εποίκων προς τη περιοχή, με στόχο την αλλοίωση του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος, με το οποίο οι σαχαρανοί θα αποφάσιζαν μεταξύ ανεξαρτησίας και προσάρτησής τους στο Μαρόκο, υπέρ του. Το 1991, αποστολή του ΟΗΕ στη περιοχή, είχε σαν έργο τον επαναπατρισμό των προσφύγων καθώς και τη ταυτοποίηση των δικαιούντων να ψηφίσουν, διαδικασία η οποία λόγω διαφωνιών των μερών δεν πραγματοποιήθηκε. Επίσης τα σχέδια επίλυσης της διαφοράς, δεν οδήγησαν σε ουσιαστικό αποτέλεσμα περί του ζητήματος του ποιοι θα πρέπει να συμπεριληφθούν στους εκλογικούς καταλόγους και με ποια κριτήρια, λόγω εκατέρωθεν αντιρρήσεων.

Παρόμοια ζητήματα, με διαφορετική όμως κατάληξη, τέθηκαν και στη περίπτωση του Ανατολικού Τιμόρ. Για 4 αιώνες περίπου, η περιοχή ήταν αποικία της Πορτογαλίας. Το 1974, η πορτογαλική κυβέρνηση αναγνώρισε το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του λαού του Ανατολικού Τιμόρ, ταυτόχρονα δε ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος μεταξύ όσων ήθελαν ανεξαρτησία και όσων προτιμούσαν προσάρτηση στην Ινδονησία. Το επόμενο έτος η Ινδονησία εισέβαλε στη περιοχή και μετέφερε στρατό και εποίκους, με την απάντηση του ΟΗΕ να είναι αντίθετη σε αυτή τη πράξη. Το 1999, συμφωνήθηκε ότι ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ έχει την ευθύνη για οργάνωση δημοψηφίσματος σχετικά με την αποδοχή ή όχι της αυτονομίας της περιοχής μέσα στην ενιαία δημοκρατία της Ινδονησίας. Το ζήτημα και πάλι ήταν ποιοι δικαιούνται να ψηφίσουν σε αυτό, με την έκθεση του Γενικού Γραμματέα να θέτει ως χρονικό όριο το 1975 κατά το οποίο θα έπρεπε κάποιος είτε ο ίδιος είτε κάποιος εκ των γονέων του ή των παππούδων του να είναι νόμιμος κάτοικος της περιοχής, είτε να κατοικούν εκεί για 5 τουλάχιστον έτη. Έτσι οι έποικοι εξαιρέθηκαν από τους εκλογικούς καταλόγους. Από το σύνολο των σχετικών νομικών κειμένων, διαφαίνεται ότι οι έποικοι δεν είναι δυνατόν να έχουν τα ίδια πολιτικά δικαιώματα με τους γηγενείς, και κυρίως το δικαίωμα να ψηφίζουν. Τελικά, η συντριπτική πλειοψηφία των ψηφισάντων αποφάσισε την ανεξαρτησία της περιοχής και έκτοτε το Ανατολικό Τιμόρ είναι ανεξάρτητο κράτος και μέλος του ΟΗΕ.

ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΠΟΙΚΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ

Δυστυχώς, σε περίοδο της πολεμικής κατοχής ενός εδάφους από άλλο κράτος, επικρατεί το δίκαιο και η θέληση του δυνατού-κατέχοντα. Δυστυχώς, ποτέ, ή σχεδόν ποτέ, ο ιμπεριαλισμός δεν έχει όρια, ούτε καν ανθρωπιστικά. Ευτυχώς, χάρη στη μνήμη σχετικά με πρακτικές όπως αυτή του εποικισμού, πλέον υπάρχει νομική βάση στο διεθνές δίκαιο για τη μη νομιμότητά τους, και το σύνολο των κρατών μέσα από τον ΟΗΕ και τα καταστατικά του όργανα μέσω ψηφισμάτων τις καταδικάζει, το ίδιο δε πράττει και το ΔΔΧ μέσα από τις σχετικές γνωμοδοτήσεις του. Είναι όμως αυτό αρκετό; Φτάνουν πάντα σε συμβιβαστική λύση τα εμπλεκόμενα κράτη; Οδηγούν τα παραπάνω νομικά κείμενα ή τα ψηφίσματα σε αποτέλεσμα; Αν αναλογιστούμε τις περιπτώσεις της Κύπρου, της Παλαιστίνης και της Δυτικής Σαχάρας, η απάντηση είναι αρνητική.

Και εδώ, αναδύεται η ιδιομορφία του διεθνούς δικαίου. Αυτή στηρίζεται αρχικά στο ζήτημα της πρακτικής εφαρμογής των κανόνων του διεθνούς δικαίου και ειδικά των εθιμικών. Η υπαγωγή στους κανόνες του διεθνούς δικαίου όπως και στα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα είναι ως επί το πλείστον εθελούσια, με εξαίρεση το δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Τουρκία για παράδειγμα δεν έχει αποδεχτεί τη προαιρετική ρήτρα του Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαιοσύνης. Η σχετικά πρόσφατη δημιουργία διεθνούς ποινικού δικαστηρίου, βέβαια, δίνει ελπίδες για την μερική τουλάχιστον αποκατάσταση της νομιμότητας. Μάλιστα, μετά από καταγγελία ενώπιών του, το 2014, η επικεφαλής της Εισαγγελίας ανακοίνωσε ότι, μέχρι τον Ιούνιο του τρέχοντος έτους, θα αποφανθεί για τον εποικισμό της Κύπρου από την Τουρκία, δηλαδή στο κατά πόσον θα παραπέμψει το θέμα για εκδίκαση από το Δικαστήριο. Ίσως να είναι ένα πρώτο βήμα που θα δημιουργεί ένα νομικό προηγούμενο για τη λύση των προβλημάτων που δημιουργεί ο εποικισμός.

Βιβλιογραφία

Χατζηκωνσταντίνου Κώστας, Προσεγγίσεις στο Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο (2η εκδ, Εκδόσεις Ι.Σιδέρης 2009)

Σαρηγιαννίδης Μιλτιάδης, Η Πολεμική Κατοχή στο Διεθνές Δίκαιο (Σάκκουλας 2011)

Σταυρινός Μιχάλης, Το έγκλημα του εποικισμού στο διεθνές δίκαιο, Εκδόσεις Πάργα, 2013

Loukis G. Loucaides, “Essays on the developing law of human rights” international studies in human rights, volume 39, Martinus Nijhoff, Publicers 1995

Embassy of the republic of Cyprus in the Hague, διαθέσιμο σε: http://www.mfa.gov.cy/mfa/Embassies/embassy_thehague.nsf/ecsw17_gr/ecsw17_gr?OpenDocument

Neophytos G. Loizides, “Settlers and Mobilization in Cyprus: Antinomies of Ethnic Conflict and Immigration Politics”

Ronen Yael, ‘Status of Settlers Implanted by Illegal Regimes under International Law’ (2008) International Law Forum of the Hebrew University of Jerusalem Law Faculty

Chrysostomides Kypros, The Republic of Cyprus – A Study in International Law (Martinus Nijhoff Publishers 2000)

Galchinsky Michael, ‘The Jewish Settlements in the West Bank: International Law and Israeli Jurisprudence’ (2004) Israel Studies

Κατερίνα Αγριμανάκη, Ιερουσαλήμ, εποικισμοί, κρατούμενοι, δημογραφικό: Οι πληγές και τα αγκάθια του παλαιστινιακού, CNN GREECE, 11/12/2017 διαθέσιμο σε https://www.cnn.gr/kosmos/story/109201/ieroysalim-epoikismoi-kratoymenoi-dimografiko-oi-pliges-kai-ta-agkathia-toy-palaistiniakoy

Lovemore M. Zinyama, ‘International Migrations to and from Zimbabwe and the Influence of Political Changes on Population Movements, 1965-1987’ (1990) 24 International Migration Review 748

Κώστας Μαυρίδης, Εποικισμός των κατεχομένων – Ένα έγκλημα πολέμου για το οποίο δεν μιλάει κανείς! #infognomonpolitics, 27/02/2021, διαθέσιμο σε: https://infognomonpolitics.gr/2021/02/epoikismos-ton-katechomenon-ena-egklima-polemou-gia-to-opoio-den-milaei-kaneis/