Loading...
Κρίσεις και Ζητήματα Ασφαλείας

Πυρηνική στρατηγική και Μεσανατολικό ζήτημα: μια εναλλακτική οπτική

Γράφει η Σοφία Πιτυκάκη

Οι δεκαετίες από το 1940 έως και τη σημερινή εποχή χαρακτηρίζονται από την διείσδυση των πυρηνικών στην έννοια της στρατηγικής σκέψης και της χάραξης της διεθνούς και εθνικής πολιτικής από την εκάστοτε ηγεσία. Η τεχνολογική εξέλιξη του πυρηνικού όπλου, η χρήση του στη δύση του Β’ Παγκοσμίου πολέμου (Χιροσίμα-Ναγκασάκι), η κάθετη αλλά και οριζόντια διασπορά που ακολούθησε σε πληθώρα κρατών, η εποχή του Ψυχρού πολέμου καθώς και οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή, κατέστησαν την κατοχή πυρηνικών απαραίτητη όχι μόνο για την άνοδο ενός κράτους σε Μεγάλη Δύναμη στη διεθνή σκηνή, αλλά και για την ίδια του την επιβίωση. Το παράδοξο της πυρηνικής στρατηγικής αφορά στην χρησιμότητα των πυρηνικών όσον αφορά την μη χρήση τους. Με άλλα λόγια, η χρήση ενός όπλου αμοιβαίας μαζικής καταστροφής (M.A.D) αποτελεί μη ορθολογική απόφαση, συνεπώς η κατοχή τους χρησιμεύει μόνο για αποτροπή. Υπό αυτό το πρίσμα, ένας κόσμος που αποτελείται στην ολότητα του από πυρηνικές δυνάμεις, συνιστά έναν κόσμο σταθερότητας, αποκλείοντας τον συμβατικό πόλεμο ως μέσο επίτευξης στόχων και κατ ’επέκταση εγκαθιδρύοντας την ειρήνη. Ωστόσο, αυτή εκδοχή, θα πρέπει να επανεξεταστεί λεπτομερώς, καθώς η πολυπλοκότητα της δράσης των διεθνών δρώντων στενεύει τα περιθώρια στην εφαρμογή μιας απλής θεώρησης.

Σύμφωνα με τον Waltz (πολιτικός επιστήμονας, εκπρόσωπος και εισηγητής της θεωρίας του δομικού ρεαλισμού και συγκεκριμένα του αμυντικού ρεαλισμού στο πεδίο των διεθνών σχέσεων) η πυρηνική αποτροπή είναι επιτυχημένη καθώς διατηρεί ως σήμερα την ειρήνη, λαμβάνοντας υπόψιν πως το σενάριο του πυρηνικού αφοπλισμού είναι ουτοπικό λόγω της ευρέως διαδεδομένης τεχνογνωσίας για την κατασκευή πυρηνικών όπλων καθώς και της έλλειψης εμπιστοσύνης μεταξύ των παικτών του διεθνούς συστήματος. Η έννοια της αποτροπής τονίζεται ως προς την ουσία της, καθώς ακόμα και η άμυνα ενέχει επίθεση. Εάν όλες οι «συγκρουόμενες δυάδες» αποκτήσουν πυρηνικά (παραδείγματος χάριν Ινδία-Πακιστάν), οι ηγέτες αποκτούν υπευθυνότητα και επέρχεται η σταθερότητα, εφόσον για τους λόγους που προαναφέρθηκαν απουσιάζει το ενδεχόμενο ενός πυρηνικού πολέμου. Όσον αφορά τη διασπορά, η κάθετη δεν έχει οδηγήσει σε αποσταθεροποίηση και η οριζόντια ήταν τόσο σταδιακή (spread) ώστε να πετύχει το ίδιο αποτέλεσμα. Στη περίπτωση του Ιράν, ο Waltz αναφέρει πως η ισχύς πρέπει να εξισορροπείται, και εφόσον το κράτος του Ισραήλ κατέχει πυρηνικά θα πρέπει και το Ιράν να προχωρήσει σε πυρηνικοποίηση. Στο ενδεχόμενο αυτό αντιτίθενται έντονα οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, το δεύτερο αφενός για να διατηρήσει την περιφερειακή του ηγεμονία στην περιοχή και οι ΗΠΑ στα πλαίσια του δόγματος του πυρηνικού αφοπλισμού που υποστηρίζουν, καθώς η διασπορά πυρηνικών λειτουργεί καταλυτικά στην παγκόσμια ισχύ τους και αποδυναμώνει την επικράτηση τους μέσω συμβατικής υπεροπλίας. Ωστόσο, η διπλωματία και οι κυρώσεις δεν μπορούν με βεβαιότητα να αποτρέψουν το πυρηνικό πρόγραμμα ενός κράτους που βιώνει διλήμματα ασφαλείας και δυνητικές απειλές, όπως κατέδειξε η περίπτωση της Β. Κορέας. Αντιθέτως, η επιβολή κυρώσεων εντείνει την αίσθηση της απειλής και επί της ουσίας επιταχύνει την παραπάνω διαδικασία. Μια επιτευκτή εναλλακτική για το Ιράν, υποθετικά αποδεκτή από την διεθνή κοινότητα, αποτελεί η πυρηνική επιλογή, δηλαδή η έναρξη του πυρηνικού προγράμματος και το «πάγωμα» του ακριβώς πριν την ολοκλήρωση του, ώστε σε πιθανή ανάγκη χρήσης πυρηνικών, να υπάρχει η δυνατότητα της άμεσης ολοκλήρωσης (breakout capability). Το κράτος του Ισραήλ βέβαια απορρίπτει κατηγορηματικά οποιασδήποτε συσχέτιση του Ιράν με πυρηνικά όπλα. Το worst-case-scenario αυτής της περίπτωσης είναι το Ιράν να ακολουθήσει τα βήματα της Β. Κορέας κάνοντας πυρηνικές δοκιμές και κατακτώντας έτσι μια θέση στον στενό κύκλο των μόλις 9 κρατών που κατέχουν πυρηνικά. Ολοκληρώνοντας επομένως την σκέψη του Waltz, αναφέρεται πως εάν το Ιράν κατείχε πυρηνικά όπλα, το Μεσανατολικό ζήτημα θα είχε λυθεί διότι τώρα, με μοναδική πυρηνική δύναμη το Ισραήλ, διατηρείται η αστάθεια στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Η δεύτερη σχολή σκέψης πάνω στο ζήτημα, επηρεασμένη από την καλή σχέση Reagan-Gorbachev, υποστηρίζει πως η πυρηνική αποτροπή ουσιαστικά ευθύνεται για την μεγάλη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου και συνεπώς τα κράτη οφείλουν να στοχεύσουν στον πυρηνικό αφοπλισμό. Η κατοχή πυρηνικών, εκ φύσεως αποτελεί διεθνή εν δυνάμει απειλή, καθώς η επιτυχία της αποτροπής δεν θεωρείται δεδομένη -ενδεχόμενο λάθος υπολογισμών, ελλιπούς πληροφόρησης, πιθανότητα ατυχήματος κ.ο.κ.- ενώ ταυτόχρονα η ύπαρξη χρησιμοποιήσιμων πυρηνικών όπλων καθιστά εφικτή την χρήση τους σε τακτικό επίπεδο και ενεργό τον κίνδυνο ενός περιορισμένου πυρηνικού πολέμου. Συνεπώς ο συμβολικός χαρακτήρας των πυρηνικών δεν μπορεί πλέον να εγγυηθεί την μη χρήση τους. Επιπρόσθετα, υφίσταται κίνδυνος πυρηνικής ανισότητας και το επιχείρημα της υπευθυνότητας των πυρηνικών δυνάμεων τίθεται υπό αμφισβήτηση διότι εξετάζοντας την ιστορία αποδεικνύεται η μη ισορροπημένη λήψη αποφάσεων από πολλά «συγκρουόμενα δίπολα». Μια πολιτική ηγεσία μπορεί να φανεί ανορθολογική ή να πραγματοποιήσει έναν ολοκληρωτικό πόλεμο. Η κατοχή πυρηνικών από δικτατορικά καθεστώτα ή τρομοκρατικές οργανώσεις δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση, καθιστώντας τη διασπορά συνώνυμο της αστάθειας. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση του Ιράν και του Μεσανατολικού ζητήματος, η κατοχή πυρηνικών από ένα θεοκρατικό καθεστώς που αποδεδειγμένα χρηματοδοτεί ισλαμικές τρομοκρατικές οργανώσεις και επαληθεύει με επίσημες δηλώσεις την εχθρότητα του απέναντι στο κράτος του Ισραήλ, επιβεβαιώνει πως η δημιουργία ενός πυρηνικού οπλοστασίου θα καταστήσει εφικτή την πιθανότητα για έναν περιορισμένο πυρηνικό πόλεμο. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστος και ορθολογικός δρών, και μια τέτοια κίνηση θα εντείνει την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, οξύνοντας τις σχέσεις και προκαλώντας την επέμβαση και άλλων δρώντων. Επιπρόσθετα η Τουρκία μέσω δηλώσεων του Erdogan φιλοδοξεί να υλοποιήσει πυρηνική επιλογή, όπως στην περίπτωση της Ιαπωνίας, για λόγους περιφερειακής ηγεμονίας. Η πυρηνικοποίηση του Ιράν θα δώσει το έναυσμα στην Τουρκία για πραγματοποίηση των προθέσεων της, εντείνοντας τις σχέσεις με τις ΗΠΑ και αυξάνοντας την αστάθεια στα Βαλκάνια.

Συνοψίζοντας, ο πυρηνικός κίνδυνος, η συμβατική υπεροχή ενός αντιπάλου, οι φιλοδοξίες για περιφερειακή ηγεμονία και η βελτίωση διεθνούς κύρους και διαπραγματευτικής θέσης είναι μερικά μόνο από τα κίνητρα που ωθούν μια κρατική οντότητα στον πυρηνικό εξοπλισμό. Οι τρέχουσες εξελίξεις σε μεγάλο βαθμό έχουν αποδείξει μια συσχέτιση μεταξύ πυρηνικών και διεθνούς σταθερότητας λόγω της έλλειψης συστημικών πολέμων. Δεν εκλείπουν ωστόσο περιφερειακές συγκρούσεις, εμφύλιες συρράξεις καθώς και εθνικές διεκδικήσεις και ιδιαίτερα στην Μέση Ανατολή όπου η ένταση κλιμακώνεται συνεχώς, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη την εξ’ ολοκλήρου πυρηνικοποίηση της περιοχής. Το ενδεχόμενο να ισχύσει σε αυτή την περίπτωση η αντίστροφη σχέση κινδύνου-απόδοσης, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν, όπως επίσης και η αντίθετη περίπτωση.

Βιβλιογραφία:

  • Κωσταντίνος Κολιόπουλος, «Η στρατηγική σκέψη από την αρχαιότητα έως σήμερα», εκδόσεις «ΠΟΙΟΤΗΤΑ», 2008
  • Μαίρη Μπόση, «Οι όψεις της διεθνούς ασφάλειας», εκδόσεις «ΠΟΙΟΤΗΤΑ», 2018
  • Max Fisher, «The U.S., Iran and a No-Win Game», The New York Times, 9/01/2020
Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *