Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Οικονομία

Προτάσεις για την άσκηση μίας ορθής Δημοσιονομικής Οικονομικής Πολιτικής

Γράφει ο Ζαχαρίας Ταλίκατζης

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Οι βραχυχρόνιες κυκλικές διακυμάνσεις είναι φαινόμενα, αναπόσπαστα συνδεδεμένα με τη φύση του παραγωγικού κυκλώματος. Ο μηχανισμός της αγοράς συμπεριφέρεται συχνά όπως ο ανθρώπινος οργανισμός: Ο άνθρωπος δεν είναι δυνατό να εργάζεται συνέχεια με τον ίδιο ρυθμό και την ίδια απόδοση. Μετά από κάποιες ώρες εργασίας, χρειάζεται ορισμένες ώρες ανάπαυσης, για να αναλάβει δυνάμεις και να συνεχίσει την εργασία του. Ανάλογα ισχύουν και με το σύστημα παραγωγής αγαθών: Δεν είναι δυνατό να κινείται ακατάπαυστα ανοδικά. Κατά διαστήματα, θα πρέπει να επιβραδύνει τους ρυθμούς του, για να μπορεί να αναδιατάσσει τις δυνάμεις του, με βάση τις μεταβαλλόμενες ανάγκες των καταναλωτών και τις νέες τεχνολογίες. Στόχος της δημοσιονομικής πολιτικής είναι να χρησιμοποιεί τους φόρους και τις δημόσιες δαπάνες κατά τρόπο, που να αμβλύνει τις επιπτώσεις της ύφεσης, να προλαβαίνει την υπερθέρμανση της οικονομίας και να εξομαλύνει τη μετάβαση από τη μια φάση του οικονομικού κύκλου στην άλλη.

Πέραν των κυκλικών διακυμάνσεων, ο ιδιωτικός τομέας παραγωγής αντιμετωπίζει και το πρόβλημα της αδυναμίας επίτευξης ικανοποιητικών ρυθμών μεγέθυνσης με δικά του μέσα. Η οικονομική μεγέθυνση είναι μια σύνθετη και πολύπλοκη διαδικασία, η οποία απαιτεί, εκτός από την ανάπτυξη υγιούς επιχειρηματικής δραστηριότητας, τη δημιουργία της κατάλληλης υποδομής, τη λειτουργία ενός σύγχρονου διοικητικού μηχανισμού και τη θέσπιση ενός ευνοϊκού θεσμικού πλαισίου, που να εξασφαλίζει ανταγωνιστικές συνθήκες, υψηλή παραγωγικότητα και κοινωνική ηρεμία. Η λήψη και εφαρμογή των μέτρων αυτών εμπίπτει στην αρμοδιότητα του κράτους και η δημοσιονομική πολιτική μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στο σχεδιασμό και την υλοποίηση μιας διατηρήσιμης αναπτυξιακής διαδικασίας.

ΚΥΚΛΙΚΕΣ ΔΙΑΚΥΜΑΝΣΕΙΣ

Στις ομαλά εξελισσόμενες οικονομίες, οι περίοδοι ανόδου-που οδηγούν σε υπερθέρμανση της οικονομίας και πληθωρισμό-εναλλάσσονται με τις περιόδους ύφεσης-που οδηγούν σε μείωση της παραγωγής και της απασχόλησης. Τόσο όμως η άνοδος όσο και η ύφεση έχουν συνήθως μικρή διάρκεια, που κυμαίνεται από 2-4 έτη. Για το λόγο αυτό, η σταθεροποίηση της οικονομίας, δηλαδή η άμβλυνση των οικονομικών διακυμάνσεων (καταπολέμηση πληθωρισμού και ανεργίας), πρέπει να αποτελεί το βραχυπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο.

Είναι γεγονός ότι η ύφεση οφείλεται στην ανεπάρκεια της ζήτησης να απορροφήσει το προϊόν πλήρους απασχόλησης, οπότε απαιτείται κρατική παρέμβαση για την ενίσχυση της ζήτησης. Επιπλέον, ο πληθωρισμός οφείλεται στην υπερβάλλουσα ζήτηση σε σχέση με το προϊόν πλήρους απασχόλησης, οπότε απαιτείται και πάλι κρατική παρέμβαση για την περιστολή της ζήτησης. Στις περιπτώσεις αυτές, οι κυκλικές διακυμάνσεις χαρακτηρίζονται ως διακυμάνσεις Κεϋνσιανού χαρακτήρα. Αυτό σημαίνει ότι δεν λαμβάνονται υπόψη άλλες θεωρίες, οι οποίες μεταθέτουν το βάρος από τη ζήτηση στην προσφορά ή σε άλλους παράγοντες (προσφορά χρήματος, κόστος παραγωγής, διαρθρωτικές αδυναμίες, κοινωνικοπολιτικές μεταβλητές κ.ο.κ.).

Η άσκηση σταθεροποιητικής δημοσιονομικής πολιτικής είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση των αρνητικών επιπτώσεων του πληθωρισμού και της ανεργίας. Κατά πρώτο, η ταχεία άνοδος του επιπέδου τιμών, σε περιόδους πληθωρισμού, επηρεάζει δυσμενώς το οικονομικό σύστημα διότι α) εισάγει στοιχεία αβεβαιότητας ως προς τη μελλοντική εξέλιξη της αποδοτικότητας των επενδύσεων, των διαφόρων στοιχείων του κόστους παραγωγής και των τιμών πώλησης των προϊόντων. Η αβεβαιότητα αυτή δυσχεραίνει το μακροχρόνιο προγραμματισμό των επιχειρήσεων και αποθαρρύνει την επενδυτική δραστηριότητα, β) ανακατανέμει το εισόδημα μεταξύ των διάφορων εισοδηματικών ομάδων, δημιουργώντας έτσι οικονομικά προβλήματα. Ο πληθωρισμός για παράδειγμα ευνοεί τους οφειλέτες σε βάρος των δανειστών, πλήττει τους μισθωτούς και συνταξιούχους κ.ο.κ., γ) χειροτερεύει το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας, διότι τα εξαγόμενα προϊόντα γίνονται ακριβότερα και λιγότερο ανταγωνιστικά, ενώ τα εισαγόμενα εκτοπίζουν τα εγχώρια και σχετικώς ακριβότερα αγαθά από την εσωτερική αγορά, δ) πυροδοτεί εργατικές διεκδικήσεις για αναπροσαρμογές των μισθών, με όλα τα δυσμενή επακόλουθα (απεργίες, μείωση παραγωγής κ.λπ., και ε) προσελκύει κεφάλαια σε κερδοσκοπικές χρήσεις, π.χ. ακίνητα, που αποφέρουν ευκαιριακά κέρδη σε σύντομο χρονικό διάστημα, σε βάρος των παραγωγικών επενδύσεων που παρουσιάζουν μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Κατά δεύτερο, η θέση εκτός απασχόλησης ατόμων ικανών και πρόθυμων  να εργαστούν μειώνει το μέγεθος του προϊόντος, που θα μπορούσε να παραχθεί, αν δεν υπήρχε ανεργία. Επιπλέον, δημιουργεί προβλήματα επιβίωσης στα άνεργα άτομα, απαξιώνει τις γνώσεις και τις επαγγελματικές τους δεξιότητες, περιθωριοποιεί ομάδες του πληθυσμού και οξύνει τις κοινωνικές αδικίες και τις εντάσεις.

Υπάρχει βέβαια και η αντίθετη άποψη, που υποστηρίζει ότι οι ανταγωνιστικές δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς μπορούν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τις οικονομικές διαταραχές, οπότε η άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής σταθεροποίησης είναι περιττή διότι α) οι δημόσιοι φορείς δεν είναι σε θέση να προβλέψουν και να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τις κυκλικές διακυμάνσεις και β) οι εναλλαγές των περιόδων οικονομικής ανόδου με περιόδους ύφεσης αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της αναπτυξιακής διαδικασίας. Πράγματι, η ύφεση επιβάλλει την απομάκρυνση των μη ανταγωνιστικών επιχειρήσεων από την παραγωγική δραστηριότητα, την ορθολογικότερη κατανομή και αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού, την εντατικοποίηση των προσπαθειών για τεχνολογικές ανακαλύψεις, που θα επιτρέψουν μια δυναμικότερη ανάκαμψη της οικονομίας σε υγιέστερες βάσεις. Επομένως, η πολιτική εξασφάλισης πλήρους απασχόλησης από το κράτος θα είχε ως αποτέλεσμα την επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης στο μέλλον, διότι θα ματαίωνε τις εξυγιαντικές ανακατατάξεις στο οικονομικό σύστημα, που είναι απαραίτητες για τον εκσυγχρονισμό του παραγωγικού δυναμικού και την προσαρμογή του στις νέες συνθήκες.        

Ο ΙΣΟΣΚΕΛΙΣΜΕΝΟΣ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Ασφαλής προϋπόθεση για την επίτευξη των ανωτέρω αποτελεί η ισοσκέλιση του προϋπολογισμού ώστε να μειώνονται σταδιακά τα χρεολύσια για δάνεια και άλλες υποχρεώσεις του δημοσίου. Η σημασία του θεωρήματος του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού είναι προφανής, εφόσον υποδηλώνει ότι α) είναι δυνατή η άσκηση επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής για την εξασφάλιση πλήρους απασχόλησης, χωρίς να δημιουργούνται ελλείμματα στον προϋπολογισμό και β) οι δημόσιες δαπάνες είναι πιο αποτελεσματικές από τους φόρους ως μέσα σταθεροποίησης της οικονομίας, εφόσον η αύξηση του εισοδήματος, που προκαλείται από την αύξηση των δημοσίων δαπανών, υπερβαίνει τη μείωση του εισοδήματος, που προκαλεί η ισόποση αύξηση των φόρων. Τούτο συμβαίνει διότι η αύξηση των δημοσίων δαπανών αυξάνει ισόποσα τη ζήτηση, ενώ η αύξηση των φόρων μειώνει τη ζήτηση σε μικρότερη έκταση.

Πράγματι, σε χρονικές περιόδους όπου το πραγματοποιούμενο εισόδημα είναι χαμηλότερο ή υψηλότερο του εισοδήματος πλήρους απασχόλησης, οι μεταβολές των δημοσιονομικών μέσων μπορούν να οδηγήσουν, μέσω της πολλαπλασιαστικής διαδικασίας, στην εξάλειψη των οικονομικών διαταραχών. Βέβαια το μέγεθος του πολλαπλασιαστή δεν είναι το ίδιο για τις δημόσιες δαπάνες, τους φόρους και την ισόποση μεταβολή φόρων και δαπανών. Οι μεταβολές των δημοσίων δαπανών θεωρείται ότι έχουν τη μεγαλύτερη σταθεροποιητική αποτελεσματικότητα, ταυτόχρονα όμως ενέχουν και το μεγαλύτερο κίνδυνο δημιουργίας ελλειμμάτων στον κρατικό προϋπολογισμό (υπό την προϋπόθεση ότι η οικονομική διαταραχή οφείλεται στην εκδήλωση ανεπαρκούς ή υπερβάλλουσας ζήτησης).   

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗΣ

Η ανάλυση της οικονομικής μεγέθυνσης για τις ανεπτυγμένες χώρες (στις οποίες συγκαταλέγεται και η Ελλάδα) στηρίζεται στο νεοκλασικό υπόδειγμα. Σύμφωνα με αυτό, η ροπή προς αποταμίευση παραμένει σταθερή και ο ρυθμός ανάπτυξης προσδιορίζεται αποκλειστικά από το ρυθμό αύξησης του πληθυσμού και την τεχνολογία. Και οι δύο παράγοντες όμως, προσδιορίζονται εξωγενώς, δηλαδή εξαρτώνται από παράγοντες τους οποίους η κυβέρνηση ελάχιστα μόνο μπορεί να επηρεάσει. Άρα, η δημοσιονομική πολιτική δεν έχει τη δυνατότητα να επιταχύνει την αναπτυξιακή διαδικασία, με τις μεταβολές των φόρων ή των δημοσίων δαπανών.

Κατά της νεοκλασικής άποψης έχουν διατυπωθεί και αντιρρήσεις. Πρώτον, η τεχνολογική πρόοδος είναι δυνατό να επηρεαστεί από τα δημοσιονομικά μέσα. Οι δημόσιες δαπάνες για την προώθηση της επιστημονικής έρευνας, τα κίνητρα των αναπτυξιακών νόμων για την ενίσχυση των ιδιωτικών επενδύσεων και, γενικότερα, οι δαπάνες για την παιδεία είναι μέσα, που συμβάλλουν στην προώθηση των καινοτομιών και στην επιτάχυνση της αναπτυξιακής διαδικασίας. Η επίδραση της δημοσιονομικής πολιτικής στην αναπτυξιακή διαδικασία είναι μεγαλύτερη, διότι η τεχνολογική πρόοδος είναι ενσωματωμένη στα νέα κεφαλαιουχικά αγαθά. Για παράδειγμα, όταν αποσβεσθεί ο μηχανολογικός εξοπλισμός μιας επιχείρησης, τα νέα μηχανήματα δεν είναι τα ίδια, αλλά ποιοτικώς ανώτερα από τα παλαιά, που αντικαθιστούν. Επομένως, η ενίσχυση της ιδιωτικής επενδυτικής δραστηριότητας από το κράτος επιταχύνει το ρυθμό τεχνολογικής προόδου και το ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης. Δεύτερον, ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού δεν προσδιορίζεται πάντοτε εξωγενώς, ούτε παραμένει ανεπηρέαστος από τις οικονομικές εξελίξεις. Όταν το κατά κεφαλή εισόδημα είναι χαμηλότερο του ελαχίστου ορίου συντήρησης, ο πληθυσμός μειώνεται, λόγω του υψηλού ποσοστού θνησιμότητας. Καθώς ανέρχεται το κατά κεφαλήν εισόδημα, ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού ακολουθεί ανοδική πορεία, λόγω μείωσης του ποσοστού θανάτων. Στις αναπτυγμένες οικονομίες και στην Ελλάδα, όπου το ποσοστό θνησιμότητας έχει σταθεροποιηθεί στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο, το δε ποσοστό γεννήσεων τείνει και αυτό να περιοριστεί, ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού ακολουθεί μια σταθερή πορεία, η οποία δεν επηρεάζεται από την εξέλιξη του κατά κεφαλή εισοδήματος. Τρίτον, η ροπή προς αποταμίευση μπορεί να επηρεαστεί από τις μεταβολές του κατά κεφαλή εισοδήματος. Πράγματι, όσο αυξάνει το κατά κεφαλήν εισόδημα και ικανοποιούνται οι βασικές ανάγκες των νοικοκυριών, διευρύνονται τα περιθώρια για αποταμίευση. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει συσσωρευμένη μεγάλη ποσότητα κεφαλαιουχικών αγαθών, με αποτέλεσμα να είναι μειωμένη η αποδοτικότητα του κεφαλαίου. Το γεγονός αυτό περιορίζει σημαντικά το ενδιαφέρον των βιομηχάνων για επενδύσεις, και άρα, μειώνεται η ζήτηση για αποταμιευτικά κεφάλαια. Η μείωση της ζήτησης αυτής οδηγεί σε πτώση των επιτοκίων και εξασθένιση του κινήτρου των νοικοκυριών για αποταμίευση.

Τα μειονεκτήματα του νεοκλασικού υποδείγματος οικονομικής ανάπτυξης προσπαθούν να θεραπεύσουν και άλλες θεωρίες. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε πρώτο, την άποψη των Robinson και Kaldor ότι η μέση ροπή προς αποταμίευση δεν παραμένει σταθερή, αλλά επηρεάζεται από τον τρόπο διανομής του εισοδήματος, δεύτερο, την άποψη του Tobin ότι η μέση ροπή προς αποταμίευση επηρεάζεται από τις μεταβολές του επιπέδου τιμών, λόγω αυξομείωσης της προσφοράς χρήματος, τρίτο, την άποψη του Samuelson, ότι δεν είναι μόνο η αύξηση των επενδύσεων, που αυξάνει το ΑΕΠ, το αντίστροφο δε είναι επίσης δυνατό, δηλαδή, η αύξηση του εισοδήματος και της ζήτησης ενθαρρύνει την ανάληψη επενδυτικών πρωτοβουλιών για την ικανοποίηση της αυξημένης ζήτησης, τέταρτο, την άποψη των Lucas και Barro περί ενδογενούς ανάπτυξης, όταν η τεχνολογική πρόοδος προσδιορίζεται από παράγοντες, τους οποίους μπορούν να επηρεάσουν οι ιδιωτικοί και δημόσιοι φορείς (π.χ. διάχυση γνώσης, έργα υποδομής κλπ.).

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ

Η Ελλάδα της μεταπολεμικής περιόδου είχε συναντήσει σοβαρά εμπόδια στην οικονομική της ανάπτυξη και χρειάστηκε ο δημόσιος τομέας να αναλάβει το έργο της ανόρθωσης της εξασθενημένης οικονομίας της. Τα εμπόδια αυτά οφείλονταν στην ανεπάρκεια της εγχώριας υποδομής σε φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο, λόγω της ανεπάρκειας των χρηματοδοτικών πόρων. Το κατά κεφαλήν εισόδημα ήταν χαμηλό, και άρα, το μέγεθος της ιδιωτικής αποταμίευσης δεν επαρκούσε για να καλύψει τις επενδυτικές ανάγκες. Από την άλλη πλευρά, το ενδιαφέρον των βιομηχάνων για την ανάληψη επενδύσεων σε δυναμικούς κλάδους ήταν περιορισμένο, διότι το μέσο κόστος παραγωγής ήταν πολύ υψηλό, οι επενδύσεις παρουσίαζαν αβεβαιότητα και υψηλό κίνδυνο και απαιτούνταν μεγάλες ποσότητες κεφαλαίων, που δύσκολα μπορούσαν να συγκεντρώσουν οι ιδιώτες.

Η ύπαρξη των παραπάνω δυσχερειών καθιστούσε δύσκολη την επίλυση των προβλημάτων της ελληνικής εθνικής οικονομίας από το μηχανισμό της αγοράς. Απαιτούνταν εκτεταμένη κρατική παρέμβαση για την άρση των εμποδίων και την έξοδο της εθνικής οικονομίας από την υπανάπτυξη. Πλήθος παρεμβατικών μέτρων ελήφθησαν, όπως μέτρα για την ενίσχυση των αποταμιεύσεων, των επενδύσεων και την ποιοτική βελτίωση του εργατικού δυναμικού.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Συνοψίζοντας, στην αναπτυσσόμενη Ελλάδα του μεσοπολέμου και μετά, υπήρχε κατά βάση πρόβλημα ανεπάρκειας των πόρων για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων. Αντίθετα, στην ισχυρή Ελλάδα του 2000 μέχρι σήμερα, υπάρχει πρόβλημα αξιοποίησης των σημαντικών αποταμιευτικών διαθεσίμων, διότι η μεγάλη συσσώρευση κεφαλαίου μειώνει την οριακή του αποδοτικότητα, αποθαρρύνοντας έτσι τις ιδιωτικές επενδύσεις. Στην αναπτυγμένη Ελλάδα, με την ικανοποιητική λειτουργία του μηχανισμού της ελεύθερης αγοράς, είναι ευχερής η αναλυτική προσέγγιση της αναπτυξιακής διαδικασίας με τη χρησιμοποίηση υποδειγμάτων, μεταξύ των οποίων κυρίαρχη θέση κατέχουν οι διάφορες παραλλαγές του νεοκλασικού υποδείγματος, πράγμα που δεν μπορούσε να συντελεστεί στην αναπτυσσόμενη Ελλάδα της μεταπολεμικής περιόδου.  

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Δαλαμάγκας Β. (2003). Εισαγωγή στη Δημόσια Οικονομική.

-Κιντής Α., & Πουρναράκης Ε. (1995). Εισαγωγή στην Οικονομική. Τόμος Ι.

-Κουτσιάρας Ν. (2003). Η Λήψη Αποφάσεων σε μια Οικονομική Ένωση. Υποδείξεις με Αφετηρία τη Σύγχρονη Οικονομική Θεωρία της Πολιτικής. 

-Glanville A. (1999). Economics from a Global Perspective.

-Herdegen M. (2020). International Economic Law, 2nd Edition.

-Stanlake G.F., & Grant S.J. (1995). Introductory Economics, 6th Edition. 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *