Loading...
Uncategorized

Προσωπικότητες που επηρέασαν την ιστορία: Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν

Γράφει η Κατερίνα Δίπλα

Η αρχή…

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (τουρκ. Recep Tayyip Erdoğan) γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1954 στην περιοχή Κασίμπασα της Κωνσταντινούπολης. Η οικογένειά του είχε τουρκική και λαζική καταγωγή και αρχικά διέμενε στην περιοχή της Ριζούντας, όπου επέστρεψαν όταν ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ήταν ακόμα μωρό. Στα 13 του χρόνια, ο Ερντογάν έφυγε για την Κωνσταντινούπολη, όπου παράλληλα με τα μαθήματα σε μια από τις θρησκευτικές σχολές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (σχολές İmam Hatip), αναγκαζόταν να δουλεύει στον δρόμο πουλώντας λεμονάδα και κουλούρια  για να βοηθήσει την οικογένειά του.

Μετά την αποφοίτησή του, άρχισε να παίζει ως ποδοσφαιριστής σε τοπική ομάδα της Κασίμπασα (Κασίμπασα Σπορ), με το στάδιο να έχει πάρει σήμερα το όνομά του. Μεταξύ 1969 και 1982 έπαιζε ποδόσφαιρο σε τοπικές ομάδες και σε ηλικία 15 ετών άρχισε τα επαγγελματικά του βήματα στο άθλημα, λαμβάνοντας 1000 λίρες για να πάρει μεταγραφή στην ομάδα Camialtı. Στη συνέχεια, εντάχθηκε στην ομάδα  του συγκοινωνιακού οργανισμού του δήμου της Κωνσταντινούπολης, όπου ήδη εργαζόταν, και η ποδοσφαιρική του καριέρα ολοκληρώθηκε όταν ήταν 26 χρονών, στην ομάδα Εrokspor. Μάλιστα, σύμφωνα με τα τουρκικά ΜΜΕ, η Φενέρμπαχτσέ ήθελε να του κάνει συμβόλαιο, αλλά η καριέρα του στα γήπεδα τελείωσε άδοξα όταν ο πατέρας του τού απαγόρευσε να συνεχίσει την καριέρα του ως επαγγελματίας.

Μετά το γυμνάσιο, σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων στη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών του Ακσαράι, η οποία σήμερα ανήκει στο Πανεπιστήμιο Μαρμαρά. Την περίοδο των σπουδών του, εντάχθηκε στην αντικομμουνιστική Εθνική Τουρκική Φοιτητική Ένωση, ενώ στη συνέχεια έγινε μέλος του Κόμματος Εθνικής Σωτηρίας. Το 1980, μετά το πραξικόπημα του Κενάν Εβρέν, ακολούθησε μαζί με τους υποστηρικτές του Νετσμεντίν Ερμπακάν το Ισλαμιστικό Κόμμα της Ευημερίας (Islamist Welfare), με το οποίο συμμετείχε στο τοπικό συμβούλιο του διαμερίσματος Μπεγιογκλού της Κωνσταντινούπολης. Την ίδια στιγμή, ο Ερντογάν εκλέγεται πρόεδρος της τοπικής οργάνωσης του κόμματος στην Κωνσταντινούπολη, αρχίζει να ξεχωρίζει στην πολιτική ζωή, και το 1991 εκλέγεται για πρώτη φορά στην τουρκική Εθνοσυνέλευση, ωστόσο, λόγω της πολυπλοκότητας του εκλογικού νόμου χάνει την έδρα.

Ο Ερντογάν ως δήμαρχος…

Το 1994 ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εκλέγεται δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης με ποσοστό 25,19%, δημιουργώντας ένα κλίμα φόβου στους κοσμικούς οι οποίοι πίστευαν ότι ο Ερντογάν θα θέσει σε εφαρμογή τον ισλαμικό νόμο στην Πόλη. Βέβαια, η θητεία του, με όρους τοπικής αυτοδιοίκησης, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επιτυχής καθώς παρείχε λύσεις σε σοβαρά προβλήματα της πόλης, όπως για παράδειγμα βελτιώνοντας το πρόβλημα της υδροδότησης με τη δημιουργία νέων αγωγών νερού εκατοντάδων χιλιομέτρων, ενώ παράλληλα, εστίασε στα προβλήματα των μετακινήσεων και της διαχείρισης των απορριμμάτων, κερδίζοντας την ευγνωμοσύνη των συμπολιτών του. Προσέλκυσε επενδυτές και προχώρησε σε μεγάλα δημόσια έργα, πρωτίστως οδικά, ενώ κατάφερε να ελαφρύνει μεγάλο μέρος των χρεών του δήμου. Πλέον, η φήμη του αρχίζει να ξεπερνά τα όρια της χώρας του, ενώ τα Ηνωμένα Έθνη τον είχαν τιμήσει για τα έργα του στον χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Παρόλα αυτά, αν και δεν επιβεβαίωσε τις προβλέψεις των πολιτικών του αντιπάλων περί επιβολής του «μουσουλμανικού νόμου», δεν δίστασε να προχωρήσει σε αποφάσεις που προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων. Ειδικότερα, μία από αυτές ήταν η απαγόρευση πώλησης αλκοόλ σε καφέ και εστιατόρια του δήμου. Ερωτηθείς «γιατί δεν αφήνετε τους ανθρώπους μόνους τους ενώπιον των αμαρτιών τους;» απάντησε: «Γιατί εγώ είμαι ταυτόχρονα και ιμάμης αυτής της πόλης. Και το να εμποδίζω τους ανθρώπους να διαπράττουν αμαρτίες συγκαταλέγεται στα καθήκοντά μου».

Ο ρόλος που διεκδικεί για τον εαυτό του και ο ρόλος που θέλει να κατέχει η θρησκεία στην κοινωνία και στη λειτουργία του κράτους είναι εμφανής από τότε.

Τον Δεκέμβριο του 1997, σε διαδήλωση στην περιοχή Σιίρτ, ο Ερντογάν απήγγειλε ένα ποίημα του Τούρκου εθνικιστή ποιητή των αρχών του 20ου αιώνα, Ζιγιά Γκιοκάλπ. Μεταξύ άλλων έλεγε: «Τα τζαμιά μας είναι τα καταφύγιά μας, οι τρούλοι τους είναι τα κράνη μας, οι μιναρέδες τους είναι οι ξιφολόγχες μας και οι πιστοί είναι ο στρατός μας». Η δημόσια αυτή ανάγνωση θεωρήθηκε από το δικαστήριο ως προτροπή για τέλεση αδικήματος και υποκίνηση σε θρησκευτικό ή φυλετικό μίσος. Έτσι, το 1998, το κόμμα του κηρύχθηκε αντισυνταγματικό και ο Ερντογάν υποχρεώθηκε να προβεί σε παραίτηση από τη θέση του δημάρχου και το 1999 καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών, με αφαίρεση των πολιτικών του δικαιωμάτων για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Εν τω μεταξύ, το κόμμα του είχε τεθεί εκτός νόμου. Τελικά εξέτισε λιγότερο από 4 μήνες και αποφυλακίστηκε στις 27 Ιουλίου 1999.   

Ο Ερντογάν ως ιδρυτής κόμματος και Πρωθυπουργός…

Τρία χρόνια μετά, το 2001, ο Ερντογάν ιδρύει το δικό του κόμμα, το δεξιό-ισλαμικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), όπου στις εκλογές του 2002 πέτυχε ευρεία νίκη με ποσοστό 34,28% και προχώρησε στον σχηματισμό κυβέρνησης. Ωστόσο, επειδή ίσχυε ακόμη η απαγόρευση εις βάρος του, πρωθυπουργός της Τουρκίας έγινε ο Αμπντουλάχ Γκιουλ. Σε επαναληπτικές εκλογές που έγιναν ένα χρόνο μετά, ο Ερντογάν κατάφερε να εκλεγεί βουλευτής και να αναδειχθεί πρωθυπουργός και έτσι στις 14 Μαρτίου 2003, ο Ερντογάν έγινε ο 57ος πρωθυπουργός της Τουρκίας.

Τα πρώτα χρόνια, η διακυβέρνηση Ερντογάν δεν προκαλεί έντονη δυσφορία και αντιδράσεις. Υποστήριξε μια σειρά σημαντικών μεταρρυθμίσεων, προσέλκυσε επενδύσεις, ακολούθησε μια κοινωνική πολιτική που στηρίζει τους λιγότερο προνομιούχους, ενώ προχώρησε σε κάποιες «παραχωρήσεις» και στο Κουρδικό ζήτημα, υπέρ της μειονότητας. Παράλληλα, η προοπτική ένταξης στην ΕΕ μένει ζωντανή για αρκετά χρόνια, δείχνοντας πρόοδο σε ζητήματα πολιτικών ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Την ίδια στιγμή, στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η Τουρκία φαίνεται να γυρίζει σελίδα με τον Ερντογάν να είναι ο πρώτος Τούρκος πρωθυπουργός που επισκέπτεται την Ελλάδα μετά το 1988, τις σοβαρές προκλήσεις κρίσεων στο Αιγαίο να σταματούν, ενώ ακόμη και στο Κυπριακό φαίνεται να υπάρχει μια αχτίδα ελπίδας. Δίκαια, πολλοί άρχισαν να αναρωτιούνται εάν η Τουρκία αποτελεί πρότυπο για τις χώρες της Μέσης Ανατολής.

Στις πρόωρες βουλευτικές εκλογές του 2007, το κόμμα του Ερντογάν κατέγραψε «ιστορική νίκη» με ποσοστό 46,6%, καταλαμβάνοντας 340 έδρες. Πλέον, ο Ερντογάν είναι ασταμάτητος, κερδίζοντας τη μία νίκη μετά την άλλη. Το 2008 κέρδισε τη μάχη με το Ανώτατο Δικαστήριο, όταν ο ανώτατος εισαγγελέας ζήτησε να τεθεί το  κόμμα του εκτός νόμου. Τελικά, επιβλήθηκαν μόνο χρηματικές κυρώσεις στο ΑΚΡ, το οποίο ήρθε πρώτο στις δημοτικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν στις 29 Μαρτίου 2009, αλλά με μειωμένη τη δύναμή του σε σχέση με τις βουλευτικές του 2007. Για ακόμη μία φορά, στις εκλογές που πραγματοποιήθηκαν στη συνέχεια στις 12 Ιουνίου 2011, το κόμμα της Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης πέτυχε και νέα νίκη, εξασφαλίζοντας αυτοδυναμία με ποσοστό 50,2%, χωρίς όμως να συμπληρώσει την πλειοψηφία των 2/3 των εδρών στην Εθνοσυνέλευση, με 325 έδρες επί συνόλου 550 εδρών στο Κοινοβούλιο. Ο Ερντογάν έγινε έτσι ο δεύτερος πολιτικός που κερδίζει τρεις απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις στην τουρκική ιστορία από το 1946.

Όλα αυτά τα χρόνια που διετέλεσε ως πρωθυπουργός κατάφερε να αντιμετωπίσει όλες τις επιπτώσεις από το πρόγραμμα λιτότητας που είχε επιβάλει το 2001 το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και να μετατρέψει την Τουρκία σε υπολογίσιμη περιφερειακή, οικονομική, στρατιωτική και πολιτική δύναμη. Επιπρόσθετα, στο εσωτερικό, κατάφερε να ελέγξει τον στρατό και να αποτρέψει κάθε απόπειρα ανατροπής του, να συμφιλιώσει στη συνείδηση των πολιτών την κληρονομιά του Κεμάλ Ατατούρκ με την Ισλαμική παράδοση, σε ένα δόγμα που ονομάστηκε “Ερντογανισμός”, και με τα έργα ανάπτυξης πέτυχε την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και τη συσπείρωση των ψηφοφόρων από τα λαϊκά στρώματα γύρω από το πρόσωπό του. 

Βέβαια, την ίδια στιγμή, στα χρόνια της πρωθυπουργίας του, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν “έκοψε και έραψε” το Σύνταγμα στα μέτρα του και τα σημάδια αυταρχικότητας άρχισαν να φαίνονται πολύ έντονα το 2013, όπου πολλοί Τούρκοι ξεσηκώθηκαν στις περίφημες διαδηλώσεις με σημείο αναφοράς το Πάρκο Γκεζί, το οποίο ήθελε να το γκρεμίσει και να το κάνει πάρκινγκ. Οι διαδηλωτές άρχισαν να αυξάνονται, οι διαδηλώσεις να πληθαίνουν. Μετά από εβδομάδες σκληρών συγκρούσεων, ο Ερντογάν ζήτησε συγγνώμη από τους διαδηλωτές και στην συνέχεια τους συνέθλιψε. Βρήκε ευκαιρία με τις αναταραχές να ελέγξει τα πάντα και να εξαφανίσει όποιον διαφωνούσε μαζί του από πολιτικούς, διευθυντές τραπεζών, ΜΜΕ, ακόμα και τα social media. Κανένα σκάνδαλο, ακόμα και αν ήταν αποδεδειγμένο, δεν τον άγγιζε.

Ο Ερντογάν ως Πρόεδρος…

Η πρωθυπουργία, όμως, δεν ήταν αρκετή για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Στις 28 Αυγούστου 2014 ορκίστηκε πρόεδρος της Τουρκίας, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας νέας, βαθιά ισλαμοσυντηρητικής εποχής για τη χώρα. Ο Ερντογάν κήρυττε την έλευση μίας «νέας μεγάλης Τουρκίας», αναγνωρίζοντας, όμως παράλληλα, ως στόχους τόσο την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και την ειρήνευση με τους Κούρδους του PKK. Τα σκάνδαλα έβγαιναν το ένα μετά το άλλο, κατηγορίες για νοθεία το 2009 στις τοπικές εκλογές αλλά και για νοθεία στις γενικές εκλογές το 2011 έπεσαν στο κενό, παρότι υπήρχαν αποδείξεις.

Τον Ιούνιο του 2015, το φιλοκουρδικό Κόμμα Δημοκρατίας των Λαών, υπό τον κουρδικής καταγωγής Τούρκο Σελαχατίν Ντεμιρτάς, καταφέρνει να εισέλθει στη βουλή με ποσοστό 13,12%, σπάζοντας για πρώτη φορά το αντιδημοκρατικό φράγμα του 10%. Το ΑΚΡ έχοντας 258 βουλευτές δεν μπορεί πλέον να προωθήσει τις συνταγματικές αλλαγές που απαιτούνταν ώστε ο Ερντογάν να εξασφαλίσει τις προεδρικές υπερεξουσίες που επιθυμούσε. Ως αποτέλεσμα, κηρύττει την επιστροφή στις κάλπες εντός τριμήνου, καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια για να πετύχει το στόχο του. Βέβαια, ο Ερντογάν καθυστερεί να δώσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης και ναρκοθετεί τις διαπραγματεύσεις, ενώ παράλληλα η χώρα βυθίζεται σε έναν κύκλο βίας με τους Κούρδους του PKK. Συγκεκριμένα, τον Ιούλιου του 2015, ο Ερντογάν δηλώνει ότι η ειρήνη είναι πλέον «αδύνατη» με τους Κούρδους, τερματίζοντας έτσι μια ειρηνευτική διαδικασία που είχε ξεκινήσει το 2012. Στα τέλη του ιδίου μήνα, η τουρκική πολεμική αεροπορία ξεκινά να σφυροκοπεί θέσεις του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν στο Βόρειο Ιράκ, με το πρόσχημα της καταπολέμησης της από ανατολάς τζιχαντιστικής απειλής. Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθεί ότι το καθεστώς Ερντογάν αρνείται να ενταχθεί στο συνασπισμό των δυνάμεων που μάχονταν ενάντια στο ISIS στη Συρία, ενώ είχε κατηγορηθεί και για το γεγονός ότι στηρίζει τους τζιχαντιστές ενάντια στον Άσαντ.

To φιλοκουρδικό Κόμμα Δημοκρατίας των Λαών πραγματοποιεί  στις 10 Οκτωβρίου μια συγκέντρωση «για την ειρήνη» στην Άγκυρα, η οποία ωστόσο βυθίζεται στο αίμα. Διπλή βομβιστική επίθεση μπροστά από τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της τουρκικής πρωτεύουσας όπου βρίσκονται οι συγκεντρωμένοι, οδήγησε σε 109 νεκρούς και περισσότερους από 500 τραυματίες. Μέσα σε αυτό το κλίμα έντασης, το ισλαμοσυντηρητικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ερντογάν καταφέρνει να ανακτήσει την αυτοδυναμία του στις επαναληπτικές εκλογές της 1ης Νοεμβρίου, με ποσοστό 49,5%, χωρίς όμως να καταφέρει να απαλλαγεί από το φιλοκουρδικό κόμμα το οποίο διατηρεί την παρουσία του στη βουλή με ποσοστό 10,8%.

Οι ευρωπαϊκές και διεθνείς του σχέσεις…

Ο Ερντογάν, ωστόσο, εξακολουθεί να προκαλεί εντάσεις και αυτή τη φορά στον άξονα Τουρκίας-Ρωσίας, στις 24 Νοεμβρίου 2015, έπειτα από την κίνηση των Τούρκων να καταρρίψουν ένα ρωσικό μαχητικό αεροσκάφος τύπου Sukhoi Su-24 στη μεθόριο με τη Συρία. Ο Ερντογάν καλεί τη Μόσχα να ζητήσει συγγνώμη υποστηρίζοντας ότι το ρωσικό αεροσκάφος παραβίασε τον τουρκικό εναέριο χώρο. Οι Ρώσοι αρνούνται τις κατηγορίες και απαντούν με οικονομικές και εμπορικές κυρώσεις κατά της Άγκυρας. «Αυτοί που παραβίασαν τον εναέριο χώρο μας είναι εκείνοι που οφείλουν να ζητήσουν συγγνώμη. Οι πιλότοι μας και οι ένοπλες δυνάμεις μας απλά εκπλήρωσαν τα καθήκοντά τους», διακήρυττε ο Τούρκος πρόεδρος, με τους αναλυτές να υποστηρίζουν ότι ίσως να προσπαθεί με αυτόν τον τρόπο να επηρεάσει το ΝΑΤΟ να προβεί σε κινήσεις που θα επιτρέψουν στην Άγκυρα να δράσει ενάντια σε Κούρδους και Άσαντ στη Συρία.

Στις 18 Μαρτίου 2016, οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης συναντήθηκαν με τον Τούρκο πρωθυπουργό Αχμέτ Νταβούτογλου για να συζητήσουν για το ζήτημα των παράτυπων μεταναστών, ζήτημα ύψιστης σημασίας τη δεδομένη χρονική στιγμή. Η Τουρκία και η ΕΕ κατέληξαν σε μια συμφωνία-κοινή δήλωση προκειμένου να σταματήσει η ροή των παράτυπων μεταναστών μέσω της Τουρκίας προς την Ευρώπη, να εξαρθρωθεί το επιχειρηματικό μοντέλο των διακινητών και να παρασχεθεί εναλλακτική λύση για τους μετανάστες, ώστε να μην τεθεί η ζωή τους σε κίνδυνο. Η ΕΕ συμφώνησε να επιταχύνει την εκταμίευση 3 δισ. ευρώ που είχαν προβλεφθεί για τις εγκαταστάσεις των προσφύγων στην Τουρκία, να κινητοποιήσει ακόμη 3 δισ. ευρώ και να επισπεύσει την κατάργηση της visa για τους Τούρκους πολίτες που επιθυμούν να ταξιδέψουν στην ΕΕ. Εννοείται ότι δεν έλειψαν οι εκβιασμοί από την πλευρά της Τουρκίας, η οποία με κάθε τρόπο προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τις περιστάσεις, δηλώνοντας ότι «θα ανοίξουν τις πύλες και θα πλημμυρίσουν την Ευρώπη με μετανάστες», εκβιασμοί που εν τέλει απέδωσαν.

Η ώρα του πραξικοπήματος…

Ωστόσο, στις 15 Ιουλίου 2016, μια απόπειρα πραξικοπήματος έρχεται να σηματοδοτήσει και την απαρχή μιας νέας εποχής για την Τουρκία στο εσωτερικό αλλά και για τις σχέσεις της με τον έξω κόσμο. Μέρος του τουρκικού στρατού οργάνωσε πραξικόπημα για την ανατροπή της κυβέρνησης. Οι πραξικοπηματίες προσπάθησαν να συλλάβουν τον Ερντογάν, αλλά δεν τα κατάφεραν. Ο ίδιος μέσω τηλεφώνου κάλεσε το λαό να μην υπακούσει τους πραξικοπηματίες, την ώρα που στρατιωτικές δυνάμεις, πιστές στην κυβέρνηση, αναλάμβαναν σταδιακά τον έλεγχο. Για το πραξικόπημα, ο Ερντογάν κατηγόρησε ως υπαίτιο τον Φετουλάχ Γκιουλέν, τον άλλοτε στενό του σύμμαχο αλλά τώρα αυτοεξόριστο στις ΗΠΑ. Αντλώντας «νομιμοποίηση» από την απόπειρα ανατροπής του, ο Ερντογάν προχωράει σε συλλήψεις στρατιωτικών, δικαστών, δημοσιογράφων κ.ά. αλλά και σε απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, βάζοντας παράλληλα λουκέτο και σε εκατοντάδες αντιπολιτευόμενα ΜΜΕ. Επίσης, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο για επαναφορά της θανατικής ποινής, παρά τις προειδοποιήσεις της ΕΕ και των ΗΠΑ πως κάτι τέτοιο θα απομόνωνε την Τουρκία. Την ίδια στιγμή, η τουρκική ηγεσία απαιτεί από την Ελλάδα να εκδώσει πίσω στην Τουρκία τους οχτώ Τούρκους στρατιωτικούς που διέφυγαν με ελικόπτερο στην Αλεξανδρούπολη αμέσως μετά το πραξικόπημα.

Η ώρα της τρομοκρατίας…

Το 2017 ξεκινάει και αυτό με τους χειρότερους οιωνούς, με ένα πολύνεκρο τρομοκρατικό χτύπημα στην καρδιά της Κωνσταντινούπολης, το ένατο στη σειρά, μέσα σε διάστημα 12 μηνών. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, το βράδυ της 31ης Δεκεμβρίου προς τη 1η Ιανουαρίου, ένοπλος φερόμενος ως τζιχαντιστής ανοίγει πυρά μέσα στο νυχτερινό κέντρο «Reina» στην Κωνσταντινούπολη, με 39 νεκρούς και 79 τραυματίες. Λίγους μήνες αργότερα, στις 16 Απριλίου, σχεδόν 50 εκατομμύρια ψηφοφόροι προσέρχονται στις κάλπες για να πάρουν θέση με ένα «ναι» ή ένα «όχι», υπέρ ή κατά της αναθεώρησης του τουρκικού συντάγματος σε ένα σύστημα εκτελεστικής υπερπροεδρίας όπου θα ενισχύονται αποφασιστικά οι εκτελεστικές εξουσίες του προέδρου Ερντογάν. Το αποτέλεσμα, αν και οριακό (51,4% έναντι 48,6%), ανοίγει τον δρόμο για τον Ερντογάν, εισάγοντας την Τουρκία σε μια νέα δομικά ισλαμοσυντηρητική εποχή.

Ερντογάν εναντίον Κύπρου και Ελλάδας…

Τον Ιούλιο του 2017 καταρρέουν στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας οι συνομιλίες για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος, συνομιλίες που είχαν ξεκινήσει δύο χρόνια πριν από τους Νίκο Αναστασιάδη και Μουσταφά Ακιντζί μέσα σε κλίμα υψηλών προσδοκιών. Η τουρκική ευθύνη, προφανής, καθώς η Άγκυρα εμφανίζεται να επιμένει σε πολλές από εκείνες τις προκλητικά μαξιμαλιστικές απαιτήσεις που καθιστούν αδύνατη κάθε προοπτική προόδου στο Κυπριακό.

Τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2018, τουρκικές ακταιωροί πραγματοποιούν επικίνδυνους ελιγµούς «ακουμπώντας» και «εμβολίζοντας» ελληνικά πλοία στην περιοχή των Ιµίων. Τον Φεβρουάριο, τουρκικά πολεµικά πλοία παρεμποδίζουν προγραμματισμένη γεώτρηση της ιταλικής ΕΝΙ στο οικόπεδο 3 της κυπριακής ΑΟΖ. Επιμένοντας προκλητικά, Τούρκοι προχωρούν τον Μάρτιο στη σύλληψη δύο Ελλήνων στρατιωτικών στον Έβρο, τους οποίους θα απελευθερώσουν στα μέσα Αυγούστου, ενώ τον Οκτώβριο φροντίζουν να υπενθυμίσουν και εκείνη την απειλή πολέμου, αξιοποιώντας ως αφορμή τα σενάρια περί τμηματικής επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια. Παράλληλα, στέλνουν και το ερευνητικό «Barbaros» στα όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας στην Ανατολική Μεσόγειο, δοκιμάζοντας τις ελληνικές αντοχές.

Ο Ερντογάν στη Συρία…

Ταυτόχρονα,η Τουρκία πραγματοποιεί στρατιωτική εισβολή στα εδάφη της Συρίας, στο πλαίσιο της επιχείρησης «Κλάδος Ελαίας» που ξεκίνησε τον Ιανουάριο βάζοντας στο στόχαστρο τους Κούρδους και το Αφρίν, αλλά και την πρώτη στα χρονικά δική της γεώτρηση στα νερά της Ανατολικής. Την ίδια περίοδο, η τουρκική ηγεσία «επιστρατεύει» επικοινωνιακά και το δόγμα της καλούμενης «γαλάζιας πατρίδας», ένα στρατηγικό όραμα που θέλει την Άγκυρα να αναβαθμίζει τις τουρκικές προβολές ισχύος σε Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειο και Εύξεινο Πόντο.

Ο Ερντογάν ως Σουλτάνος…

Το 2018 είναι και η χρονιά διπλών εκλογών στην Τουρκία, προεδρικών και βουλευτικών, όπου πραγματοποιήθηκαν στις 24 Ιουνίου 2018. Ο Ερντογάν, πραγματικός Σουλτάνος, είναι επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας και διορίζει τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου όπως επιθυμεί, ακόμη και με ανθρώπους εκτός βουλής. Έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα έκδοσης προεδρικών διαταγμάτων, τα οποία έχουν ισχύ νόμου, ενώ ο ίδιος θα μπορεί να επιλέγει και να διορίζει την ηγεσία του δικαστικού σώματος. Η χώρα διοικείται πλέον από τον ίδιο, με την βοήθεια 16 υπουργείων, 9 επιτροπών και 4 ειδικών γραφείων. Ουσιαστικά, καταργείται το Σύνταγμα καθώς και η διάκριση των εξουσιών, ενώ δεν υπάρχει κανένας θεσμικός έλεγχος στις πράξεις και στις εξουσίες του υπερ-προέδρου. Ο Ερντογάν είναι αρχηγός του κράτους, της κυβέρνησης και του κυβερνώντος κόμματος, ελέγχοντας και τις τρεις εξουσίες. Ένα νέο σύστημα, το οποίο παρέχει τρομακτικές υπερεξουσίες, τις οποίες κανένας ηγέτης της Τουρκίας μέχρι σήμερα δεν διέθετε, ούτε ο ιδρυτής της χώρας, ο Μουσταφά Κεμάλ.

Ο Ερντογάν στο 2019…

Κάπως έτσι φτάνουμε στο 2019 όπου η προσοχή είναι στραμμένη στην πώληση των ρωσικών S-400 που έχουν ήδη αρχίσει να παραδίδονται στην Τουρκία. Οι Αμερικανοί ανακοινώνουν την έξωση της Άγκυρας από το πρόγραμμα συμπαραγωγής των αμερικανικών μαχητικών F-35, με την τελική έκβαση του μπρα-ντε-φερ να παραμένει ωστόσο αβέβαιη λόγω και των παλινωδιών του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ που κανονικά θα έπρεπε να επιβάλει κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας (στο πλαίσιο του νόμου για την αντιμετώπιση των αντιπάλων της Αμερικής μέσω κυρώσεων CAATSA) αλλά διστάζει.

Μέσα στο 2019 ο Ερντογάν θα υποστεί και την πρώτη μεγάλη εκλογική ήττα στις δημοτικές κάλπες της 31ης Μαρτίου, χάνοντας τον έλεγχο σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Τουρκίας, συμπεριλαμβανομένων της Άγκυρας και της Κωνσταντινούπολης, για πρώτη φορά μετά από 25 χρόνια. Η επιλογή του, μάλιστα, να ακυρώσει το οριακό (με διαφορά μόλις 0,16%) αποτέλεσμα στην Κωνσταντινούπολη και να οδηγήσει την Πόλη σε νέες επαναληπτικές εκλογές τον Ιούνιο, οδήγησε σε πανωλεθρία, με τον Εκρέμ Ιμάμογλου του αντιπολιτευόμενου Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος να αφήνει τελικώς σχεδόν 10 ποσοστιαίες μονάδες πίσω (με 54,21% έναντι 44,99%) τον Μπιναλί Γιλντιρίμ του κυβερνώντος ισλαμοσυντηρητικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης.

Βέβαια, ο Ερντογάν ο οποίος δεν ξεκουράζεται ποτέ, προκαλεί εντάσεις και εντός της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, πραγματοποιώντας για πρώτη φορά όχι μόνο σεισμογραφικές έρευνες αλλά και γεωτρήσεις σε περιοχές της Κύπρου, με τα πλοία «Fatih» στα ανοιχτά της Πάφου και «Yavuz» στα ανατολικά της κατεχόμενης Καρπασίας. Οι Ευρωπαίοι σε απάντηση προς την Τουρκία, ανακοινώνουν στα μέσα Ιουλίου μια σειρά κυρώσεων κατά της Τουρκίας όπως μείωση της προενταξιακής βοήθειας για το 2020, επανεξέταση των δανείων που προέρχονται από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, αναστολή των υψηλού επιπέδου επαφών ΕΕ-Τουρκίας κ.ά., σειρά κυρώσεων που όπως φαίνεται δεν ήταν αρκετές για να αναγκάσουν τους Τούρκους να κάνουν πίσω.

Τελικά…

Εν κατακλείδι, αντιλαμβανόμαστε ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αν και είναι ένας από τους πιο λαοπρόβλητους ηγέτες της εποχής μας, παραμένει μια αρκετά αινιγματική προσωπικότητα. Ένα πρόσωπο που λατρεύεται από τους μισούς Τούρκους και παράλληλα χαρακτηρίζεται ως ο νούμερο ένα εχθρός για τη χώρα από τους άλλους μισούς. Ο μικρός που πουλούσε λεμονάδες, ο ποδοσφαιριστής που δεν έκανε την μεγάλη καριέρα, ο δήμαρχος που νοικοκύρεψε την Κωνσταντινούπολη, ο σκληρός Ισλαμιστής που έγινε ο απόλυτος κυρίαρχος και ο νέος Κεμάλ, ο ικανότατος παίκτης στη διπλωματική σκακιέρα, είναι παρών. Ένας πραγματικός Σουλτάνος όπου ο ίδιος έχει αναθεωρήσει το τουρκικό Σύνταγμα και ανανεώσει τη θητεία του έως το επετειακό 2023, ένα έτος ορόσημο, καθώς τότε συμπληρώνονται 100 χρόνια από την ίδρυση της τουρκικής Δημοκρατίας.

Πηγές:

  • Τεάζης Ν. Χρήστος, Η δεύτερη μεταπολίτευση στην Τουρκία: Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν – Η άνοδος των «μη προνομιούχων, Αθήνα, εκδ. Πατάκης, 2013.
  • Ιστορική νίκη Ερντογάν» κατά τον τουρκικό Τύπο, προβληματισμός στους κεμαλικούς, Ναυτεμπορική, Αύγουστος 11, 2014. Διαθέσιμο σε: https://www.naftemporiki.gr/story/842434#null
Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *