Loading...
Uncategorized

Προσωπικότητες που επηρέασαν την ιστορία: Κωνσταντίνος ο Μέγας

Γράφει η Ηλιάννα Χρόνη

Ο Φλάβιος Βαλέριος Αυρήλιος Κωνσταντίνος, γνωστός και ως Μέγας Κωνσταντίνος για το πολυσύνθετο έργο του, γεννήθηκε στη Ναϊσσό της Άνω Μοισίας (Νις της Σερβίας) και ήταν γιός του Ιλλυριού Κωνστάντιου του Χλωρού και της Ελένης, μετέπειτα Αγίας Ελένης, από το Δρέπανο της Βιθυνίας. Δε γνωρίζουμε το ακριβές έτος της γέννησής του αλλά θεωρείται ότι γεννήθηκε μεταξύ των ετών 272-288 μ.Χ.  Ο Κωνσταντίνος, κατά τη διάρκεια των παιδικών του χρόνων, παρέμεινε κοντά στον πατέρα του κι έλαβε τόσο στρατιωτική εκπαίδευση όσο και γενική μόρφωση, τουλάχιστον μέχρι το 293, όταν ο Κωνστάντιος, στα πλαίσια του συστήματος της Τετραρχίας που είχε υιοθετήσει ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός, διορίστηκε ως καίσαρας της Δύσης. Στο σύστημα της Τετραρχίας, η εξουσία επιμεριζόταν σε δύο αυτοκράτορες οι οποίοι ονομάζονταν Αύγουστοι και σε δύο Καίσαρες που προορίζονταν για τη διαδοχή των Αυγούστων. Ο Διοκλητιανός έχρισε συναυτοκράτορά του στη Δύση τον Μαξιμιανό και διόρισε τον Γαλέριο ως Καίσαρα της Ανατολής και τον Κωνστάντιο ως Καίσαρα της Δύσης. Ο Κωνστάντιος, μετά από παρέμβαση του Μαξιμιανού, διέλυσε το γάμο του με την Ελένη, λόγω της ταπεινής καταγωγής της, και παντρεύτηκε τη θετή κόρη του Θεοδώρα. Κατά το διάστημα αυτό, ο Κωνσταντίνος βρισκόταν στην αυλή του Διοκλητιανού στη Νικομήδεια, συνεχίζοντας τη στρατιωτική του εκπαίδευση και λαμβάνοντας βαθμιαία το αξίωμα του Χιλίαρχου. Ήταν ιδιαίτερα ενεργός στρατιωτικά εφόσον η πρώτη του μάχη έλαβε χώρα το 296, όπου και συνόδευσε τον Διοκλητιανό στην Παλαιστίνη, ενώ ένα χρόνο αργότερα έλαβε μέρος στη μάχη εναντίον των Περσών στο πλευρό του Γαλέριου.

Το 305, ο Διοκλητιανός παραιτείται από την Ανατολή και κατά συνέπεια παραιτείται και ο Μαξιμιανός στη Δύση με αποτέλεσμα να ανέλθουν στο αυτοκρατορικό αξίωμα οι Καίσαρές τους. Ο νέος Αύγουστος της Ανατολής ήταν ο Γαλέριος, ο οποίος διόρισε ως Καίσαρα τον Μαξιμίνο, ενώ υποχρέωσε τον Κωνστάντιο, τον συναυτοκράτοτορά του στη Δύση, να διορίσει Καίσαρα τον Σεβήρο. Ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος πέθανε το 306 στη μάχη κατά των Πικτών στην Υόρκη της Βρετανίας και οι στρατιώτες έχρισαν Αύγουστο τον Κωνσταντίνο παρά το γεγονός ότι όλες οι αξιώσεις ανήκαν στον Σεβήρο. Ο Κωνσταντίνος, θέλοντας να θεμελιώσει την εξουσία του, παρέμεινε στη Δύση και επέλεξε τους Τρεβήρους ως τόπο διαμονής, φροντίζοντας την επέκταση και την ανοικοδόμηση της πόλης. Παράλληλα, στη Ρώμη, ακολουθώντας το παράδειγμα των στρατευμάτων του Κωνσταντίνου, οι στρατιώτες ανακήρυξαν ως Αύγουστο τον Μαξέντιο, ο οποίος ήταν ο γιος του πρώην Αυγούστου, Μαξιμιανού. Ο Γαλέριος, όμως, δεν αποδέχθηκε την ανάρρηση του Μαξέντιου και έχρισε συναυτοκράτορά του τον Λικίνιο. Γίνεται εμφανές ότι το σύστημα της Τετραρχίας, που είχε θεσπίσει ο Διοκλητιανός, έφτανε στο τέλος του και μια νέα εποχή έντονων εσωτερικών διαμαχών ξεκινούσε. Ο Γαλέριος, θέλοντας να καταλάβει τη Ρώμη από την εξουσία του Μαξέντιου, οργάνωσε εναντίον του μια στρατιωτική εκστρατεία το 310, στην οποία όμως δεν κατάφερε να κερδίσει. Όταν τον επόμενο χρόνο πέθανε, τον διαδέχθηκε ο Μαξιμίνος. Στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας, ο Μαξέντιος στράφηκε εναντίον του Κωνσταντίνου, ο οποίος θέλοντας να τον αντιμετωπίσει ζήτησε τη βοήθεια του Λικίνιου.

Σύμφωνα με το ρωμαϊκό νόμο, ο Κωνσταντίνος ήταν υποχρεωμένος να παντρευτεί μια γυναίκα από ευγενή οικογένεια. Στο πλαίσιο αυτό, αποφάσισε να χωρίσει τη σύζυγό του Μινερβίνα, την οποία είχε παντρευτεί το 303 και με την οποία είχε αποκτήσει τον Κρίσπο, και να παντρευτεί την Φαύστα, κόρη του Μαξιμιανού και αδερφή του Μαξεντίου. Πρόκειται για έναν γάμο που μπορεί να θεωρηθεί αποτέλεσμα πολιτικής σκοπιμότητας τόσο από την πλευρά του Κωνσταντίνου όσο και από την πλευρά του Μαξιμιανού.

Ο Κωνσταντίνος, διασχίζοντας τις Άλπεις με τα στρατεύματά του, κατάφερε με σημαντικές νίκες να αποσχίσει τη Βόρεια Ιταλία από τον Μαξέντιο, με αποτέλεσμα ο τελευταίος, καθώς έβλεπε τον Κωνσταντίνο να πλησιάζει επικίνδυνα τη Ρώμη, οργάνωσε εκστρατεία και στράφηκε εναντίον του. Η σημαντική αυτή μάχη έλαβε χώρα στη Μιλβία γέφυρα, στον Τίβερη το 312 και έληξε με τη νίκη του Κωνσταντίνου και την ανακατάληψη της Ρώμης. Στη μάχη αυτή, τα στρατεύματα του Κωνσταντίνου έφεραν στις ασπίδες και τα λάβαρά τους το σύμβολο του Χριστού. Ο Κωνσταντίνος θεώρησε ότι η νίκη του ήταν αποτέλεσμα θεϊκής παρέμβασης, καθώς την προηγούμενη νύχτα της μάχης είδε όραμα ένα σταυρό και άκουσε μια φωνή να του λέει «Εν τούτω νίκα». Η παράδοση θέλει τον Κωνσταντίνο να γίνεται δεκτός στη Ρώμη μετά «βαΐων και κλάδων» και να κατασκευάζει ένα άγαλμα που απεικόνιζε τον ίδιο, φορώντας το λάβαρο με το σύμβολο του Χριστού, συνδέοντας έτσι την απελευθέρωση της Ρώμης με τον χριστιανικό κόσμο. Η Ρώμη, το 312, απέδωσε στον Κωνσταντίνο τον τίτλο του Αυγούστου και επίσημα. Στην Ανατολή, το 313, ο Λικίνιος κατάφερε να νικήσει τον Μαξιμίνο στη Θράκη και να αυτοανακηρυχθεί Αύγουστος της Ανατολής.

Το 313, ο Κωνσταντίνος ως Αύγουστος της Δύσης και ο Λικίνιος της Ανατολής, συναντήθηκαν στο Μιλάνο και συνυπόγραψαν το γνωστό διάταγμα των Μεδιολάνων, το οποίο παραχωρούσε το δικαίωμα της ελεύθερης τέλεσης της θρησκευτικής λατρείας σε όλους τους κατοίκους της αυτοκρατορίας και την υπαναχώρηση της κατασχεμένης περιουσίας των χριστιανών επί των διωγμών του Διοκλητιανού. Παρά τη συμφωνία των δυο Αυγούστων στο θέμα της θρησκείας και τη νομιμοποίηση του χριστιανισμού, δεν υπήρχαν κοινά σημεία μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να έρθουν αντιμέτωποι αρχικά το 323 στην Αδριανούπολη, όπου ο Κωνσταντίνος νίκησε τον Λικίνιο, και μετέπειτα το 324 στη μάχη της Χρυσούπολης κατά την οποία ο Κωνσταντίνος καθαίρεσε τον Λικίνιο και στέφθηκε μονοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Μετά τη νίκη στη Χρυσούπολη, ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να ιδρύσει μια νέα πρωτεύουσα στην Ανατολή, καθώς γνώριζε ότι η Ρώμη, ως διοικητικό κέντρο, δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στις ανάγκες μιας αχανούς αυτοκρατορίας. Το γεγονός ότι βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από τα σύνορα και λόγω του ότι είχε χάσει την πολιτική της σημασία, είχε οδηγήσει και τους προκάτοχους του Κωνσταντίνου σε αναζήτηση πιο νευραλγικών θέσεων, όπως ήταν τα Μεδιόλανα για τον Μαξιμιανό και η Νικομήδεια για τον Διοκλητιανό. Ήδη, λοιπόν, από το 324, ο Κωνσταντίνος προσπαθούσε να επιλέξει έναν νέο τόπο, ανάμεσα στη Σαρδική, το Ίλιον, τη Χαλκηδόνα και τη Θεσσαλονίκη, για να δημιουργήσει τη νέα πρωτεύουσα που θα της έδινε το όνομά του. Η παράδοση θέλει τον Κωνσταντίνο να επιλέγει εξαρχής το Ίλιον, αλλά μια θεϊκή παρέμβαση τον προέτρεψε να επιλέξει τελικά το Βυζάντιο. Ο αυτοκράτορας χάραξε ο ίδιος τα όρια της πόλης, σε μια παραδοσιακή τελετή οριοθέτησης (limitatio), όπου ένας άγγελος του έδειχνε τον δρόμο και αυτός ακολουθούσε.

Το Βυζάντιο βρισκόταν σε μια τοποθεσία στρατηγικής σημασίας για την αυτοκρατορία, καθώς η θέση του ανάμεσα στον Βόσπορο στα ανατολικά, τον Κεράτιο Κόλπο στα βόρεια και τη θάλασσα του Μαρμαρά στα νότια, δημιουργούσε ένα τείχος προστασίας. Ωστόσο, το δυτικό μέρος που ήταν εκτεθειμένο στους εχθρούς, προστάτεψε ο Κωνσταντίνος υψώνοντας τείχος. Η τοποθεσία του Βυζαντίου επιλέχθηκε επίσης και για οικονομικούς λόγους, καθώς ένωνε την Ευρώπη και την Ασία με αποτέλεσμα τον έλεγχο τόσο των χερσαίων όσο και των θαλάσσιων εμπορικών δρόμων. Ένας ακόμα σημαντικός λόγος για την επιλογή του Βυζαντίου ήταν το γεγονός ότι, σε αντίθεση με τη Ρώμη, βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση από τα ανατολικά και τα παραδουνάβια σύνορα, με αποτέλεσμα να ευνοείται η καλύτερη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας.

Μετά την τελετή της οριοθέτησης, το Βυζάντιο μετατράπηκε σε ένα μεγάλο εργοτάξιο, έτσι ώστε να μεταμορφωθεί σε μια νέα «Ρώμη», την Κωνσταντινούπολη. Οι εργασίες εντάθηκαν στα τέλη του 325, ενώ κατά την παραμονή του Κωνσταντίνου στην πόλη το 328, έγινε η τελετή της οιωνοσκοπίας, καθιστώντας την περίοδο ευνοϊκή για την ανέγερση νέων τειχών. Την ίδια χρονική περίοδο, ολοκληρώθηκε ο ιππόδρομος του Σεπτίμιου Σεβήρου, έτσι ώστε να είναι εφάμιλλος του ιπποδρόμου της Ρώμης, όπως επίσης και τα λουτρά του Ζεύξιπου.  Δίπλα στον ιππόδρομο κατασκευάστηκε το αυτοκρατορικό παλάτι, ενώ δημιουργήθηκαν δημόσιοι χώροι, όπως εκείνος που φιλοξενούσε το άγαλμα του Κωνσταντίνου. Εκεί κατασκευάστηκε και το κτίριο της Συγκλήτου, ενώ σε όλους τους δημόσιους χώρους και κατά μήκος της παλιάς οδού με τις κιονοστοιχίες, τοποθετήθηκαν αρχαία και ιερά αγάλματα από τις ανατολικές επαρχίες, όπως ο Πύθιος Απόλλων, οι Μούσες του Ελικώνος, ο τρίπους των Δελφών, ο Πάν. Ο Κωνσταντίνος, παρά το γεγονός, ότι υποστήριξε το χριστιανισμό, θέλησε να κρατήσει μια ισορροπία ανάμεσα στους χριστιανούς και τους εθνικούς. Έτσι, διατήρησε τον τίτλο του pontifex maximus, αλλά παράλληλα έχτισε στη νέα πρωτεύουσα τις εκκλησίες της Αγίας Ειρήνης, του Ακακίου και των Αγίων Αποστόλων. Βασική του έννοια υπήρξε η δημιουργία της Κωνσταντινούπολης, κατ’ εικόνα της Ρώμης και αυτό φαίνεται τόσο από το οικοδομικό όσο και από το τοπογραφικό της πρόγραμμα που ακολούθησε. Η Κωνσταντινούπολη είχε επτά λόφους, όπως ακριβώς και η Ρώμη, ενώ χωριζόταν σε δεκατέσσερις συνοικίες. Υπήρχε στο Αυγουσταίο, το Μίλιον, το οποίο συμβόλιζε όπως και ο χρυσός μειλιοδείκτης της Ρώμης, τη σημαντικότητα της πόλης ως κέντρο του κόσμου.

Ο Κωνσταντίνος, από το 311, είχε εκδηλώσει δημόσια την υποστήριξή του στο χριστιανισμό, τη νέα θρησκεία της Ανατολής, την οποία όπως είδαμε νομιμοποίησε με το διάταγμα των Μεδιολάνων. Παραχώρησε στους χριστιανούς ιδιαίτερα προνόμια, όπως φοροαπαλλαγή στους κληρικούς, κρατικές επιχορηγήσεις στην Εκκλησία, καθώς επίσης και χρήματα του δημοσίου ταμείου για την ανέγερση εκκλησιών, δίνοντας στον χριστιανισμό μια νέα ώθηση. Όταν το 324 στέφθηκε μονοκράτορας, θεώρησε ότι είχε κερδίσει τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με τη βοήθεια του Θεού και γι’ αυτό ήταν υποχρέωσή του να συντελεί στην ομαλή και ειρηνική πορεία της Χριστιανικής Εκκλησίας. Έτσι, όταν προέκυψε το πρόβλημα του Αρειανισμού, μιας αίρεσης η οποία δε δεχόταν τη θεϊκή υπόσταση του Χριστού, ο Κωνσταντίνος συγκάλεσε το 325 την Α΄ Σύνοδο της Εκκλησίας, που στη συνέχεια ονομάστηκε Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, για να επιλύσει το δογματικό πρόβλημα. Παρά το γεγονός ότι δεν είχε βαπτιστεί χριστιανός, ήταν εκείνος που επιτέλεσε τόσο την έναρξη όσο και την προεδρία της Συνόδου. Ο μονοκράτορας βρήκε στους κόλπους του χριστιανισμού τη θρησκεία της νέας πρωτεύουσάς του.

Η διοίκηση της Κωνσταντινούπολης βασιζόταν στους πολιτικούς θεσμούς της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Κωνσταντίνος δημιούργησε μια δεύτερη Σύγκλητο, την οποία στελέχωσε με μέλη της συγκλητικής τάξης που τον ακολούθησαν από τη Ρώμη, παρέχοντάς τους προνόμια και επιδοτήσεις, ενώ παράλληλα ακολούθησε το μεταρρυθμιστικό έργο του Διοκλητιανού. Θέλοντας να εδραιώσει τη μοναρχία του και να συγκεντρώσει την εξουσία στο πρόσωπό του, διόρισε αξιωματούχους από το περιβάλλον του σε καίριες θέσεις, επιδιώκοντας τον απόλυτο έλεγχο. Επέβαλλε νέους φόρους, ενώ στη προσπάθειά του να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό της εποχής, έκοψε νέο χρυσό νόμισμα το “σόλιδο”. Στο στρατιωτικό τομέα, δημιούργησε τακτικά στρατιωτικά σώματα, τα οποία εγκατέστησε στα απομακρυσμένα σύνορα της αυτοκρατορίας και έναν κινητό κεντρικό στρατό ο οποίος ήταν πάντα σε ετοιμότητα. Αναφορικά με τον διοικητικό τομέα, αύξησε τις επαρχίες, οι οποίες τελούνταν υπό την σφαίρα των «διοικήσεων», ενώ οι τελευταίες βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των «υπαρχιών». Τέλος, με τη νομιμοποίηση του χριστιανισμού και τα προνόμια που παραχώρησε στην Εκκλησία, δημιούργησε ένα νέο θεσμό, που με την πάροδο του χρόνου, έγινε εξίσου ισχυρό με τον κρατικό.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος αρρώστησε και απεβίωσε στις 21 Μαΐου του 337 μ.Χ., ενώ προετοίμαζε μια εκστρατεία κατά των Περσών. Δεν κατάφερε να βαπτισθεί στον Ιορδάνη όπως ήταν το όνειρο του, αλλά βαπτίσθηκε Χριστιανός από Ορθόδοξους Ιεράρχες της Νικομήδειας στη νεκρική του κλίνη. Η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε Άγιο μαζί με την μητέρα του και τον ονόμασε Ισαπόστολο. Ο Κωνσταντίνος, ως ο μοναδικός κληρονόμος του Ρωμαίου imperator, κατείχε την απόλυτη εξουσία, καθώς ήταν ο εκλεκτός του Θεού και ο εκπρόσωπος του Χριστού στη γη. Ο αυτοκράτορας, μιμούμενος το Θεό, έπρεπε να ασκεί την εξουσία, τιμωρώντας και εκπνέοντας φόβο. Ωστόσο, κατάφερε να κερδίσει την αποδοχή των υπηκόων του υιοθετώντας τη φιλανθρωπία, τη γενναιοδωρία και την επιείκεια που έδειχνε ο Θεός, ενώ παράλληλα ήταν και νομοταγής. Η άμεση σχέση του αυτοκράτορα με το Θεό, ήταν αποτέλεσμα της πίστης και της ευσέβειας του Κωνσταντίνου στο πρόσωπο του Χριστού. Αν και τα όρια της εξουσίας του δεν ήταν πλήρως διαχωρισμένα από εκείνα της εκκλησίας, ήταν υποχρεωμένος να προστατεύει τη θρησκεία του χριστιανισμού, να συγκαλεί οικουμενικές συνόδους και να προσπαθεί για τον προσηλυτισμό των αιρετικών στους κόλπους του μοναδικού Θεού. Με τα νέα δεδομένα, ο Κωνσταντίνος μετατράπηκε από τον «dominus et deus» της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, σε αυτοκράτορα «ελεώ Θεού», και απεικονιζόταν πλέον ως άγιος με φωτοστέφανο στα χριστιανικά πορτρέτα.

Συμπερασματικά, οι στρατιωτικές και ηγετικές ικανότητες του Κωνσταντίνου υπήρξαν αδιαμφισβήτητες. Πρόκειται για έναν μονοκράτορα με πολυδιάστατη προσωπικότητα, ο οποίος κατάφερε να πρωταγωνιστήσει σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής και ιδιαίτερα στον τομέα της θρησκείας. Σε μια μεταβατική περίοδο, κατά την οποία ο βυζαντινός κόσμος αντικατέστησε τον ρωμαϊκό, ο Κωνσταντίνος συνειδητοποίησε τις αλλαγές στις θρησκευτικές αντιλήψεις και έφερε τον χριστιανισμό στο προσκήνιο, θέτοντας τις βάσεις για τις μετέπειτα θρησκευτικές εξελίξεις.

Πηγές:

  • Τζόουνς Α.Μ., Ο Κωνσταντίνος και ο Εκχριστιανισμός της Ευρώπης, Μετάφραση Αλέξανδρος Κοτζιάς, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1983.
  • Επίσκοπος Καισαρείας Ευσέβιος, Βίος Μεγάλου Κωνσταντίνου, Θεσσαλονίκη, εκδ. Ζήτρος, 2011.
  • Καμάρα Αφροδίτη, Κωνσταντίνος Α΄ ο Μέγας, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη, Οκτώβριος 20, 2008. Διαθέσιμο σε: http://www.ehw.gr/l.aspx?id=4997
  • Dagron.G., H γέννηση μιας πρωτεύουσας: Η Κωνσταντινούπολη και οι θεσμοί της από το 330 ως το 451, Μετάφραση Μαρίνα Λουκάκη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 2000.
  • Haldon. J., Bυζάντιο: Μια Ιστορία, Μετάφραση Σοφία Ν. Σφυρόερα, Αθήνα, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2007.
  • Mango. C., Βυζάντιο: Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, Μετάφραση Δημήτρης    Τσουγκαράκης, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 2002.
  • Mango. C., Ιστορία του Βυζαντίου (Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης), Μετάφραση Όλγα Καραγιώργου, Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 2006.
  • Moutafov Emmanuel, Σύνοδος Α΄ Οικουμενική Νικαίας, 325, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία, Νοέμβριος 22, 2002. Διαθέσιμο σε: http://www.ehw.gr/l.aspx?id=6390
  • Davis, R. H. C, Ιστορία της Μεσαιωνικής Ευρώπης: Από τον Μέγα Κωνσταντίνο στον Άγιο Λουδοβίκο, Μετάφραση Γιώργος Χρηστίδης, Αθήνα, εκδ. Κριτική, 2011.
Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *