Loading...
Uncategorized

Προσωπικότητες που επηρέασαν την ιστορία: Ιωάννης Καποδίστριας

Γράφει ο Τάσος Κολυβάς

Είναι αδύνατο να αναφέρει κανείς το όνομα αυτό χωρίς τα λόγια του να ακουστούν εγκωμιαστικά. Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν ένας κορυφαίος διπλωμάτης, ο οποίος διαχειρίστηκε κρίσιμα Ευρωπαϊκά ζητήματα. Στην Ελλάδα είναι πασίγνωστος ως ο πρώτος κυβερνήτης του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους, παρόλο που η ζωή και το έργο του δεν διδάσκονται στα σχολεία. Το γεγονός αυτό δεν οφείλεται σε αγνωμοσύνη, αλλά στην δυσκολία που θα παρουσίαζαν οι μαθητές προκειμένου να κατανοήσουν την προσφορά του: τους περίτεχνους διπλωματικούς ελιγμούς που οδήγησαν στην ανεξαρτησία, την διεύρυνση των συνόρων πέρα από τα προβλεπόμενα και τις προσπάθειες για την δημιουργία κρατικών θεσμών. Ο σκοπός της παρούσης μελέτης λοιπόν είναι να καλύψει το κενό που υπάρχει στα ιστορικά γεγονότα, τα οποία φέρουν ανεξίτηλο το στίγμα του μεγάλου πολιτικού ανδρός.                           

Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κέρκυρα. Ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας και σπούδασε στην Πάντοβα της Ιταλίας Ιατρική, Φιλοσοφία και Φιλολογία. Επιστρέφοντας στην γενέτειρα του, αποφάσισε να ασκήσει το επάγγελμα του ιατρού κι έγινε δημοφιλής επειδή θεράπευε δωρεάν τους φτωχούς. Η πολιτική του σταδιοδρομία ξεκίνησε όταν η Επτάνησος Πολιτεία τον έστειλε στην Κεφαλλονιά προκειμένου να πείσει τους  ντόπιους να μην εξεγερθούν κατά των ευγενών. Τα Επτάνησα είχαν καταληφθεί από το Ναπολεόντειο στρατό προτού να επέλθουν στα χέρια των Ρώσων και των Τούρκων, οι οποίοι τα μετέτρεψαν σε αυτόνομο κράτος. Ως εκ τούτου, οι Κεφαλλονίτες είχαν έρθει σε επαφή με τα ιδεώδη του Διαφωτισμού κι εμφορούνταν από αυτά. Λόγω της επιτυχίας του να κατευνάσει τα πάθη ο Καποδίστριας έγινε Γραμματέας Επικρατείας και μετά τον θάνατο του Σπυρίδωνος Θεοτόκη το 1803, τον διαδέχθηκε στην Προεδρία του κράτους.

Η σημαντικότερη πρόκληση που αντιμετώπισε ο Καποδίστριας ήταν η οργάνωση της άμυνας στην Λευκάδα, εφόσον οι Γάλλοι ανέθεσαν στον Άλη Πασά να την καταλάβει. Αφού εκτέλεσε με παραδειγματική αποτελεσματικότητα το έργο του, δέχθηκε πρόταση από τους Γάλλους και τους Ρώσους προκειμένου να τους υπηρετήσει ως διπλωμάτης, επιλέγοντας τελικά τους δεύτερους. Γρήγορα κέρδισε την εμπιστοσύνη του Τσάρου, Αλέξανδρου Α’, ο οποίος του ανέθεσε μία δύσκολη αποστολή: να οργανώσει το κράτος της Ελβετίας και να το αποσπάσει από την επιρροή των Γάλλων. Η αποστολή στέφθηκε με επιτυχία κι ο Τσάρος τον έχρισε Υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας. Από την θέση αυτή κατάφερε να πείσει τις τέσσερις Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης στο Συνέδριο του Λάυμπαχ το 1821 να μην καταστείλουν με τα όπλα την Ελληνική Επανάσταση. Αυτές είχαν αποφασίσει ήδη από το Συνέδριο της Βιέννης το 1815 την παλινόρθωση των μοναρχικών καθεστώτων και την καταδίκη όλων των Επαναστάσεων, εφόσον οι μνήμες του Ναπολεόντειου στρατού ήταν ακόμη νωπές. Ωστόσο, αυτό που δεν κατάφερε ο Καποδίστριας ήταν να πείσει τον Τσάρο να συνδράμει την Ελληνική Επανάσταση, με αποτέλεσμα αυτός να τον παύσει προσωρινά από τα καθηκόντα του Υπουργού Εξωτερικών. Η εν λόγω ενέργεια είχε ως αποτέλεσμα ο Καποδίστριας να αποχωρήσει το 1822 από την Αγία Πετρούπολη και να εγκατασταθεί στην Γενεύη όπου έζησε για πέντε χρόνια. Το 1827 πληροφορήθηκε ότι η Γ’ Εθνοσυνεύλεση της Τροιζήνας τον εξέλεξε Κυβερνήτη του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους. Μετά χαράς εκείνος δέχθηκε την πρόταση και πήγε στην Ρωσία προκειμένου να παραιτηθεί από Υπουργός Εξωτερικών.                                                           

Τον ίδιο χρόνο οι Άγγλοι, οι Γάλλοι και οι Ρώσοι υπέγραψαν την Συνθήκη του Λονδίνου, η οποία προέβλεπε την δημιουργία ενός αυτόνομου Ελληνικού κράτους, υποτελούς στον Σουλτάνο και στην οποία εκκρεμούσε το ζήτημα του καθορισμού των συνόρων. Στην Συνθήκη αυτή υπήρχε κι ένα μυστικό άρθρο με το οποίο δεσμεύονταν να ασκήσουν στρατιωτική βία εάν οι Έλληνες κι οι Οθωμανοί ήταν απρόθυμοι να συμβιβαστούν μεταξύ τους. Μία δέσμευση που δεν έμεινε ανεκπλήρωτη κι οδήγησε στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου και στον Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο. Εν μέσω αυτών των εξελίξεων ο Καποδίστριας ήρθε στην Ελλάδα το 1828 κι αμέσως άρχισε τις διαπραγματεύσεις. Το δίλημμα που είχε ήταν το εάν θα επέλεγε ανάμεσα σε ένα αυτόνομο Ελληνικό κράτος, το οποίο θα ήταν υποτελές στον Σουλτάνο, αλλά θα είχε σχετικά μεγάλα σύνορα ή το εάν θα επέλεγε ένα ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος, το οποίο ωστόσο θα είχε περιορισμένα σύνορα. Επειδή το δίλημμα αυτό δεν του άρεσε έθεσε νέο στόχο, ο οποίος ήταν να δημιουργήσει ένα κράτος που θα ήταν και ανεξάρτητο και θα είχε διευρυμένα σύνορα. Για τον λόγο αυτό ο Καποδίστριας οργάνωσε στρατό προκειμένου να εκτοπίσει τους Αιγύπτιους από την Πελοπόννησο και τους Οθωμανούς από την Στερεά Ελλάδα. Με αυτό τον τρόπο θα έφερνε προ τετελεσμένων γεγονότων τις Μεγάλες Δυνάμεις, ενισχύοντας την θέση της Ελλάδος πριν τις τελικές διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, το μεγάλο εμπόδιο στα σχέδια του ήταν οι Άγγλοι με πρωτοβουλία των οποίων υπεγράφη το 1828 το Πρώτο Πρωτόκολλο του Λονδίνου. Σύμφωνα με αυτό, το Ελληνικό κράτος παρέμενε αυτόνομο και η εδαφική του επικράτεια περιοριζόταν στην Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες. Όπως ήταν φυσικό το ενδεχόμενο ενός κράτους, το οποίο θα ήταν στην πράξη θνησιγενές, ενόχλησε τον Καποδίστρια, έπειτα από τις διαμαρτυρίες του οποίου οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν.

Το 1829 στο Δεύτερο Πρωτόκολλο του Λονδίνου οι Ρώσοι πρότειναν τα Ελληνικά σύνορα να λήγουν στην γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού, μία πρόταση που συνάντησε την έντονη διαφωνία των Άγγλων λόγω της Αιτωλοακαρνανίας. Θεωρώντας πολύ πιθανή την εξάπλωση της επαναστατικής φλόγας και στα Επτάνησα, οι Άγγλοι είχαν κάθε λόγο να ανησυχούν. Απαίτησαν επίσης από τον Καποδίστρια την αποσύρση του στρατού από την Στερεά Ελλάδα κάτι που δεν συνέβη ποτέ. Αντιθέτως, στις 19 Σεπτεμβρίου του 1829 δόθηκε η μάχη στην Πέτρα της Λειβαδιάς κι οι Οθωμανοί αναγκάστηκαν να εκκενώσουν ολόκληρη την Στερεά Ελλάδα πριν την επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων όπως προέβλεπε η Συνθήκη, γεγονός που συνέπεσε και με την ήττα των Οθωμανών στον Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο. Τότε ο Καποδίστριας έσπευσε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία προκειμένου το Ελληνικό κράτος να γίνει ανεξάρτητο, πείθοντας τους Ρώσους ότι τους συνέφερε να μην συνεχιστεί ο πόλεμος γιατί ο Ελληνικός στρατός θα διεκδικούσε ακόμη και την Κωνσταντινούπολη. Στους Άγγλους τόνισε ότι ένα ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος θα εμπόδιζε στο μέλλον κάθε Ρωσική πρόελαση. Ο Τσάρος πείστηκε και επέβαλλε στους Οθωμανούς την Συνθήκη του Λονδίνου. Αντιλαμβανόμενοι την διπλωματική τους ήττα οι Άγγλοι προσπάθησαν να αλλάξουν τα δεδομένα, προτείνοντας στον Καποδίστρια την ανεξαρτησία του Ελληνικού κράτους. Το 1830 υπεγράφη το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας και το 1832 ορίστηκαν τα σύνορα του Ελληνικού κράτους, τα οποία τελείωναν στην γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού. Στην Ελλάδα επεβλήθη και η κληρονομική μοναρχία.                                 

Αναλαμβάνοντας την διακυβέρνηση, ο Καποδίστριας ανέστειλε το Σύνταγμα της Τρίτης Εθνοσυνέλευσης, το οποίο προέβλεπε τον κοινοβουλευτικό έλεγχο πάνω στο έργο του. Επομένως, συγκέντρωσε όλες τις εξουσίες στο πρόσωπο του και δημιούργησε το Πανελλήνιο, ένα γνωμοδοτικό όργανο με 27 μέλη. Το Πανελλήνιο διαδέχθηκε η Γερουσία, η οποία ήταν στην ουσία το πρώτο υπουργικό συμβούλιο. Ούτε αυτή όμως δεν ασκούσε σημαντική επιρροή στην λήψη των αποφάσεων. Η αμέσως επόμενη κίνηση του Καποδίστρια ήταν η διαίρεση της χώρας σε διοικητικές περιφέρειες, μία κίνηση που φαντάζει αυτονόητη, αλλά εξυπηρετούσε και πολιτικούς στόχους. Επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε παγιωθεί το φαινόμενο του κοινοτισμού, δηλαδή οι τοπικοί άρχοντες απολάμβαναν μεγάλο βαθμό αυτονομίας. Για παράδειγμα, συνέλεγαν τους φόρους εκ μέρους των Οθωμανικών άρχων και κρατούσαν ένα ποσό από τα χρήματα. Επίσης, από την εποχή των εμφύλιων συγκρούσεων είχαν αναδειχθεί πολιτικές δυνάμεις με αρχηγούς τον Μαυροκορδάτο και τον Κωλέττη. Οι εν λόγω δυνάμεις είχαν διορίσει σε θέσεις-κλειδιά της επαρχιακής διοίκησης τους δικούς τους ανθρώπους, με συνέπεια ο Καποδίστριας να θέλει να περιορίσει την δύναμη τους.            

Αξιέπαινη ήταν και η προσπάθεια του Καποδίστρια δημιουργήσει εθνική οικονομία. Την περίοδο 1824-1825 οι Επαναστάτες έλαβαν από τους Άγγλους δύο δάνεια, συνολικού ύψους 2.800.000 λιρών, γεγονός που έκανε δυσκολότερη την κάλυψη των αναγκών του κράτους. Ως εκ τούτου ο Καποδίστριας ζήτησε από τους Γάλλους ένα καινούριο δάνειο, ύψους 60.000.000 φράγκων, το οποίο τελικά δεν δόθηκε και το κράτος στηρίχθηκε στα μηνιαία ποσά που χορηγούσαν οι Άγγλοι και οι Ρώσοι για την περίοδο 1828-1830. Όσον αφορά την δημοσιονομική πολιτική, το 1829 ίδρυσε το Εθνικό Νομισματοκοπείο και κυκλοφόρησε νέο νόμισμα, τον Φοίνικα, το οποίο αντικατέστησε τα Τουρκικά γρόσια. Τον ίδιο χρόνο ιδρύθηκε η Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα όπου θα επενδύονταν κεφάλαια από τους Έλληνες του εξωτερικού κι από τους τοπικούς άρχοντες. Αυτοί ωστόσο όχι μόνο δεν στήριξαν την προσπάθεια, αλλά επιδόθηκαν και σε εκτεταμένο μποϋκοτάζ επειδή ο Καποδίστριας τους είχε δυσαρεστήσει με τις πολιτικές του. Παράλληλα έγιναν προσπάθειες για την στήριξη του εμπορίου και της ναυτιλίας, δίνοντας μεγάλη έμφαση στον πρωτογενή τομέα με την εισαγωγή νέων καλλιεργειών, όπως της πατάτας, καθώς και νέων γεωργικών εργαλείων, όπως το άροτρο. Προκειμένου οι αγρότες να εκπαιδευτούν σωστά σε αυτές ιδρύθηκε και το Πρότυπο Αγροτικό Θερμοκήπιο στην Τύρινθα. Μία ακόμη φιλόδοξη πρωτοβουλία του κυβερνήτη ήταν και η διανομή της γης στους ακτήμονες, η οποία δεν πέτυχε καθώς τα Εθνικά Κτήματα είχαν υποθηκευτεί για την χορήγηση των εξωτερικών δανείων.                                              

Σημαντική ήταν η συνεισφορά του Καποδίστρια και στην οργάνωση στρατού και ναυτικού. Οι αντάρτες της επαναστατικής περιόδου αντικαταστάθηκαν από ημιτακτικούς σχηματισμούς. Οι σχηματισμοί αυτοί στην αρχή ήταν οι Χιλιαρχίες και στην πορεία τα Ελαφρά Τάγματα. Και στις δύο οργανωτικές φάσεις μειώθηκε ο αριθμός τους περίπου στο 1/4 και αποστρατεύτηκαν αρκετοί δημοφιλείς οπλαρχηγοί. Αξίζει να αναφερθεί ότι η οργάνωση τακτικού στρατού δεν ευνόησε μόνο τον αγώνα της Ελλάδος για την εθνική της παλλιγενεσία, αλλά συνέβαλλε  αποφασιστικά και στην καταπολέμηση της ληστείας και της πειρατείας. Στην δεύτερη περίπτωση μάλιστα ήταν ανεκτίμητη η βοήθεια του Ανδρέα Μιαούλη. Μία από τις πρωτοβουλίες του Καποδίστρια, ίσως κι η σημαντικότερη, ήταν η ίδρυση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Η εποχή της νεωτερικότητας είχε δημιουργήσει πολλά επαγγέλματα κι ένα από αυτά ήταν του στρατιωτικού. Ο κυβερνήτης λοιπόν γνώριζε όχι μόνο τις προκλήσεις που υπήρχαν σε διεθνές επίπεδο, αλλά και την ανάγκη να στελεχώσουν τον στρατό άνθρωποι ικανοί και με ακέραιο χαρακτήρα που δεν θα επηρεάζονταν από τις διαμάχες που είχαν ξεσπάσει στην Ελλάδα. Το όνομα της σχολής οφείλεται σε ένα ρήτο του Θουκιδίδη: «(οι Έλληνες είναι) παρά δύναμιν τολμηταί και παρά γνώμην κινδυνευταί κι εν τοίς δεινοίς Ευέλπιδες». Αυτά τα λόγια δείχνουν ότι στην Ευελπίδων θα εκπαιδεύονταν οι μελλοντικές ελπίδες του έθνους, πράγμα που έγινε.                                                                                                         

Μεταξύ άλλων, ο Καποδίστριας ίδρυσε σχολεία σε όλη την επικράτεια, όχι όμως πανεπιστήμια γιατί τα οικονομικά του κράτους δεν ήταν ευνοϊκά. Στα σχολεία αυτά εισήχθη η αλληλοδιδακτική μέθοδος, σύμφωνα με την οποία οι καλύτεροι μαθητές θα δίδασκαν τους μαθητές με τις λιγότερο καλές επιδόσεις. Επιπλέον, ιδρύθηκαν και δικαστήρια, «ειρηνοδικεία, πρωτόκλητα, έκλητα, ανώτατον, εμποροδικία και εξαιρετικά». Το 1829 τέθηκε σε εφαρμογή η πρώτη Ποινική Δικονομία, η οποία περιλάμβανε 562 άρθρα, ενώ το επόμενο έτος δημιουργήθηκε ο θεσμός των Εισαγγελέων και συνετάχθη ο πρώτος Αστικός Κώδικας. Τέλος, εφαρμόστηκε για πρώτη φορά το διεθνές ιδιωτικό δίκαιο και προστατεύτηκαν οι περιουσίες των Ελλήνων, οι οποίες επρόκειτο να κατασχεθούν λόγω των υποθηκεύσεων που είχαν γίνει για την χορήγηση των εξωτερικών δανείων.                                                                                             

Συμπερασματικά, οι πολιτικές του Καποδίστρια ήταν ευεργετικές για το μέλλον του τόπου, αλλά δεν έγιναν αντιληπτές. Γρήγορα ήρθε σε ρήξη με τους κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου, τους καραβοκύρηδες της Ύδρας και τις πολιτικές δυνάμεις με ηγέτες τον Μαυροκορδάτο και τον Κωλέττη. Αυτές οι εξουσιαστικές κοινωνικές ομάδες ήταν η αντιπολίτευση απέναντι στον Καποδίστρια με την φατρία του Κολοκοτρώνη να αποτελεί την μοναδική εξαίρεση. Τελικά, ο Καποδίστριας έχασε τη ζωή του το 1831 μετά τη δολοφονία του στο Ναύπλιο από τους Μαυρομιχάληδες.

Πηγές:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *