Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Πολιτική Κουλτούρα, Σύνταγμα και Κοινωνικός Μετασχηματισμός

Γράφει ο Ζαχαρίας Θ. Ταλίκατζης

Η πολιτική κουλτούρα πρέπει να επιλύει την εγγενή σύγκρουση που υπάρχει ανάμεσα στο λαϊκό έλεγχο και στην αποτελεσματική διακυβέρνηση της χώρας. Έτσι, επιτρέπει στους πολίτες να ασκούν επιρροή, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την ευελιξία που χρειάζεται η κυβερνώσα ελίτ. Η φθορά του πολιτικού συστήματος εξαρτάται από το βαθμό εμπιστοσύνης που έχουν οι πολίτες στις λειτουργίες των δημοκρατικών θεσμών, και όχι από την ίδια την αρχή της δημοκρατίας.

            Απαραίτητη προϋπόθεση για τη βελτίωση της ποιότητας της πολιτικής κουλτούρας αποτελεί η εδραίωση μιας κουλτούρας εμπιστοσύνης. Η εμπιστοσύνη διευκολύνει τη συλλογική δράση, επιτρέποντας την υλοποίηση σχεδιασμών που θα ήταν αδύνατοι να πραγματοποιηθούν σε μια κοινωνία όπου κυριαρχεί η αμοιβαία καχυποψία. Η φθίνουσα εμπιστοσύνη προς τους δημοκρατικούς θεσμούς είναι μια μορφή πολιτικού εκφυλισμού, που περιορίζει, και αδρανοποιεί ταυτόχρονα, την ικανότητα του πολιτικού συστήματος να επιτυγχάνει πολιτικούς στόχους.

            Στο πλαίσιο μιας κουλτούρας διάχυτης εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και θεσμών, το κοινωνικό κεφάλαιο είναι απαραίτητο να διαφυλαχθεί και να ενισχυθεί από τους πολιτικούς ταγούς. Μια κουλτούρα εμπιστοσύνης και συνεργασίας (από το «εγώ» στο «εμείς») καθιστά τη συλλογική δράση εφικτή και αποτελεσματική. Με αυτόν τον τρόπο, οι θεσμοί είναι ικανοί να επιλύουν τα προβλήματα του συνόλου. Μια άλλη παράμετρος του κοινωνικού κεφαλαίου είναι ο έμμεσος και γεφυροποιός του ρόλος, ο οποίος συνενώνει διαφορετικούς τύπους ανθρώπων. Η εμπιστοσύνη πρέπει να εδράζεται στο ευρύτερο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων. Για το λόγο αυτό, καθίσταται απολύτως αναγκαία η διασύνδεση της κοινωνικής και πολιτικής εμπιστοσύνης.

            Σύμφωνα με το ολλανδικό μοντέλο, ο Μεταϋλισμός, ένα ριζοσπαστικό κίνημα ενεργών πολιτών, κρίνεται ως το ιδανικότερο για την περίπτωση της χώρας μας. Προτεραιότητα δίνεται στην αυτοέκφραση των πολιτών και στην ευελιξία των κανόνων. Πρέπει να δημιουργηθεί μια νέα πολιτική τάξη στη χώρα, αφού ολοένα και περισσότερο γίνεται αποδεκτό ότι οι πολίτες δεν είναι πια υποτελείς που πρέπει να προστατεύονται από τις κομματικές και γραφειοκρατικές ελίτ. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δίνεται στα μονοθεματικά υποπρογράμματα των πολιτικών δυνάμεων, ώστε κατ’ αυτόν τον τρόπο, να επιτυγχάνονται ο έλεγχος και η αξιοπιστία. Για το λόγο αυτόν, η γνώση αποτελεί αναπόσπαστο εργαλείο της πολιτισμικής αλλαγής.

            Με στόχο την βιωσιμότητα της φιλελεύθερης δημοκρατίας στη χώρα μας, δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση από την πρόοδο και την οικονομική σταθερότητα. Απαιτείται σύνδεση του οικονομικού και πολιτικού φιλελευθερισμού. Η δημοκρατία πρέπει να εξασφαλίζει ένα καλύτερο επίπεδο διαβίωσης για τους πολλούς, και όχι για τους λίγους. Προς τούτο, είναι απαραίτητο να υιοθετηθούν οι δομικές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που προβλέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο διεθνής καταμερισμός εργασίας και κεφαλαίου. Η μαζική συμμετοχή δεν πρέπει πλέον να βασίζεται στην παθητική υποταγή στην πολιτική εξουσία, αλλά στην ενεργό προσήλωση των πολιτών στη «γνώση». Η χειραγώγηση ή η αγνόηση της πολιτικής κουλτούρας ασφαλώς και δεν αποτελεί δημοκρατική λύση. Για το λόγο αυτόν, άλλωστε προτάσσεται και η αναμόρφωση της πολιτικής κουλτούρας στην Ελλάδα.

            Ένα όραμα για μια νέα, βιώσιμη πολιτική και οικονομική διακυβέρνηση του τόπου είναι απολύτως αναγκαίο για την έξοδο από την πολιτική κρίση. Καταρχάς, απαιτείται μια ολοκληρωμένη μετάβαση στην οικονομία της αγοράς, σε αντίθεση με την ισότητα της φτώχειας που χαρακτηρίζει σήμερα την κοινωνία μας. Η Ελλάς δεν μπορεί να επιβιώσει αν δεν έχει την πεποίθηση ότι επιτελεί κάποιον σκοπό η ηγεσία της. Η εθνική ελίτ δεν θα πρέπει άλλο να ανέχεται «ιδιοτελείς» συμπεριφορές, που απειλούν το εθνικό συμφέρον. Η διαφθορά πρέπει να προκαλεί την κριτική, και όχι την αδιαφορία των πολιτών προς τους θεσμούς. Επίσης, οι κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού θα πρέπει να εδράζονται σε αναγκαίους συμβιβασμούς και όχι σε στείρα αντιπαλότητα μεταξύ των εγχώριων πολιτικών δυνάμεων, ούτως ώστε με αυτόν τον «άτυπο φεντεραλισμό» να μπορούν να εκφράζονται διαφορετικά συμφέροντα και ποικίλες αξίες στην πολιτική κονίστρα.

Κλειδί για την υλοποίηση του παραπάνω οράματος αποτελεί η εκπαίδευση, η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει υποχρεωτικά τρεις πτυχές: α) τους γονείς, β) τους δασκάλους και γ) τον κόσμο, με την ευρύτερη έννοια. Κατά τον Μοντεσκιέ, ο κόσμος και το πολυπολιτισμικό μοντέλο ανάπτυξης προσδίδουν γνώση, αλλά και μια χροιά διαφορετική από τις προηγούμενες κατηγορίες, και σ’ αυτόν ακριβώς τον τομέα η Ελλάς πρέπει να δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω της παγκοσμιοποίησης και του ελεύθερου ανταγωνισμού, που κυριαρχούν στον αιώνα μας, στοχεύοντας ένα καλύτερο κοινωνικό και οικονομικό αποτέλεσμα. 

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΜΗΧΑΝΙΚΗ

Ο όρος «Σύνταγμα» έχει διάφορες έννοιες από τις οποίες οι σπουδαιότερες είναι η ουσιαστική, η τυπική και η ιδανική έννοια. Σύνταγμα με την ουσιαστική έννοια είναι το σύνολο των νομικών κανόνων που καθορίζουν τη μορφή του πολιτεύματος του κράτους, τις βασικές γραμμές της οργάνωσης και της λειτουργίας του, καθώς και τα όρια της κρατικής εξουσίας έναντι των ατόμων που βρίσκονται στο κράτος (Πουλής Π., Μαθήματα Δημοσίου Δικαίου, σελ. 69). Το Σύνταγμα με την ουσιαστική έννοια έχει περιεχόμενο, θετικό και αρνητικό. Το θετικό περιεχόμενο αποτελούν οι διατάξεις εκείνες που καθορίζουν τη μορφή του πολιτεύματος και τις βασικές αρχές οργάνωσης της κρατικής εξουσίας, το δε αρνητικό αποτελούν οι διατάξεις εκείνες που προσδιορίζουν την άσκηση της κρατικής εξουσίας απέναντι των ατόμων μέσα σε ορισμένα όρια, τα οποία δεν μπορούν να υπερβούν το χώρο της ελεύθερης δραστηριότητας αυτών (ibid). Το αρνητικό περιεχόμενο αναφέρεται στον προσδιορισμό, αλλά και στην κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων ως ατομικών ελευθεριών. Σύνταγμα με την τυπική έννοια είναι ο γραπτός θεμελιώδης νόμος, ο οποίος έχει συχνά και αυξημένη τυπική δύναμη σε σχέση με όλους τους άλλους νόμους του Κράτους. Τα στοιχεία του υπό τυπική έννοια Συντάγματος έχουν δύο απαραίτητα στοιχεία, δηλαδή τη γραπτή διατύπωση και τον χαρακτηρισμό του ως θεμελιώδους νόμου. Η αυξημένη τυπική του δύναμη δεν είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο παρά το γεγονός ότι υπάρχει σε πολλά σημερινά Συντάγματα (ibid). Ο όρος «Σύνταγμα» υπό την ιδανική έννοια είναι ταυτόσημος με την γραπτή διατύπωση σε ενιαίο κείμενο και με ένα πολιτικό ιδανικό το οποίο αναφέρεται στο περιεχόμενό του. Υπό ευρεία έννοια ο όρος «Σύνταγμα» δηλώνει το κείμενο εκείνο στο οποίο περιέχονται οι θεμελιώδεις κανόνες που διέπουν την οργάνωση του Κράτους, τη συγκρότηση και τις αρμοδιότητες των κυριότερων οργάνων του, στις μεταξύ τους σχέσεις και τις σχέσεις τους με τους πολίτες (Μανιτάκης Α., Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 55). 

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΣΜΟΣ

Συχνά αναφέρεται ότι η εξουσία των ανθρώπων είναι η εξουσία του Νόμου. Ο όρος «Συνταγματισμός» προσδιορίζει το σύνολο των εθίμων, πρακτικών και αξιών προς στήριξη του Κράτους Δικαίου. Τα παραπάνω στοιχεία σαφώς εξαρτώνται από τη στήριξη της πολιτικής ελίτ, καθώς η τελευταία οφείλει να εξασφαλίζει ένα αποτελεσματικό πλαίσιο άσκησης της εξουσίας. Γίνεται έτσι αντιληπτό ότι η τήρηση και η εφαρμογή των νόμων επαφίεται στους πολίτες μέσω της δημόσιας διοίκησης.

            Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι το Σύνταγμα αποτελεί μια μορφή «πολιτικής μηχανικής» στο οποίο δηλώνονται απερίφραστα τα ατομικά δικαιώματα αυτών που προστατεύονται από το κράτος. Αποτελεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα αποτελεσματικών και συστηματοποιημένων περιορισμών (όχι όμως εις βάρος της αποτελεσματικότητας) που τίθενται στην κυβερνητική δράση. Πιο συγκεκριμένα, το Σύνταγμα ουσιαστικά περιέχει μια περιγραφή των διαδικασιών ψήφισης των νόμων και της λήψης αποφάσεων σε κυβερνητικό επίπεδο. Για το λόγο αυτόν, πρέπει υποχρεωτικά να καθορίζεται η διάκριση και ο ρόλος των εξουσιών, κεντρικών και περιφερειακών, και να επιβάλλονται όρια και υποχρεώσεις στους κυβερνητικούς θεσμούς.

ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Το πολιτικό σύστημα μετά τη μεταπολίτευση διέρχεται μια κρίση πολιτικού προσανατολισμού εξαιτίας πολλών παραγόντων, όπως η αποπολιτικοποίηση των νέων, η διαφθορά στα κόμματα και οι αντεγκλήσεις για επουσιώδη θέματα εκ μέρους του πολιτικού προσωπικού. Ως εκ τούτου, υπάρχει ανάγκη αυθεντικής αντιπροσώπευσης της λαϊκής βούλησης προς εδραίωση συναινέσεων για το σύστημα της διακυβέρνησης.

Ειδικότερα, το Κοινοβούλιο πρέπει να απηχεί τα συναισθήματα και τις ανάγκες των πολιτών, αφού, σύμφωνα με το Ρωμαϊκό Δίκαιο, «σε ότι αφορά όλους πρέπει να έχει και την έγκριση όλων». Σύμφωνα όμως με τον Madison, «σε μια δημοκρατική κυβέρνηση, η νομοθετική εξουσία είναι υποχρεωτικά κυρίαρχη». Για να επιτελέσει καλύτερα το ρόλο της, η Βουλή θα πρέπει να αναμορφωθεί σε θεσμικό επίπεδο. Εδώ και μια εικοσαετία, δεν είναι λίγοι αυτοί που προτείνουν τη θεσμοθέτηση μιας Άνω Βουλής (Συμβούλιο των Πρεσβυτέρων), η οποία και θα αποτελεί ένα μέσο ελέγχου και εξισορρόπησης διαφόρων συμφερόντων προς υπεράσπιση των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων των πολιτών απέναντι σε μια εν δυνάμει καταπιεστική πλειοψηφία της Κάτω Βουλής. Το νέο αυτό νομοθετικό σώμα θα επιτρέπει την πολυτέλεια της περίσκεψης μεταξύ των βουλευτών κατά την κατάρτιση και ψήφιση κρίσιμων νομοσχεδίων, θα απαλύνει το φόρτο εργασίας της Κάτω Βουλής, αλλά και πρωτίστως, θα εκπροσωπεί τα πάγια αισθήματα του Έθνους (Ρόμπερτ Σέσιλ, πρώην Πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας). Οι εκλογές για την ανάδειξη της Άνω Βουλής θα οργανώνονται σε πολιτειακό-περιφερειακό επίπεδο, όπως ακριβώς συμβαίνει και στις ομοσπονδίες, με εξαίρεση τον Καναδά.

            Επιπροσθέτως, πρέπει να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα της νομοθετικής λειτουργίας με την αναβάθμιση των επιτροπών που ήδη λειτουργούν στη χώρα μας. Αυτές μπορεί να έχουν τον χαρακτήρα ισχυρών συνελεύσεων εργασίας (π.χ. Η.Π.Α.) ή διαβουλευτικής ολομέλειας (βλ. Ηνωμένο Βασίλειο).  Οι επιτροπές θα αποτελούν χώρους άσκησης ελέγχου των νομοσχεδίων και επίβλεψης της κυβέρνησης δια της εξέτασης εναλλακτικών πολιτικών. Με αυτόν τον τρόπο, οι επιτροπές θα μπορούν να διαμορφώνουν το ουσιαστικό περιεχόμενο και να κρίνουν την πορεία των περισσότερων εισαχθέντων νομοσχεδίων. Προκειμένου να τύχουν αποτελεσματικής κατάρτισης εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας και υλοποίησης των νομοσχεδίων αυτών από τη δημόσια διοίκηση στη συνέχεια, απαιτείται ένα πεδίο συμβιβασμού και συναίνεσης μεταξύ όλων των βουλευτών και διαμόρφωσης κοινής θεώρησης των πραγμάτων, έτσι ώστε να αποφεύγονται οι κομματικές διαμάχες της ολομέλειας στις  επιτροπές αυτές.    

            Επιπροσθέτως, το Κοινοβούλιο δεν θα πρέπει να είναι υποτυπώδες, δηλαδή να επικυρώνει απλώς τις αποφάσεις της κυρίαρχης εκτελεστικής εξουσίας. Οι λειτουργίες του δεν θα εξαντλούνται στην απλή μετατροπή των νομοσχεδίων σε νόμους. Όσον αφορά την αντιπροσώπευση, το Κοινοβούλιο πρέπει να εκπροσωπεί την κοινωνική ποικιλότητα, να αναπληρώνει την κοινωνία και όχι μόνο να ενεργεί για λογαριασμό της. Η διαβούλευση, κατά τον Edmund Burke, πρέπει να υπηρετεί το συλλογικό (το Έθνος) και επομένως, το Κοινοβούλιο δεν θα άγεται και φέρεται από τοπικιστικές επιδιώξεις. Αναφορικά με τη νομοθεσία, το Κοινοβούλιο θα αποκρούει τα νομοθετικά διατάγματα αυταρχικών ηγετών, αφού θα χρειάζεται η έγκριση των νομοσχεδίων από τη συνέλευση. Κύριος στόχος είναι η ψήφιση κοινά αποδεκτών νόμων υπό την προϋπόθεση ότι α) σχηματίζονται συμμαχικές κυβερνήσεις, β) λειτουργούν ισχυρές επιτροπές και γ) υπάρχει συναινετική διάθεση των ελίτ.

            Βασικός μοχλός για το πολιτικό σύστημα αποτελούν τα πολιτικά κόμματα τα οποία στοχεύουν στην απόκτηση και διατήρηση της εξουσίας. Η Βουλή απαρτίζεται από πολιτικά στελέχη που εκφράζουν ελεύθερα τις απόψεις τους σε ευθυγράμμιση με τη γραμμή του κόμματος με το οποίο εκλέγονται. Τα πολιτικά κόμματα πρέπει να αποτελούν σημεία αναφοράς για τους πολίτες, να καθοδηγούν την κυβέρνηση με τα πολιτικά τους στελέχη και να ενσωματώνουν αντικρουόμενα συμφέροντα μέσω του φιλτραρίσματος αιτημάτων και την αποτελεσματική μετατροπή τους σε συνολικές, υλοποιήσιμες προτάσεις με την επιλογή, τη συμπύκνωση και το συνδυασμό αρχών και πολιτικών.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι τα κόμματα σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα αποτελούν το κύριο μέσο για την έκφραση της ενεργού βούλησης του λαού.  Παρά ταύτα, αν και δηλώνεται συχνά ο δημοκρατικός προσανατολισμός τους, αυτά εξακολουθούν να ελέγχονται από μια κυρίαρχη ελίτ. Έμφαση δίνεται στο να κερδίζονται οι προεκλογικές μάχες των υποψηφίων τους στα Μ.Μ.Ε. Το πρόβλημα που αναφύεται είναι ότι ο καθορισμός των υποψηφιοτήτων καθορίζει και τη φύση του κόμματος. Προκειμένου να αναβαθμισθεί το κύρος τους, είναι απαραίτητο να θεσπίζονται περιοδικά προκριματικές εκλογές για την ανάδειξη της ηγεσίας και των στελεχών τους ώστε να περιορίζεται τόσο η διαφθορά όσο και η αδιαφάνεια κατά τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων σε κομματικό επίπεδο.

Κατά συνέπεια, ο μεγαλύτερος κίνδυνος που ελλοχεύει είναι η μετατροπή των πολιτικών κομμάτων σε «κόμματα-καρτέλ», δηλαδή σε κυρίαρχα κόμματα τα οποία εκμεταλλεύονται τη δεσπόζουσα θέση τους στην πολιτική αγορά για να ορίζουν τους κανόνες του παιχνιδιού (π.χ. δημόσια χρηματοδότηση). Κάτι τέτοιο μακροπρόθεσμα φθείρει την αξιοπιστία των συμμετεχόντων στην πολιτική σκηνή και αναπαράγει εκφυλιστικά φαινόμενα τα οποία υποσκάπτουν την ποιότητα της δημοκρατίας.

Συμπερασματικά, τα πολιτικά κόμματα μέσα στο Κοινοβούλιο καθορίζουν το βαθμό αποτελεσματικότητας ολόκληρου του πολιτικού συστήματος, καθώς και την ποιότητα των νομοσχεδίων που εισάγονται προς ψήφιση. Τυχόν εδραίωση της υφιστάμενης τάξης πραγμάτων μπορεί να οδηγήσει σε κομματικό κράτος, καθώς και στην εξασθένιση των λαϊκών ερεισμάτων λόγω πολιτικής κατεστημένης δομής. 

ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Το πρόβλημα που αναφύεται σε τελική ανάλυση, κρίνοντας έτσι και την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης, είναι με ποιο θεσμό ή μηχανισμό ελέγχου επιβάλλονται κυρώσεις στα μέρη που τυγχάνουν υπεύθυνα για την άσκηση και την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής. Τα δικαστήρια πρέπει να αφουγκράζονται την κοινή γνώμη, χωρίς όμως να φαίνεται ότι ικανοποιούν τις ταπεινότερες ορέξεις της, καθώς η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία είναι κατεξοχήν υπεύθυνη για την άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Από την άποψη αυτή, εκτός των δικαστηρίων κρίνεται απαραίτητη η θέσπιση Συνταγματικού Δικαστηρίου, όπως συμβαίνει σε χώρες όπως η Αυστρία, η Γερμανία, αλλά και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να κρίνεται και η συνταγματικότητα των νόμων πριν την εφαρμογή τους. Το είδος του δικαστηρίου αυτού θα ομοιάζει για παράδειγμα με την Άνω Βουλή ενός διπλού νομοθετικού σώματος και θα λειτουργεί ως αρνητικός νομοθέτης με τη δυνατότητα ακύρωσης των αντισυνταγματικών νομοσχεδίων, αφήνοντας τη θετική νομοθεσία για το κοινοβούλιο. Τα μέλη του Δικαστηρίου θα διορίζονται από την κυβέρνηση με ανανεώσιμη θητεία μια φορά κάθε 6 με 9 έτη ώστε να εξασφαλίζεται αντικειμενική κρίση κατά το δικαστικό έλεγχο.  

Πέραν αυτού, και χάριν της αποτελεσματικότητας της ασκούμενης πολιτικής, προκρίνεται η υιοθέτηση ενός τύπου εποπτικού διοικητικού δικαίου παρόμοιου του γαλλικού συστήματος αυτονομίας, καθώς τόσο στο Συμβούλιο της Επικρατείας όσο και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια της χώρας σωρεύονται πλήθος δικογράφων που εκδικάζονται στην καλύτερη περίπτωση μετά από 5-6 έτη. Η καθιέρωση ανεπίσημων διοικητικών επιτροπών (¨tribunals¨) μπορεί να συμβάλει στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων, καθώς αυτές θα είναι λιγότερο δαπανηρές, περισσότερο ευέλικτες και ταχύτερες στη λήψη αποφάσεων, αφού θα λειτουργούν σαν ένα κλειστό σύστημα και χωρίς δημοσιότητα.

Επιπροσθέτως, κρίνεται απαραίτητη η ενδυνάμωση των θεσμών διοικητικής εποπτείας (π.χ. ελεγκτικά σώματα, Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης) στο πλαίσιο της υιοθέτησης του συστήματος εποπτείας που ισχύει στη Ρωσία μετά το 1992, οπότε και αναβίωσε το σύστημα επιθεώρησης του Μεγάλου Πέτρου το 1722. Ο νέος ρόλος των παραπάνω θεσμικών οργάνων θα περιλαμβάνει την εποπτεία της νομιμότητας διοικητικών πράξεων με δυνατότητα αναστολής της εφαρμογής των αποφάσεων της γραφειοκρατίας, μέχρις ότου εκδοθεί σχετική δικαστική απόφαση. Το εύρος της δικαιοδοσίας τους θα αφορά σε συγκεκριμένες υποθέσεις και γενικές αρχές που χρήζουν άμεσης προστασίας για συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, και ο ρόλος των ελεγκτικών θεσμών θα είναι κατά κύριο λόγο ευρύτερος σε σχέση με το Συνήγορο του Πολίτη. Ο Γενικός Επιθεωρητής θα είναι εντεταλμένος του ηγέτη και ανώτερος από τη δημόσια διοίκηση.

Συμπερασματικά, το Σύνταγμα είναι η πρώτη πηγή του διοικητικού δικαίου και η πιο σημαντική. Περιέχει κανόνες που διέπουν την αποτελεσματική οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και τις σχέσεις της με τους πολίτες. Σε επόμενη αναθεωρητική βουλή έγκειται κατά πόσον θα είναι ένας θεμελιώδης νόμος με αυξημένη τυπική δύναμη σε σχέση με τους κοινούς νόμους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Aντώνης Μανιτάκης, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα, 2004.
  2. Παναγιώτης Πουλής, Μαθήματα Δημοσίου Δικαίου Α΄, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1995.