Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Περί «αδράνειας» της διεθνούς κοινωνίας



Το Κυπριακό ζήτημα βρίσκεται σε εκκρεμότητα για σαράντα και πλέον χρόνια, παρά το γεγονός ότι η τουρκική κατοχή είναι αντίθετη προς το διεθνές δίκαιο, οι εγγυήτριες δυνάμεις είναι μέρη του Συμφώνου της βόρειο-ατλαντικής συμμαχίας κι η Κύπρος κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Χωρίς να αξιολογούνται οι ηγεσίες εκατέρωθεν των συνόρων, οι αντικειμενικοί πολιτικοί σκοποί τους ή οι μέθοδοι τους για την επίτευξη αυτών των στόχων, επιχειρείται μια σύντομη αναφορά στους λόγους για τους οποίους η διεθνής κοινωνία επέτρεψε τη διαιώνιση του ζητήματος.
Status Quo
     Το 1960 η Μεγάλη Βρετανία αποδέχεται με τη Συμφωνία του Λονδίνου τα όσα είχαν ήδη συμφωνηθεί με τη Συμφωνία της Ζυρίχης το 1959 μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας[1].
     Η συμφωνία προβλέπει την ίδρυση της Δημοκρατίας της Κύπρου[2] και την ανάληψη της υποχρέωσης για τις τρεις συμβαλλόμενες χώρες να εγγυηθούν την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα, της νεοσύστατης Δημοκρατίας, τη μη ένωση της με άλλη χώρα και τη διατήρηση του status quo, όπως αυτό διαμορφώνεται με το Σύνταγμα του 1960.
     Το 1974 η Αθήνα επιχειρεί -ανεπιτυχώς- να ανατρέψει τον Μακάριο. Η Άγκυρα επικαλείται τα άρθρα 3 και 4 της συνθήκης εγγυήσεων[3] κι εισβάλλει στην Κύπρο. 
     Η Τουρκία παραγνωρίζει -σκοπίμως- πως η όποια μονομερής δράση προβλέπεται από τη συνθήκη εγγυήσεων δε γίνεται να αντίκειται στο άρθρο 2.4 του Καταστατικού Χάρτη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Ακόμα κι αν η συνθήκη επέτρεπε με διάταξή της τη χρήση βίας, το άρθρο 103 του Καταστατικού Χάρτη προβλέπει πως οι υποχρεώσεις, που απορρέουν από αυτόν, υπερισχύουν έναντι εκείνων άλλων συνθηκών.
      Σε κάθε περίπτωση το άρθρο 4 της συνθήκης εγγυήσεων επέτρεπε την αποκατάσταση του status quo με μονομερή δράση μιας εγγυήτριας δύναμης κι όχι τη de facto διχοτόμηση της Κύπρου.
     Σήμερα η Άγκυρα επιθυμεί τη διατήρηση των εγγυήσεων προκειμένου να διατηρήσει το «δικαίωμά» της για μια νέα, ενδεχομένως «νόμιμη», επέμβαση αν προσκληθεί από την επίσημη -δικοινοτική πλέον- κυβέρνηση, εφόσον αυτή προκύψει από την επίλυση του κυπριακού ζητήματος.
Ο.Η.Ε. Και Κυπριακό
     Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών δεν κατάφερε να επιλύσει ή να προωθήσει αποτελεσματικά την επίλυση του κυπριακού ζητήματος.
     Η Γενική Συνέλευση με το ψήφισμα 1013 έχει ταχθεί ήδη από το 1957 υπέρ της αυτοδιάθεσ
ης της Κύπρου. Το Συμβούλιο Ασφαλείας με τη σειρά του και το ψήφισμα 186 του 1964 αναγνωρίζει την κυπριακή κυβέρνηση ως την επίσημη κυβέρνηση[4], εξασφαλίζοντάς της έτσι το βασικότερο όπλο της στις μετέπειτα διαπραγματεύσεις, τη διεθνή αναγνώριση.
     Μετά την τουρκική εισβολή τα Ηνωμένα Έθνη θα αντιδράσουν με μάλλον χλιαρό τρόπο. Μια σειρά έντεκα πανομοιότυπων ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας και ένα της Γενικής Συνέλευσης προσπαθούν -ανεπιτυχώς- να εκτονώσουν την ένταση και να αποκαταστήσουν την τάξη[5]. 
      Την ανακήρυξη της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βορείου Κύπρου διαδέχονται άλλα τέσσερα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας[6], που καλούν τη διεθνή κοινότητα να μην αναγνωρίσει το παράνομο κρατίδιο.
      Πίσω από την ατολμία του Οργανισμού διακρίνεται η παρασκηνιακή δράση της Μεγάλης Βρετανίας, αλλά και των Ηνωμένων Πολιτειών, που προωθούν μια πολύ συγκεκριμένη γεωπολιτική ατζέντα.
      Τα ειρηνευτικά σχέδια, που αναπτύσσονται στο πλαίσιο του Οργανισμού (2002, 2015), είναι τουλάχιστον ανισοβαρή για τις δύο κυπριακές κοινότητες, κατάλοιπο -ως φαίνεται- της απόρριψης των σχεδίων Άτσεσον το 1964.
Το N.A.T.O. Στο Τρίγωνο Ελλάδας-Κύπρου-Τουρκίας
     Η Ελλάδα κι η Τουρκία προσχώρησαν στο σύμφωνο της βορειο-ατλαντικής συμμαχίας το 1952. Η εισβολή της τελευταίας στην Κύπρο οδηγεί σε εντάσεις κι εντός της συμμαχίας. Η Ελλάδα φτάνει στο σημείο να αποχωρήσει από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ ως ένδειξη διαμαρτυρίας το 1974.
     Οι ΗΠΑ επιβάλλουν -πρόσκαιρα- εμπάργκο στις πωλήσεις όπλων προς την Τουρκία. Ωστόσο, οι γεωπολιτικές επιταγές επιβάλλουν τη διατήρηση συμμαχικών δεσμών μαζί της, παρά τις όποιες -έντονες ή μη- διαφωνίες[7].
     Το 1980 η Ελλάδα -μετά από πολυετείς διαπραγματεύσεις- καταφέρνει να αποκαταστήσει το status της στο στρατιωτικό σκέλος της συμμαχίας, αφού ο τότε Γενικός Γραμματέας του NATO, Joseph Luns, διαμορφώνει το ομώνυμο δόγμα Luns. Η συμμαχία δεν εμπλέκεται σε εσωτερικές διαφορές των μερών της, ούτε θα επιτρέψει στα μέλη να εκμεταλλευτούν αυτή την ουδετερότητα προς όφελός τους[8]. Συνολικά, η συμμαχία ακολουθεί μια πολιτική ίσων αποστάσεων.
      Το δόγμα κάνει εφικτή την επιστροφή της Ελλάδας, αφήνει όμως σε εκκρεμότητα τις ελληνοτουρκικές διαφωνίες εντός της συμμαχίας. Ελλάδα και Τουρκία αδυνατούν να συμφωνήσουν στα επιχειρησιακά όρια του ΝΑΤΟ. Παράλληλα,
η αμφισβήτηση της ζώνης
S.A.R. του F.I.R. Αθηνών, το αφήγημα περί αποστρατιωτικοποίησης των Δωδεκανήσων δημιουργεί επιπλέον προσκόμματα.
     Την προβληματική συνεργασία μεταξύ των δύο συμμάχων αναδεικνύει η ανάγκη διαχείρισης των προσφυγικών ροών. Το ΝΑΤΟ προτιμήθηκε λόγω του ότι κι οι δύο χώρες είναι μέρη του συμφώνου. Ωστόσο, για να αποφευχθούν εντάσεις στα διεθνή ύδατα του Αιγαίου, η διοίκηση της νατοϊκής δύναμης, Standing Maritime Group 2,  δόθηκε σε Γερμανούς αξιωματούχους. Στις δύο χώρες μάλιστα απαγορεύθηκε η διεξαγωγή επιχειρήσεων εκτός των ορίων των χωρικών τους υδάτων κι ειδικά εντός των χωρικών υδάτων της άλλης.
     Η Αθήνα αναγκάζεται να δεχθεί την ταύτιση του εύρους των χωρικών υδάτων και του εναέριου χώρου της (6ν.μ.) για τους σκοπούς των νατοϊκών επιχειρήσεων βάσει της απόφασης MC 66/1 του 1960.
      Τα Δωδεκάνησα μένουν εκτός του επιχειρησιακού θεάτρου, που εκτείνεται μεταξύ των νήσων Λέσβου, Χίου, Σάμου κι Αγαθονήσου, παρά το γεγονός ότι αντιπροσωπεύουν το 25% του προβλήματος[9].
      Υπήρξαν αναφορές, που ενέτειναν την ανησυχία της Αθήνας, για την εμπλοκή του ΝΑΤΟ στη διαχείριση των προσφυγικών ροών. Θεωρήθηκε σαφής ένδειξη της πρόθεσης να διαμορφωθεί ένα νέο δόγμα και να επεκταθεί -μόνιμα- η δράση κι η    παρουσία του στο Αιγαίο, οδηγώντας σε ενδεχόμενη διεθνοποίηση περιοχών του[10].
Η Ε.Ε. Στο Τρίγωνο Ελλάδας-Κύπρου-Τουρκίας
     Η πάγια αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διαμορφώσει μια σταθερή και συνεκτική εξωτερική πολιτική -παρά ένα μίνιμουμ κοινών θέσεων, που προκύπτουν εξ αντανακλάσεως από τον συμβιβασμό των εθνικών συμφερόντων- αφήνει το περιθώριο στα κράτη-μέλη να προωθούν τη δική τους γεωπολιτική ατζέντα κι αμβλύνει τη συνολική ικανότητα της Ένωσης να επηρεάζει τις διεθνείς εξελίξεις.
     Το κυπριακό ζήτημα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Ένωση αντιδρά -όπως είναι αναμενόμενο- με χλιαρό τρόπο, ταυτιζόμενη με τις κατευθύνσεις των Ηνωμένων Εθνών.
     Τα χρόνια, που ακολουθούν η Αθήνα προωθεί μια πολιτική «εξευρωπαϊσμού» τόσο των ελληνοτουρκικών/τουρκοκυπριακών διαφορών αλλά και της ίδιας της Τουρκίας (λογική «εξημέρωσης του θηρίου»).
     Το 1999 στη συνάντηση κορυφής στο Ελσίνκι συμφωνείται η Ελλάδα να άρει τις αντιρρήσεις και να υποστηρίξει την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ως αντάλλαγμα προωθείται η ένταξη της Κύπρου στην Ένωση παρά την εκκρεμότητα του κυπριακού και συμφωνείται από κοινού παραπομπή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης των ελληνοτο
υρκικών διαφορών, εφόσον αυτές δεν επιλυθούν ως το τέλος του 2004.
     Το 2004 η Αθήνα, έχοντας εκμεταλλευτεί τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της Τουρκίας, πετυχαίνει την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για μια κίνηση, που είχε ως στόχο να ανατρέψει την ανισορροπία ισχύος μεταξύ Τουρκίας και Κύπρου. Το κυπριακό γίνεται πλέον ευρωπαϊκό ζήτημα.
     Η ισορροπία ισχύος βέβαια συνέχισε να μεταβάλλεται με το σχέδιο Αννάν, την ανεύρεση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην κυπριακή αποκλειστική οικονομική ζώνη και προσφάτως με την προσφυγική κρίση. Παραμένει ωστόσο προς όφελος της Άγκυρας, που διαμορφώνει -σταδιακά και με συνέπεια- το πλαίσιο της πολιτικής της για την ανατολική Μεσόγειο, αμφισβητώντας το ισχύον νομικό καθεστώς σε Αιγαίο και Κύπρο.
      Η Ένωση παραμένει δέσμια της αδυναμίας της να διαμορφώσει μια σταθερή και συνεκτική εξωτερική πολιτική, είναι ευάλωτη στις τουρκικές πιέσεις λόγω του μεγέθους των δυνητικών προσφυγικών ροών και -όσο φθίνουν οι ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της γείτονος- γίνεται όλο και πιο δύσκολο να επηρεάσει την στάση της Άγκυρας.
     Η πιο πρόσφατη απόπειρα γίνεται με τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στην Γενεύη στις οποίες συμμετέχει. Ακούγονται, όμως, ήδη φωνές πως πρόκειται για ένα «ανατολίτικο παζάρι». Ο Κύπριος Πρόεδρος υποβιβάζεται και γίνεται ευάλωτος σε  ενδεχόμενες πιέσεις, που θα του ασκηθούν μέχρι να υποχωρήσει, ως το πιο αδύναμο μέρος, ασχέτως με το «ποιοι περιφέρονται έξω από την αίθουσα».
     Συνολικά, το «πολύτιμο γεωπολιτικό οικόπεδο» της Τουρκίας βαραίνει περισσότερο -σε μια ρεαλιστική διεθνή κοινωνία κρατών που κινούνται με άξονα το εθνικό συμφέρον- από την επίλυση της «πιο βαρετής διεθνούς διαφοράς στον κόσμο», όπως τη χαρακτήρισε το Janes ForeignReport.   
Σημειώσεις:
[1]: Επί τη βάση όσων είχε προτείνει με δημόσια δήλωσή του ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος τον Σεπτέμβρη του 1958 («δεσμευμένη ανεξαρτησία»)
[2]: Προεδρικό πολίτευμα με Ελληνοκύπριο Πρόεδρο και Τουρκοκύπριο Αντιπρόεδρο, που διατηρεί το δικαίωμα αρνησικυρίας σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και εσωτερικής ασφάλειας. 
[3]: Το άρθρο τρία αφορά στη διατήρηση της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Δημοκρατίας της Κύπρου, ενώ το άρθρο τέσσερα προβλέπει διαβουλεύσεις μεταξύ των εγγυητριών δυνάμεων για την τήρηση των συμφωνηθέντων ή αν αυτό καθίσταται αδύνατο τη μονομερή δράση μιας εξ αυτών για την αποκατάσταση του status quo
[4]: Ψήφισμα περί U.N.F.I.C.Y.P.
[5]: 353, 354, 355, 357, 358, 359, 360, 361, 364, 365/1974 & 3212/1974
[6]: 541/1983 & 550, 553, 559/1984
[7]: Τον Ιούλη του 1964 -καθ’ υπέρβαση της Σύμβασης του Μοντρέ (1936)- η Άγκυρα επιτρέπει τον διάπλου των Στενών από σοβιετικά πολεμικά, που ενισχύουν την παρουσία της Ε.Σ.Σ.Δ. στη Μεσόγειο. Παράλληλα, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η Τουρκία έχει λάβει περισσότερη σοβιετική βοήθεια από οποιανδήποτε άλλη χώρα του Τρίτου Κόσμου.
Σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες -πιεζόμενες από το ισχυρό λόμπι των πετρελαϊκών εταιριών- προωθούν την επαναπροσέγγιση της Τουρκίας με το Ισραήλ, προκειμένου να διασφαλιστεί η περιφερειακή σταθερότητα κι ενεργειακή συνεργασία.
[8]: Αφορμή με άσκηση ΝΑΤΟ “Noble Archer” (2008)
[9]: Η Τουρκία από την κρίση των Ιμίων το 1996 ισχυρίζεται πως πρόκειται για αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη, αφήγημα που δε θα μπορεί να επικαλεστεί αν δεχθεί την ενσωμάτωσή τους στο επιχειρησιακό θέατρο του ΝΑΤΟ.
[10]: Στον αντίποδα υπήρξαν κι αναφορές πως η Τουρκία επιθυμεί να εμπλέξει το ΝΑΤΟ στη Συρία και στις συγκρούσεις της με τους Κούρδους
Βιβλιογραφία:
Άρθρα:
·         Πιμπισίης, Α. (Ιανουάριος 2017). Ελένη Θεοχάρους: Η Αθήνα έχει εγκαταλείψει την Κύπρο. Ο Φιλελεύθερος. Διαθέσιμο σε: http://www.philenews.com/el-gr/top-stories/885/346530/eleni-theocharous-i-athina-echei-egkataleipsei-tin-kypro(Ανακτήθηκε 15 Ιανουαρίου, 2017).
Βιβλία:
  • Συρίγος, Ά. Μ. (2015). Ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αθήνα: Πατάκης.
Ιστοσελίδες:
Περιοδικές Εκδόσεις:
  • Κλάψης, Α. ([χ.χ.]). Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και η εξωτερική πολιτική της μεταπολίτευσης. Ελλήνων Ιστορικά. 16:117-145.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *