Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας:Σκέψεις για την αξιοπιστία και τη βιωσιμότητα του

Γράφει η Φλορεσίτα Σέχου

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Με αφορμή την πρωτόγνωρη υγειονομική απειλή του COVID-19 που καλείται να αντιμετωπίσει ο πλανήτης, μια πρόχειρη αναζήτηση των τελευταίων εξελίξων στο χώρο της ειδησεογραφίας ειναι αρκετή για να παρατηρήσει κανείς  το γεγονός, ότι ο Π.Ο.Υ. βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής. Ο Παγκόσμιος Οργανισμους Υγείας ως αυτόνομος διεθνής διακρατικός οργανισμός, προσφέρει τις εξειδικευμένες υπηρεσίες έρευνας και όχι μόνο του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών στο πεδίο της διεθνούς δημόσιας υγείας. Ιδρύθηκε επίσημα το 1948 και εδρεύει στη Γενεύη. Το τελευταίο διάστημα ο εν λόγω οργανισμός εχει δεχθεί αρνητικές κρτικές απο διάφορα κράτη-μέλη και ιδιαίτερα από τις Η.Π.Α. Συγκεκριμένα ο Ντόναλντ Τράμπ εξαπολύει πυρά κατά του οργανισμού χαρακτηρίζοντας τον «μαριονέτα» της Κίνας. Απειλεί, επίσης, με πλήρη αναστολή της χρηματοδότησης προς τον οργανισμό, εάν, οπως λέει, δε σημειώσει «βελτίωση» εντός τριάντα ημερών. Λόγω αυτών των διαρκών αντιπαραθέσεων αξίζει να επιχειρηθεί παρακάτω μια ανάλυση για το αν πράγματι  ο Π.Ο.Υ. είναι στο «τιμόνι» της διακυβέρνησης της παγκόσμιας υγείας, καθώς και για το αν, και κατά πόσο έχει απομακρυνθεί απο τη λογική της διακρατικής συνεργασίας, όπως αυτή εδραιώθηκε τον προηγούμενο αιώνα, μεταπολεμικά.

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΚΡΑΤΩΝ

Από τις αρχές τιης δεκαετίας του ’90 αυξήθηκε η ανησυχία σχετικά με την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία του Π.Ο.Υ. λόγω της σχέσης του με τον ιδιωτικό τομέα και συνακόλουθα λόγω της αύξησης της εταιρικής επιρροής. Αυτή η ανησυχία έγινε πραγματικό πρόβλημα, που αποδεικνύεται αν μελετήσει κανείς το πώς έχει εξελιχθεί απο τότε μέχρι σήμερα η πολιτική χρηματοδότησης του Π.Ο.Υ. Οι υποχρεωτικές εισφορές που απαιτούνται απο τα 194 κράτη μέλη με βάση τον πληθυσμό και το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) παρουσιάζουν σημαντική μείωση διαχρονικά λόγω της πολιτικής της μηδενικής ονομαστικής ανάπτυξης, που τους επιβλήθηκε από τότε. Με βάση αυτή την πολιτική τα κράτη έχουν το ίδιο προϋπολογισμό συγκριτικά με εκείνον του προηγούμενου έτους, χωρίς αύξηση, ακόμη κι αν υπάρξει πληθωρισμός. Με άλλα λόγια η στασιμότητα ή συρρίκνωση του δημοσιονομικού χώρου των εθνικών προϋπολογισμών, που είναι μια γενική τάση, έπαιξε ρόλο διαχρονικά στην μείωση των υποχρεωτικών εισφορών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί το ποσοστό του προϋπολογισμού των δαπανών του Π.Ο.Υ., που χρηματοδοτείται από τις υποχρεωτικές εισφορές των κρατών από το 80% των συνολικών δαπανών στη δεκαετία του ’70, σε λιγότερο από 20% σήμερα.

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΕΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΕΣ

Το μεγάλο αυτό έλλειμμα έρχονται να καλύψουν οι εθελοντικές συνεισφορές οι οποίες χρηματοδοτούν σήμερα πάνω απο το 80% περίπου των δαπανών του οργανισμού. Εθελοντικά μπορούν να χρηματοδοτούν ανεπτυγμένα κράτη, άλλοι διακυβερνητικοί οργανισμοί, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, το Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων εθνών, η Ε.Ε αλλά και άλλοι δωρητές απο τον ιδιωτικό τομέα όπως φαρμακευτικές εταιρίες, πολυεθνικοί όμιλοι καθώς και παγκόσμια φιλανθρωπικά ιδρύματα, όπως αυτό του Bill Gates. Σε αυτό το σημείο κρίνεται σημαντική η αναφορά στο γεγονός, ότι οι δωρητές έχουν τον πρώτο λόγο για τη χρήση των κονδυλίων που συνεισφέρουν. Αυτο σημαίνει ότι ο Π.Ο.Υ. δεν έχει την ευελιξία να κρίνει ποιές θα πρέπει να είναι οι προτεραιότητες στον τομέα της υγείας.Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας βρίσκεται αντιμέτωπος με μια χρόνια χρηματοοικονομική κρίση στο εσωτερικό του.

 Αυτή η κρίση συνδέεται άμεσα με την εντατικοποίηση των σχέσεων του οργανισμού με μη κρατικούς φορείς. Κάπως έτσι, η ιδέα των multi-stakeholder partnerships, των συμπράξεων, δηλαδή, με πολλούς εταίρους έγινε αρκετά δημοφιλής. Ένα μεγάλο ποσοστό των συνεργασιών δημόσιου-ιδιωτικού τομέα δε θέτει περιορισμούς στη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα σε σχέση με το ποιά εμπορικά συμφέροντα εμπλέκονται και με το αν έχουν επιπτώσεις στη δημόσια υγεία.Αυτό συνεπάγεται την ύπαρξη στον Π.Ο.Υ., όχι μόνο εκπροσώπων απο τη βιομηχανία της υγείας, αλλά και παραγωγών junk food που καλούνται να συμμετέχουν στο έργο της αντιμετώπισης της παχυσαρκίας και των καρδιακών παθήσεων. Το ίδρυμα του Bill Gates,ο δεύτερος μεγαλύτερος χρηματοδότης μετά τις Η.Π.Α επενδύει σε εταιρείες, που ακούν στο όνομα Coca cola,Mc Donalds,Nestle κάτι που αποτελεί παρωδία στα μάτια πολλών ακτιβιστών της υγείας. Σημειωτέον ότι το ίδρυμα κατέχει μετοχές και εταιρικά ομόλογα σε φαρμακευτικές εταιρίες όπως είναι η Pfizer και η Novartis, ενώ έχουν ανακύψει, επίσης, φαινόμενα «περιστρεφόμενης πόρτας» μεταξύ του προσωπικού του ιδρύματος και των φαρμακευτικών εταιρειών.

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΏΝ ΚΡΙΣΕΩΝ

Μήπως τελικά αξίζει να αναρωτηθεί κανείς, αν το δικαίωμα οικονομικής συνεισφοράς  στον  Π.Ο.Υ. παρέχει ταυτόχρονα κρίσιμο ρόλο στη διακυβέρνηση του; Η απάντηση για πολλούς είναι πιθανότατα καταφατική. Η δομική εξάρτηση του Π.Ο.Υ. από τις εθελοντικές συνεισφορές φαίνεται ότι μεταβιβάζει την αρχή της διακυβέρνησης από τη γενική συνέλευση του οργανισμού στους δωρητές. Αυτό παράλληλα αυξάνει την ευαλωτότητα του οργανισμού και το κόστος της δημόσιας υγείας. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι θέτει σε κίνδυνο τη λειτουργία του οργανισμού, ο οποίος καλείται να  παράγει νόρμες με καθολική εφαρμογή. Δείγματα δυσλειτουργικότητας παρατηρήθηκαν και στο πρόσφατο παρελθόν με μια σειρά πολιτικών αποτυχίας στη διαχείριση κρίσεων, όπως η αδυναμία του οργανισμού να διαδραματήσει  αποφασιστικό ρόλο στη συγκράτηση της πανδημίας του Έμπολα το 2014, καθώς και την σκανδαλώδη περίοδο  του 2009, όταν τα κράτη ακύρωναν το ένα μετά το άλλο της υπέρμετρες παραγγελίες του εμβολίου για την αντιμετώπιση του ιού Η1Ν1. Όσον αφορά τον κορωνοϊό, ο οποίος είχε εξαπλωθεί εβδομάδες πριν, ο Π.Ο.Υ. ανακοίνωσε επίσημα,  ότι πρόκειται για πανδημία μόλις στις 11 Μαρτίου, ενώ πριν επαναλάμβανε πληροφορίες από τις κινεζικές αρχές, διστάζοντας να δώσει μια δημόσια εκτίμηση της κατάστασης.

ΚΙΝΑ-Η.Π.Α

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί και η θέση της Κίνας σε αυτό το διαρκή αγώνα επιρροής. Βλέπουμε  τα ανεπτυγμένα κράτη και ιδιαίτερα τις Η.Π.Α να έχουν αντιταχθεί επανειλημμένα στον  Π.Ο.Υ. για οποιαδήποτε ενέργεια που μπορεί να έρθει αντιμέτωπη με τα συμφέροντα των πολυεθνικών εταιρειών των οποίων η επιρροή πολλαπλασιάζεται ως αποτέλεσμα της πολιτικής στήριξης, που λαμβάνουν από μεγάλες χώρες-δωρητές, όπως οι Η.Π.Α, το Ηνωμένο Βασίλειο αλλά και ιδιώτες χορηγούς. Απεναντίας, για την Κίνα η σημερινή πανδημία αποτελεί το νέο παράθυρο ευκαιριών. Η Κίνα έχοντας συγκρατήσει σε μια πρώτη φάση την εστία του COVID-19 επιδιώκει να αξιοποιήσει τη θέση της και την επιτυχία της, για να αποκτήσει ισχυρότερη θέση στους διεθνείς οργανισμούς υγείας. Στην προκειμένη περίπτωση επιχείρησε να καθοδηγήσει τον Π.Ο.Υ. ο οποίος, άλλωστε, λαμβάνει αδρή χρηματοδότηση από αυτή.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Εν κατακλείδι, η σημερινή πραγματικότητα οδηγεί αβίαστα σε δύο σημαντικές   διαπιστώσεις. Ο Π.Ο.Υ. έχει απομακρυνθεί αρκετά από το πρότυπο των διεθνών υγειονομικών διασκέψεων της αποικιακής εποχής, που συγκαλούσαν οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις και οι Η.Π.Α με την επεκτατική τους πολιτική. Τα τελευταία είκοσι χρόνια χώρες, όπως η Κίνα, έχουν αρχίσει να ασκούν μεγαλύτερη επιρροή στον παγκόσμιο χώρο υγείας. Κατά δεύτερον, ο οργανισμός μοιάζει να είναι  πλέον ένα παγκόσμιο πεδίο σύγκρουσης και ανταγωνισμού για γεωπολιτικές και γεωοικονομικές επιδιώξεις μεταξύ ανεπτυγμένων κρατών με μεγάλα βιομηχανικά συμφέροντα και ισχυρών πολυεθνικών εταιρειών, με στόχο τη νομή των πόρων του οργανισμού. Όλα αυτά δεν παύουν να είναι μια εκτίμηση της υφιστάμενης κατάστασης του εν λόγω οργανισμού. Μπορούν, όμως, να οξύνουν τον προβληματισμό μας σχετικά με το αν και κατά πόσο θυσιάζεται τελικά η ανθρώπινη υγεία στο βωμό των συμφερόντων και του χρήματος.

ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *