Loading...
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Οικονομία

Παγκόσμιες τάσεις προστατευτισμού και οικονομικές συνέπειες

Γράφει ο Ιωάννης Δαμδάς

Το εμπόριο μεταξύ χωρών είναι ένα φαινόμενο που συναντάται από τις κοινωνίες της αρχαιότητας και έχει υπάρξει κινητήρια δύναμη της οικονομικής και τεχνολογικής προόδου μέχρι σήμερα. Η Οικονομική επιστήμη, και πιο συγκεκριμένα ο κλάδος των Διεθνών Οικονομικών, άλλωστε, διδάσκει ότι το εμπόριο είναι ωφέλιμο για τις χώρες που συναλλάσσονται, διότι κάθε μια από αυτές αξιοποιεί τους πόρους της στην παραγωγή με βέλτιστο τρόπο, ενώ παράλληλα απολαμβάνει και οφέλη στην κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών. Τις τελευταίες δεκαετίες, από την ίδρυση της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT) το 1947, μετεξέλιξη της οποίας αποτελεί ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (WTO), έχει γίνει μια γενικότερη προσπάθεια απελευθέρωσης του παγκοσμίου εμπορίου, τόσο σε οριζόντιο επίπεδο, που σημαίνει αύξηση των χωρών που συμμετέχουν σε αυτό, όσο και σε κάθετο, δηλαδή την μείωση των ήδη υπαρχόντων δασμολογικών μέτρων. Εμπόδιο σε αυτήν την προσπάθεια στέκονται οι τάσεις προστατευτισμού από μεγάλες οικονομίες, τάσεις που οφείλονται κυρίως σε λαϊκίστικες πολιτικές, με στόχο βραχυπρόθεσμες επικοινωνιακές νίκες που συχνά αγνοούν την «μεγάλη εικόνα». Οι πολιτικές προστατευτισμού, όπως είναι προφανές, μειώνουν τον όγκο του διεθνούς εμπορίου, με αρνητικές συνέπειες τόσο για τον τομέα της παραγωγής όσο και για τον τομέα της κατανάλωσης των χωρών που συμμετέχουν σε αυτό.

Όταν μια χώρα αποφασίζει να ακολουθήσει πολιτική προστατευτισμού, το σύνηθες είναι να επιβάλει κάποιο δασμολογικό μέτρο, κάποιο μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με δασμό ή κάποια ποσόστωση απέναντι στην χώρα από την οποία εισάγει τα αγαθά που θεωρεί ότι πλήττουν την εγχώρια παραγωγή της. Μέχρι πρόσφατα τέτοια μέτρα έτειναν προς κατάργηση με διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες και πολιτικές ενοποίησης, σε διάφορες βαθμίδες, ωστόσο πλέον η τάση αρχίζει να αλλάζει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αλλαγής αποτελεί η θέση των Η.Π.Α. στο διεθνές εμπόριο του σήμερα και η πολιτική που ακολουθεί ο πρόεδρος της Αμερικανικής κυβέρνησης, Ντόναλντ Τραμπ. Από την εκλογή του, το 2016, η οποία βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην προστατευτική πολιτική που δεσμεύτηκε να ακολουθήσει, οι Η.Π.Α., η χώρα με ίσως την μεγαλύτερη επιρροή στο παγκόσμιο εμπόριο, έχουν επαναδιαπραγματευτεί πολλές από τις εμπορικές συμφωνίες, οι οποίες κατά τον πρόεδρο τους βλάπτουν τα εγχώρια εμπορικά συμφέροντα, όπως την Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Βόρειας Αμερικής (NAFTA) και την Διατλαντική Συμφωνία. Εμπορίου και Επενδύσεων (TTIP). Παράλληλα, από το καλοκαίρι του 2018 η κυβέρντηση Τραμπ έχει ξεκινήσει να επιβάλλει δασμολογικά μέτρα απέναντι σε έναν άλλο εμπορικό κολοσσό, την Κίνα. Σήμερα, κατά μέσο όρο οι αμερικανικές επιχειρήσεις που εισάγουν από την Κίνα έχουν να πληρώσουν δασμούς ύψους 21%, ενώ οι εισαγωγείς στην Κίνα αντιμετωπίζουν δασμούς 21,1%, φαινόμενο που αναδεικνύει τη κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου, καθώς πριν από ενάμιση χρόνο τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 3,1% και 8%, αντίστοιχα. Μεσομακροπρόθεσμα, οι εν λόγω εμπορικές πρακτικές όχι μόνο μειώνουν την παραγωγικότητα εντός των συνόρων των Η.Π.Α., πετυχαίνοντας το αντίθετο από την επιθυμητή «τόνωση» του παραγωγικού τομέα, αλλά υποβαθμίζουν και την θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στην παγκόσμια σκακιέρα, καθιστώντας τες αναξιόπιστες προς τους συμμάχους τους. Επιπλέον, αν και ο Ντοναλντ Τραμπ ανακοίνωσε πρόσφατα την επίτευξη μιας κατ’αρχήν συμφωνίας, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος ακόμη

Ένα άλλο δείγμα έντονης προστατευτικής πολιτικής είναι το Brexit. Αποτέλεσμα λαϊκίστικων πολιτικών με βραχυπρόθεσμες κομματικές σκοπιμότητες, οι οποίες όχι μόνο ενίσχυσαν την κοινή γνώμη σχετικά με τις αρνητικές συνέπειες της παγκοσμιοπίησης στην βρετανική οικονομία, αλλά οδήγησαν και στο δημοψήφισμα του 2016, το οποίο δρομολόγησε την έξοδο της Βρετανίας από την Ε.Ε.. Το άρθρο 50 στην Συνθήκη της Λισαβώνας προβλέπει ότι ένα κράτος-μέλος που αποφασίζει να αποχωρήσει από την Ε.Ε. οφείλει, μετά από διαπραγματεύσεις, να συνάψει συμφωνία με την Ένωση σχετικά με τις μελλοντικές σχέσεις των δύο πλευρών, έχοντας περιθώριο δύο ετών προτού διακοπεί η ισχύς των Συνθηκών. Ένα χρόνο μετά από αυτό το περιθώριο, η κατάσταση παραμένει ρευστή, με την Ευρωπαϊκή πλευρά να είναι σχετικά προετοιμασμένη για κάθε σενάριο. Ωστόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο όλα θα εξαρτηθούν από την συμφωνία που θα επιτευχθεί, και τις συνέπειες που αυτή θα έχει στο εμπόριο με την Ε.Ε. (τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο του Ηνωμένου Βασιλείου), στην παραγωγικότητα των Βρετανικών εταιρειών, στην μετανάστευεση και άρα στην εγχώρια αγορά εργασίας, στις νομισματικές σχέσεις και σε κάθε άλλη πτυχή της Βρετανικής οικονομίας. Υπολογίζοντας τις επιπτώσεις από το εμπόριο και τις συνδρομές του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ε.Ε, το εισόδημα ανά νοικοκυριό θα μειωθεί από 1,5 έως 2,5% βραχυπρόθεσμα και από 6,5 έως 9.5% μακροπρόθεσμα. Οι, μάλλον αρνητικές, επιπτώσεις, που θα έχει το Brexit τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα στην οικονομία του Μεγάλου Βασιλείου, αναδεικνύουν τις συνέπειες των πολιτικών προστατευτισμού, ειδικά όταν αυτές εφαρμόζονται με γνώμονα τις πολιτικές σκοπιμότητες εντός των συνόρων, και όχι την ευημερία του ίδιου του λαού.

Συνοψίζοντας, οι πολίτες ενός κράτους συχνά αποδίδουν τα προβλήματα τους σε εξωτερικούς παράγοντες, φαινόμενο που προσπαθούν να χρησιμοποιούν υπέρ τους οι εκάστοτε κυβερνήσεις. Ωστόσο οι συνέπειες της παγκόσμιας κρίσης σε συνδυασμό με την αύξηση των μεταναστευτικών ροών προς μεγάλες οικονομίες (Η.Π.Α., Ηνωμένο Βασίλειο, Ευρώπη) έχουν οξύνει το πρόβλημα, σταματώντας την τάση απελευθέρωσης του παγκόσμιου εμπορίου που επικρατούσε τις τελευταίες δεκαετίες. Παρά τις προειδοποιήσεις των οικονομολόγων, οι μεγάλοι «παίκτες» στην παγκόσμια σκακιέρα επιλέγουν να δώσουν έμφαση σε επιθετικές εξωτερικές πολιτικές, συχνά με την υποστήριξη ενός χειραγωγημένου λαού, που αγνοεί τις συνέπειες των εν λόγω πολιτικών. Σε κάθε περίπτωση, η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε ένα κομβικό σημείο, με τον κίνδυνο μιας νέας ύφεσης, εάν συνεχιστούν οι περιορισμοί στο διεθνές εμπόριο, να παραμένει ορατός.

Πηγές:

  1. Κατρανίδης, Σ. & Νταντάκας, Δ (2018). Θεωρία και Πολιτική Διεθνούς Εμπορίου. Εκδόσεις Τζιόλα, Θεσσαλονίκη .
  2. Κανελλόπουλος, Π. Ι. (2010). Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης: η Συνθήκη της Λισσαβώνας.
  3. Mary E. Lovely, The Cost of Another US-China No-Deal Deal, Peterson Institute for International Economics, October 15, 2019 Διαθέσιμο σε: https://www.piie.com/blogs/trade-and-investment-policy-watch/cost-another-us-china-no-deal-deal
  4. Chad P. Bown, US-China Trade War Tariffs: An Up-to-Date Chart, Peterson Institute for International Economics, October 11, 2019 Διαθέσιμο σε: https://www.piie.com/research/piie-charts/us-china-trade-war-tariffs-date-chart
  5. Sampson, T. (2017). Brexit: the economics of international disintegration. Journal of Economic perspectives, 31(4), 163-84.
  6. Dhingra, S., Ottaviano, G. I., Sampson, T., & Reenen, J. V. (2016). The consequences of Brexit for UK trade and living standards.
Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *