Loading...
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Ο ρόλος της κοινωνίας των πολιτών στις ένοπλες συρράξεις.

γράφει ο Γιώργος Αξιάρης
Πριν από λίγο καιρό, μπορούσε κανείς να δηλώσει συμμετοχή σε ένα από τα γνωστά προγράμματα Erasmus+, τα οποία πραγματοποιούνται από διάφορες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, με θεματολογία σχετική με την εξάλειψη της εξτρεμιστικής βίας. Αυτό που ήταν ιδιαίτερο στην συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν το ότι το πρόγραμμα καλούσε μεταξύ άλλων συμμετέχοντες από το Ισραήλ, τον Λίβανο και την Αλγερία. Αρχικά μπορεί να προκαλεί εντύπωση η επιλογή των συμμετεχόντων, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση ανάμεσα στο Ισραήλ, τον Λίβανο και την Αλγερία, ωστόσο ο στόχος του προγράμματος ήταν αυτός ακριβώς: να φέρει κοντά άτομα από διαφιλονικούμενες περιοχές.
Προτού γίνει μεγαλύτερη εμβάθυνση στο θέμα, είναι απαραίτητο να καταστεί σαφές ότι μια Μη Κυβερνητική Οργάνωση(MKO) δεν είναι κατά κόρον μια μικρή οργάνωση χωρίς ισχύ και επιρροή. Κολοσσοί όπως το Bill and Melinda Gates Foundation ή το Open Societies Foundation, αποτελούν ΜΚΟ καθώς δεν ασκούν κυβερνητική εξουσία ή δεν λαμβάνουν μέρος στην άσκηση αυτής. Τα πολυάριθμα think tanks στον κλάδο των διεθνών σπουδών, τα διάφορα σωματεία υπεράσπισης δικαιωμάτων αποτελούν επίσης ΜΚΟ, όντας παράλληλα μέρη της κοινωνίας των πολιτών.
Η δράση της κοινωνίας των πολιτών στο επίπεδο των συγκρούσεων, είναι πολυδιάστατη και πολυεπίπεδη. Ο τομέας της δραστηριοποίησης τους είναι ευρύτατος, αφού ασχολούνται με κάθε ζήτημα που μπορεί να προκύψει σε μία σύγκρουση, είτε κάνουμε λόγο για συμφιλίωση (reconciliation), είτε για την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας, είτε για διαμεσολάβηση και έτσι να συμβάλλει είτε στην επίλυση (resolution), είτε στην διαχείριση (management), είτε τέλος στην μετατροπή (transformation) μιας συγκρουσιακής κατάστασης σε ευνοϊκή. Τα παραδείγματα είναι αναρίθμητα. Όπως έχει φανεί και στην Μοζαμβίκη αλλά και στην Ινδονησία, οργανώσεις μπόρεσαν να μπουν στην μέση μιας σύγκρουσης και να λειτουργήσουν ως δίοδος για την συνομιλία ανάμεσα στα μέρη μιας σύγκρουσης. Κυβερνήσεις οι οποίες αρνούνται να συμμετάσχουν σε συζητήσεις με αντικαθεστωτικούς -τους οποίους ενίοτε βαπτίζουν τρομοκράτες- καθώς θέλουν να αποφύγουν οποιαδήποτε έστω και έμμεση νομιμοποίηση αυτών, συνεργάζονται ευκολότερα με ανεξάρτητους, μη κρατικούς φορείς, αφού αφενός έτσι αποφεύγεται η ανάμειξη κρατικών παραγόντων που μπορεί να υποστηρίξουν την μία ή την άλλη πλευρά, και αφετέρου, οποιαδήποτε αποτυχία στις συζητήσεις δεν συνεπάγεται αδιέξοδο ή απώλεια γοήτρου (losing face). Έτσι είδαμε στην Ινδονησία το 2005, τον Φινλανδό τέως Πρόεδρο Ahtisaari, μέσα από την πρωτοβουλία του και την Crisis Management International Initiative, να αναλαμβάνει τον ρόλο του διαμεσολαβητή. Είναι βέβαια γενικά αποδεκτό, παρότι τραγικό, ότι το τσουνάμι που είχε πλήξει την περιοχή το προηγούμενο διάστημα, συνέβαλε καθοριστικά στην προσέγγιση των δύο μερών αλλά σε συνδυασμό με τις καλές πρακτικές του Προέδρου Ahtisaari και την εισαγωγή της λεγόμενης “αυτοκυβέρνησης” τέθηκε ειρηνικό τέλος στην σύγκρουση. Μια ακόμη σημαντική περίπτωση επιτυχούς ανάμειξης ανεξάρτητης οργάνωσης για την επίλυση σύγκρουσης, είναι αυτή της Μοζαμβίκης. Η κοινότητα του Sant’Egidio αποτελεί μια χριστιανική οργάνωση, η οποία προβάλλοντας αξίες όπως η αλληλεγγύη, η οικουμενικότητα αλλά και η προσευχή δραστηριοποιείται σημαντικά στο πεδίο των συγκρούσεων. Στην Μοζαμβίκη η οποία μετά την αποαποικιοποίηση από τους Πορτογάλους, βρέθηκε στη δίνη ενός εμφυλίου πολέμου, η Κοινότητα μέσα από την προσπάθεια για την καθιέρωση θρησκευτικών ελευθεριών στην περιοχή, κατόρθωσε να αποκαταστήσει τις σχέσεις της κυβέρνησης με την τοπική καθολική εκκλησία και το Βατικανό, στρώνοντας έτσι τον δρόμο για την σταθεροποίηση της κατάστασης και την ανάδειξη της Μοζαμβίκης σε ελεύθερο κράτος.
Ιδιαίτερα σημαντική κρίνεται η δράση ιδιαίτερα των ΜΚΟ σε διακοινοτικό επίπεδο, στο λεγόμενο grassroot level. Το κόνσεπτ λειτουργεί ως εξής: Σε περιπτώσεις ιδίως εμφυλίου πολέμου, ή περιοχών που έχουν αυτονομηθεί από την κεντρική εξουσία, λόγω της έντονης ανάμνησης, ιδιαίτερα όταν έχουν προηγηθεί βιαιοπραγίες από μέλη μιας κοινότητας σε βάρος άλλης, αρμόδιες ΜΚΟ αναλαμβάνουν την άτυπη δημιουργία επικοινωνίας όχι με την πολιτική εξουσία, αλλά αντίθετα ανάμεσα στα μέλη των δύο κοινοτήτων, προκειμένου να προωθήσουν την συμφιλίωση και τον διάλογο, και να αποφευχθεί έτσι ο καθολικός στιγματισμός. Τέτοιες μέθοδοι αποδεικνύονται ιδιαίτερα χρήσιμες καθώς ας μην λησμονούμε ότι οποιαδήποτε επίλυση συγκρούσεων απαιτεί στην ουσία την συμβίωση των ανθρώπων μιας κοινωνίας ή και ξεχωριστών κοινωνιών και αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που πολιτικές συμφωνίες ανάμεσα στα μέρη ή επιχειρήσεις επιβολής της ειρήνης, αποτυγχάνουν πολλές φορές. Σε ένα τέτοιο επίπεδο θα κατέτασσε κανείς και δράσεις αναφορικά με εσωτερικά εκτοπισμένα άτομα (IDPs) που λόγω πολέμου αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.
Ασφαλώς η δράση των ΜΚΟ δεν μπορεί να αντικαταστήσει την δράση των κρατικών δρώντων στο πολιτικό επίπεδο. Ενώ στο επίπεδο της διαμεσολάβησης μπορεί να φέρει άμεσα και απτά αποτελέσματα, σε διακοινοτικό επίπεδο μπορεί εύκολα να αποβεί ελλιπής. Η απουσία τάξης σε μια κοινωνία που έχει βιώσει πόλεμο μπορεί κάλλιστα να δημιουργήσει προβλήματα στην δράση τους. Παραδείγματος χάριν στην παραπάνω περίπτωση των IDPs η έλλειψη κράτους δικαίου και ουσιαστικού κρατικού ελέγχου σε συνδυασμό με τις λεηλασίες περιουσιών που λαμβάνουν χώρα κατά την διάρκεια ενός πολέμου περιορίζει την δράση τους. Επιπλέον η δράση τους αντιμετωπίζεται πολλές φορές με καχυποψία από τις κυβερνήσεις χωρών σε πόλεμο, οι οποίες μπορούν να τους απαγορεύσουν την πρόσβαση σε περιοχές που έχουν προσβληθεί από τη σύγκρουση και γενικώς να αποτρέψουν την δράση τους. Έτσι λοιπόν σε αυτές τις περιπτώσεις η δράση τους εξαρτάται θα έλεγε κανείς σε αυτήν των τοπικών και εθνικών αρχών. Ένα θεμελιώδες πρόβλημα ωστόσο που αντιμετωπίζουν οι ΜΚΟ που εργάζονται σε δεύτερο και τρίτο επίπεδο είναι αυτό της χρηματοδότησης. Η χρηματοδότηση που λαμβάνουν συνήθως αφορά ένα συγκεκριμένο προτζεκτ με συγκεκριμένη θεματολογία και συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, πολλές οργανώσεις να μην λαμβάνουν επαρκή χρηματοδότηση και το πρότζεκτ τους να έχει συγκεκριμένο χρόνο ζωής. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει ένα διαρκές αποτέλεσμα το οποίο να μπορεί να συνεισφέρει ουσιαστικά στην εδραίωση βιώσιμης ειρήνης ή στην ανοικοδόμηση μιας κοινωνίας.
Βλέπουμε λοιπόν ότι η Κοινωνία των Πολιτών μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην διευθέτηση ή διαχείριση μιας σύγκρουσης. Ωστόσο τα εμπόδια που συναντάει στο έδαφος, είτε όταν εργάζεται με κοινότητες που βιώνουν τις συνέπειες των συγκρούσεων είτε στο πλαίσιο της ανοικοδόμησης των κοινωνιών είναι σημαντικά και μπορούν να δυσχεράνουν σημαντικά την δράση τους. Ακόμη, η ραγδαία ανάπτυξη του θεσμού, δεν διευκολύνει την κατάσταση για νέες οργανώσεις, καθώς σημαίνει πιο περιορισμένη χρηματοδότηση, γεγονός που συνήθως οδηγεί σε προσωρινά αποτελέσματα.
ΠΗΓΕΣ
J. Bercovitch, V. Kremenyuk, W. I. Zartman (Eds), The SAGE Handbook for Conflict Resolution, pp:392-412, SAGE Publications Ltd, London, 2008.
R. Marchetti, N.Tocci, Conflict society: understanding the role of civil society in conflict,Global Change, Peace & Security, vol.21, no.2, 2009. DOI: 10.1080/14781150902872091
B. Austin, M. Fischer, H.J. Giessmann (Eds.), Advancing Conflict Transformation, The Berghof Handbook II. Opladen/Framington Hills: Barbara Budrich Publishers, 2011. Online at www.berghof-handbook.net.
T. Kyselova, A. I. Kraus, L. Kirchhoff, J. Von Dobeneck, TRACK III DIALOGUES IN UKRAINE, Center for Peace Mediation / Jean Monnet Centre of Excellence in European Studies, 2017. Available:http://www.peacemediation.de/uploads/7/3/9/1/73911539/track_iii_dialogues_ukraine_full_research_report.pdf

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *