Loading...
Κρίσεις και Ζητήματα Ασφαλείας

Ο πόλεμος στην Ουκρανία : Μια κριτική ανάλυση

Γράφει ο Ηλίας Τζιτζιλής

Τις τελευταίες μέρες βλέπουμε να εκτυλίσσεται στην Ουκρανία μια εξόφθαλμη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, που αποτελεί συγχρόνως απειλή για την ασφάλεια και την σταθερότητα στην Ευρώπη. Η Ρωσική Ομοσπονδία, υπό το κάλυμμα του ειρηνοποιού, προχώρησε σε χρήση στρατιωτικής βίας εισβάλοντας στην Ουκρανία. Έτσι, τέθηκε τέλος σε μια μακρά περίοδο ειρήνης και ευημερίας στην Ευρώπη. Πώς έφτασε όμως η κατάσταση σε αυτό το σημείο;

Τα αίτια του ρωσο-ουκρανικού πολέμου

Καταρχάς, τα τελευταία χρόνια η Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν ακολουθεί μια πάγια πολιτική αναθεωρητισμού. Ήδη από τα πρώτα χρόνια που ανέλαβε τα ηνία της Ρωσίας, ο Β. Πούτιν κατέστησε σαφές ότι επιδιώκει την αναθεώρηση του status quo που προέκυψε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Στη συνδιάσκεψη ασφαλείας του Μονάχου, το 2007, είχε ασκήσει δριμεία κριτική στο μονοπολικό σύστημα που παγιώσαν οι ΗΠΑ. Έναν χρόνο αργότερα, όταν η Γεωργία επιδίωξε την ένταξή της στον Οργανισμό Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ), που ήταν το αποκορύφωμα της φιλοδυτική πολιτικής του Μ. Σαακασβίλι, η Ρωσία έδειξε την έντονη δυσαρέσκειά της, ενόσω η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι βρισκόταν σε εξέλιξη. Παρόλο που το γεωργιανό αίτημα δεν τελεσφόρησε, η Ρωσία αποφάσισε ότι έπρεπε να λάβει δραστικά μέτρα για να ανακόψει την τροχιά προσέγγισης της Γεωργίας στην Δύση, καθώς αυτή η προσέγγιση έπληττε ανεπανόρθωτα τα δικά της συμφέροντα.

Έτσι, παρατηρείται το καλοκαίρι του 2008 η επαναφορά στο προσκήνιο του ζητήματος της Νότιας Οσετίας και της Αμπχαζίας, ζήτημα το οποίο, μετά την ανεξαρτησία της Γεωργίας, είχε μπει στον πάγο. Η Ρωσία αναγνωρίζει μονομερώς την ανεξαρτησία των δυο περιοχών, οι οποίες μέχρι πρότινος ήταν αυτόνομες. Ωστόσο, με την πράξη αυτή παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, καθώς για να αναγνωριστεί η ανεξαρτησία ενός υπό διαμόρφωση κράτους θα πρέπει να διαθέτει ορισμένη επικράτεια, πρωτογενή εξουσία κι έναν λαό. Στην παραπάνω περίπτωση δεν υπήρχε ορισμένος λαός που να αιτείται αυτοδιάθεση, αλλά μια ρωσική μειονότητα εντός του γεωργιανού εδάφους. Παράλληλα, γίνεται αποστολή ρωσικών στρατευμάτων στις δυο αποσχισθείσες περιοχές, με το πρόσχημα της βοήθειας σε συμμαχικά «κράτη» και το θεμα σταματά εκεί, με τις διαπραγματεύσεις Γεωργίας-Ρωσίας.

Η τακτική αυτή της παραβίασης του άρθρου 2 § 4 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, που απαγορεύει ρητά την χρήση στρατιωτικής βίας, ακολουθείται από τον πρόεδρο Πούτιν και στην περίπτωση της Κριμαίας, το 2014. Όταν στις αρχές του έτους ο ουκρανικός λαός ανατρέπει την ρωσόφιλη κυβέρνηση Γιανούκοβιτς, η ρωσική μειονότητα της Κριμαίας εξεγείρεται και με δημοψήφισμα ζητά την επανένωση με την Ρωσία. Η Ρωσία δράττεται της ευκαιρίας, στέλνοντας και πάλι στρατεύματα για να ενσωματώσει την Κριμαία στη Ρωσική Ομοσπονδία, αλλά και ως απάντηση στην ανατροπή Γιανούκοβιτς. Ταυτόχρονα, οι Ρώσοι του Ντόνετσκ και του Λουχάνσκ ανακηρύσσουν την αυτονομία τους, εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση. Αυτό θα αποτελέσει, άλλωστε, και την αφορμή για την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, λίγα χρόνια αργότερα, το 2022, όπου βλέπουμε να επαναλαμβάνονται, με πανομοιότυπο τρόπο, τα γεγονότα της Νότιας Οσετίας.

Αρχικά, αξίζει να αναφερθεί ότι η Ρωσία δημιούργησε τεχνητές εντάσεις με την Ουκρανία μήνες πριν την εισβολή, επικαλούμενη τη γενοκτονία που υφίστανται οι Ρώσοι στο Ντονμπάς. Να  επισημανθεί, επίσης, ότι δεν γνωρίζουμε αν πράγματι έχει διαπραχθεί γενοκτονία στην Ανατολική Ουκρανία, αλλά ακόμα κι αν συνέβαινε αυτό, δεν δικαιολογεί την παραβίαση του άρθρου 2 § 4 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, καθώς η επέμβαση σε τρίτο κράτος με την επίκληση της «ευθύνης προστασίας», της προστασίας, δηλαδή, μιας ομάδας ανθρώπων, δεν συνιστά εξαίρεση από την απαγόρευση χρήσης στρατιωτικής βίας.

Παράλληλα, η Ρωσία μπορούσε να επιλύσει το θέμα με ειρηνικά μέσα, όπως με προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Δικαιοσύνης, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σε διαιτησία ή σε διαπραγματεύσεις, με την παράλληλη σύσταση εξεταστικής επιτροπής. Αντ’ αυτού, η Ρωσική ηγεσία επέλεξε να οξύνει τα πνεύματα, ανακοινώνοντας την αναγνώριση της ανεξαρτησίας του Ντόνετσκ και του Λουχάνσκ, προβαίνοντας, για ακόμη μια φορά, σε παραβίαση του διεθνούς δικαίου, και ειδικότερα του ψηφίσματος 2625 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Εν συνεχεία, απέστειλε «ειρηνευτικές δυνάμεις», ώστε να βοηθήσει τα συμμαχικά κράτη, γεγονός που συνιστά παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας και της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας – σύμφωνα με το ψήφισμα 3314 της ΓΣ του ΟΗΕ – αφού οι εν λόγω περιοχές συνιστούν ουκρανικό έδαφος και, μάλιστα, διεθνώς αναγνωρισμένο.

Πράγματι, λοιπόν, μπορούμε να συνάγουμε από τα προαναφερθέντα ότι η επιβολή του δικαίου του ισχυρού και η επίδειξη ισχύος είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής. Όλα αυτά, πάντως, φαίνεται να έχουν ως απώτερο στόχο την ενίσχυση της ρωσικής επιρροής στις γειτονικές χώρες και την ανάκτηση τμήματος της σοβιετικής εδαφικής επιρροής, με την παράλληλη απόκτηση ενδιάμεσου χώρου μεταξύ ΝΑΤΟ-Ρωσίας.

Το δεύτερο σκέλος της πολιτικής του αναθεωρητισμού, που φαίνεται ότι ακολουθεί η Ρωσία, είναι η ενίσχυση της παρουσίας της ανά την υφήλιο και η προσπάθεια να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις, όπως συνέβαινε παλαιότερα με την ΕΣΣΔ. Αυτό φάνηκε τόσο από την εμπλοκή της στον συριακό εμφύλιο, όπου υποστήριξε το καθεστώς Άσαντ, βοηθώντας το να κρατηθεί στην εξουσία, όσο και στην απόπειρα δανειοδότησης χωρών της Δύσης – και όχι μόνο – οι οποίες κατά τα πρώτα χρόνια μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 αντιμετώπισαν οξεία δημοσιονομικά προβλήματα, όπως η Κύπρος. Παράλληλα, προσπάθησε μέσα από επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα να διευρύνει την επιρροή της στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.

Πέρα από όσα αναφέρθηκαν, αξιομνημόνευτη  είναι και η στάση της Δύσης απέναντι σε όλα τα παραπάνω γεγονότα. Οι χώρες της Δύσης δεν έλαβαν τα αναγκαία μέτρα απέναντι στον ρωσικό επεκτατισμό, ενώ πολλές φορές αρκέστηκαν σε κινήσεις συμβολικού χαρακτήρα, καθώς δεν ήθελαν να έρθουν σε μια κατά μέτωπο αντιπαράθεση με τη Ρωσία, υπό τον φόβο μιας γενικευμένης σύρραξης. Το ΝΑΤΟ, ήδη από τις πρώτες ώρες της ρωσικής εισβολής, κατέστησε σαφές ότι δεν είναι πρόθυμο να εμπλακεί στρατιωτικά στην Ουκρανία. Από την άλλη πλευρά, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν προέβη στην πλήρη οικονομική απομόνωση της Ρωσίας, διότι δεν σταμάτησε εντελώς την προμήθεια ρωσικού φυσικού αερίου, φοβούμενη το τεράστιο οικονομικό κόστος που θα ακολουθούσε. Αυτή η νέα πολιτική του κατευνασμού που ακολούθησε και πάλι ο δυτικός κόσμος φαίνεται ότι ενθάρρυνε τον Ρώσο πρόεδρο στην υλοποίηση των σχεδίων του. Ο Β. Πούτιν πήρε το ρίσκο της εισβολής στην Ουκρανία, ελπίζοντας ότι αμφότεροι ΝΑΤΟ και ΕΕ δεν θα λάμβαναν δραστικά μέτρα για την αναχαίτιση του ρωσικού στρατού – όπως και έγινε.

Βέβαια, ούτε και το ΝΑΤΟ είναι άμοιρο ευθυνών. Μετά τη λήξη του ψυχρού πολέμου και εκμεταλλευόμενο τη ρωσική αδυναμία, επιχείρησε να διευρύνει την επιρροή του σε πρώην κομμουνιστικές χώρες, ακολουθώντας την πολιτική της μεγάλης διεύρυνσης, από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στο εξής. Το γεγονός, μάλιστα, ότι σχεδόν ολόκληρο το πρώην ανατολικό μπλοκ καθώς και πρώην σοβιετικά κράτη εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ – όπως οι χώρες της Βαλτικής – ή θέλησαν να ενταχθούν – όπως η Ουκρανία και η Γεωργία – αποτέλεσε καταλύτη για τις μετέπειτα εξελίξεις. Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ βρίσκονταν, πλέον, προ των πυλών την Μόσχας. Βέβαια, δεν ξέρουμε, εν τέλει, αν η στάση της Ρωσίας θα άλλαζε, αν δεν είχε στο μεταξύ συντελεστεί η διεύρυνση της βορειοατλαντικής συμμαχίας προς την Ανατολή, και είναι ήσσονος σημασίας η περαιτέρω εξέταση του εν λόγω σεναρίου. Αξίζει σε αυτό το σημείο να επισημανθεί, επίσης, το γεγονός ότι οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες επέδειξαν υποτιμητική συμπεριφορά απέναντι στη Ρωσία, διότι δεν την συμπεριέλαβαν ως σύμμαχο και εταίρο στο νέο σύστημα ασφαλείας που προέκυψε μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, ωθώντας τρόπον τινά τη ρωσική εξωτερική πολιτική προς αυτήν την κατεύθυνση.

Η όποια ανάλυση των αιτιών του ρωσο-ουκρανικού πολέμου θα ήταν ελλιπής χωρίς να γίνει αναφορά στη γεωστρατηγική θέση της Ουκρανίας, όπως, επίσης, και στον φυσικό της πλούτο. Αναφορικά με το πρώτο στοιχείο, οι ουκρανικές ακτές καταλαμβάνουν ένα σημαντικό ποσοστό των ακτών της Μαύρης Θάλασσας και, δεδομένης της θέσης της Κριμαίας, αλλά και της Οδησσού, αποτελούν, μετά τα στενά του Βοσπόρου, τα σημαντικότερα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας. Επομένως, ο έλεγχος των εν λόγω ακτών θα έδινε στη Ρωσία ένα τεράστιο στρατηγικό πλεονέκτημα, καθώς τα μόνα λιμάνια που διαθέτει η Ρωσία, εμπορικά αλλά, κυρίως, στρατιωτικά, βρίσκονται αφενός στην Βαλτική θάλασσα, και αφετέρου στο Βλαδιβοστόκ και στις ακτές του Ειρηνικού Ωκεανού. Όσον αφορά τον φυσικό πλούτο της Ουκρανίας, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι διαθέτει όχι μόνο σημαντικά κοιτάσματα υδρογονανθράκων, τα οποία είναι υψίστης σημασίας για την ενεργειακή επάρκεια της Ευρώπης, αλλά και σημαντική παραγωγή σιτηρών και γεωργικών προϊόντων. Ο έλεγχος των προαναφερθέντων φυσικών πόρων θα εξασφάλιζε με υλικά εφόδια τους συμμάχους των ΗΠΑ, γεγονός που ο ρώσος πρόεδρος θα ήθελε να αποφύγει με κάθε κόστος.

Οι επιπτώσεις του Ρωσο-Ουκρανικού πολέμου στην αρχιτεκτονική της ασφάλειας στην Ευρώπη 

Αναντίρρητα, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία πρόκειται να αλλάξει στο εγγύς μέλλον το οικοδόμημα της ασφάλειας στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Καταρχάς, κατάφερε και ένωσε την Ευρώπη κατά έναν μοναδικό τρόπο, κάτι το οποίο δεν είχε επιτύχει μόνη της εδώ και δεκαετίες, καθώς πάντα υπήρχαν διχογνωμίες για διάφορα ζητήματα, με αποτέλεσμα να καθυστερεί στην λήψη καίριων αποφάσεων. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, έχει έρθει η ώρα να επανέλθει στο προσκήνιο των διαβουλεύσεων στις Βρυξέλλες το ζήτημα της δημιουργίας ενός Ευρωστρατού. Η δημιουργία μιας αμυντικής δύναμης στους κόλπους της ΕΕ θα διασφαλίσει αφενός την ασφάλεια και την σταθερότητα στην Ευρώπη, διότι θα λειτουργήσει ως αποτρεπτικός παράγων ώστε περιφερειακά ζητήματα και διαφωνίες μεταξύ κρατών, για παράδειγμα τα ελληνοτουρκικά, να μην πάρουν επικίνδυνες διαστάσεις διακυβεύοντας την ειρήνη και την ασφάλεια. Αφετέρου, θα συμβάλει στην αυτόνομη πορεία της Ένωσης, με την μετατροπή της από μια απλή συνιστώσα του ΝΑΤΟ, όπως πολλοί ισχυρίζονται, σε έναν ισχυρό παίκτη στη διεθνή γεωπολιτική σκακιέρα, ικανό να προασπίσει τις αξίες και τα ιδανικά της έναντι αναθεωρητικών δυνάμεων.                                                                     

Από την άλλη πλευρά, κατά μια πιο πεσιμιστική αντίληψη, τα πράγματα ίσως να γίνουν πιο περίπλοκα. Υπό αυτό το πρίσμα, είναι πολύ πιθανόν να οδηγηθούμε σε έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο, ο οποίος ίσως λάβει απρόβλεπτες διαστάσεις. Ήδη παρακολουθούμε μια σταδιακή διαμόρφωση των νέων αντιμαχόμενων στρατοπέδων, με τις ΗΠΑ και τους παραδοσιακούς συμμάχους της από την μία, και την Ρωσία, με την σιωπηλή υποστήριξη της Κίνας και των συμμάχων τους από την άλλη. Σε αυτή την υπό διαμόρφωση πολιτική σκακιέρα, η Ευρώπη πιθανόν να αποτελέσει και πάλι το μήλο της έριδας και να διχαστεί ξανά, με την δημιουργία ενός νέου «Σιδηρούν παραπετάσματος», τα σύνορα του οποίου θα καθορίσουν οι εξελίξεις στο ουκρανικό μέτωπο. Πάντως, ήδη έχει αρχίσει να επικρατεί πανικός στους κόλπους ορισμένων κρατών. Πολλά από αυτά επιδιώκουν να ενισχύσουν την αμυντική τους θωράκιση,  με την αύξηση των δαπανών σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς, όπως η Γερμανία, ή με την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ, όπως η Σουηδία και η Φιλανδία, οι οποίες έχουν προβεί σε διαβουλεύσεις επί του θέματος. Από την άλλη, κάποιες χώρες επιδιώκουν την ένταξή τους στην ΕΕ, όπως η Ουκρανία και η Γεωργία. Έτσι, το σύστημα της ισορροπίας των δυνάμεων φαίνεται να επανέρχεται στο προσκήνιο, εκατό και πλέον χρόνια μετά την οριστική κατάρρευση του, με το ξέσπασμα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου.

Η επανεμφάνιση, λοιπόν, του ιμπεριαλιστικού πολέμου στην Ευρώπη έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι οι αξίες και τα ιδανικά που πρεσβεύει ο δυτικός κόσμος δεν είναι δεδομένα. Έτσι, έρχεται και πάλι στο προσκήνιο το εξής ερώτημα: θα μπορέσει ο ΟΗΕ να προστατεύσει τα ιδανικά και τους σκοπούς για τους οποίους δημιουργήθηκε ή θα έχει την μοίρα του προκατόχου του; Μήπως έχει φτάσει το πλήρωμα του χρόνου για την δημιουργία μιας 5ης γενιάς ειρηνευτικών επιχειρήσεων του ΟΗΕ, οι οποίες θα είναι ικανές να παρεμβαίνουν και να σταματούν τις εχθροπραξίες μεταξύ κρατών, υπερασπιζόμενες τον επιτιθέμενο;

Βιβλιογραφία:

KhrushchevaN. L. (05/03/2022). Τι σκέφτεται ο Πούτιν; in.gr. Διαθέσιμο σε: https://www.in.gr/2022/03/05/world/ti-skeftetai-o-poutin/

Αρβανιτόπουλος Κ. (2022). Η Ουκρανία και η Αναθεωρητική πολιτική του Πούτιν. tovima.gr. Διαθέσιμο σε: https://www.tovima.gr/2022/01/11/opinions/i-oukrania-kai-i-anatheoritiki-politiki-tou-poutin/

Παυλόπουλος Γ. (2022). Αέριο και συνάλλαγμα, Η Κίνα βοηθά της Ρωσία να αποφύγει την ασφυξία. ot.gr. Διαθέσιμο σε: https://www.ot.gr/2022/03/04/diethni/aerio-kai-synallagma-i-kina-voitha-ti-rosia-na-apofygei-tin-asfyksia/

Υφαντής Κ. (2022). Όλα είναι πιθανά με τον Πούτιν, ακόμη και να εισβάλει σε Μολδαβία και Γεωργία. liberal.gr. Διαθέσιμο σε: https://www.liberal.gr/news/ola-pithana-me-ton-poutin-akomi-kai-na-eisbalei-se-moldabia-georgia/436145

Βενιζέλος Ε. (2021) Οι σχέσεις ΝΑΤΟ-ΕΕ και η συζήτηση για τον λεγόμενο ευρωστρατό μέσα στη διεθνή συγκυρία (διαδικτυακή συζήτηση). Κύκλος ιδεών. Διαθέσιμο σε: https://www.youtube.com/watch?v=Ytu0NdP8A68

Βενιζέλος Ε., Μπακογιάννη Ν., Κατρούγκαλος Γ., Σισιλιάνος Λ.Α., Γαβουνέλη Μ. (2022). Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και τα ανθρώπινα δικαιώματα (διαδικτυακή εκδήλωση). Κέντρο Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου-Athens PIL της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ και το Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΙΜΔΑ). Διαθέσιμο σε: https://www.youtube.com/watch?v=QUZFKG_JGWM

Πηγές εικόνων:

  1. https://www.in.gr/wp-content/uploads/2022/03/geopolitics.jpg
  2. https://en.m.wikipedia.org/wiki/File:World_map_showing_CSTO_and_NATO_member_states_with_disputed_regions.svg