Loading...
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Ο βιασμός και άλλα φυλετικά εγκλήματα κατά τη διάρκεια ενόπλων συγκρούσεων υπό το φως των εξελίξεων του διεθνούς δικαίου

Γράφει η Άσπα Κατσίκη

«War is an inherently patriarchal activity, and rape is one of the most extreme expressions of the patriarchal drive towards masculine domination over the woman[1]».

            Τον τελευταίο μήνα, ως κοινωνία διανύουμε από τις πιο ζοφερές και σκοτεινές περιόδους με καθημερινές και αλλεπάλληλες αποκαλύψεις σχετικά με εγκλήματα βίας και σεξουαλικής κακοποίησης γυναικών. Εκτός από την εσωτερική έννομη τάξη, το ζήτημα του βιασμού και των φυλετικών εγκλημάτων κατά γυναικών και ανήλικων κοριτσιών ανακύπτει και σε διεθνές επίπεδο και ιδιαίτερα στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες λαμβάνει χώρα μία ένοπλη σύγκρουση σε ένα οποιοδήποτε κράτος.

            Ο βιασμός και τα φυλετικά εγκλήματα αποτελούσαν ανέκαθεν μία πάγια τακτική κατά τη διεξαγωγή πολέμων και ένοπλων συγκρούσεων, θεωρούταν δε ως αναπόφευκτη συνέπεια του πολέμου αν και ήδη από το Μεσαίωνα ήταν απαγορευμένη τακτική. Μάλιστα, μία πρώιμη κωδικοποίηση των εθιμικών κανόνων που πρέπει να τηρούνται στον κατά ξηρά πόλεμο από τους Αμερικανούς, γνωστή ως Lieber Code, κατέτασσε το βιασμό ως ένα από τα «σοβαρότερα εγκλήματα πολέμου» και επέβαλλε ως κύρωση για τους διαπράξαντες αυτών τη θανατική ποινή. Εντούτοις, παρά τις σχετικές απαγορεύσεις τα σεξουαλικά εγκλήματα εξακολουθούσαν να διαπράττονται κατά κόρον, με διάφορες μορφές, χωρίς καμία τιμωρία ή δίωξη των υπευθύνων. Χαρακτηριστικό είναι ότι κατά βάση, κατά την κοινή αντίληψη, θεωρούταν ως εγκλήματα που έθιγαν κυρίως την τιμή της οικογένειας ή ακόμα και τα «ιδιοκτησιακά» δικαιώματα των αρσενικών και όχι την υπόσταση και τα δικαιώματα των γυναικών.

            Η αντίληψη αυτή αποτυπώνεται εναργέστερα στις Συμβάσεις της Χάγης του 1907 όπου σιωπηρά εννοείται ότι απαγορεύεται η σεξουαλική βία ορίζοντας ότι «η τιμή και τα δικαιώματα της οικογένειας πρέπει να γίνονται σεβαστά». Μετά τις θηριωδίες που διεπράχθησαν κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η διεθνής κοινότητα υιοθέτησε, τις τέσσερις Συμβάσεις της Γενεύης του 1949 και τα δύο Πρόσθετα σε αυτές Πρωτόκολλα του 1977, δημιουργώντας έτσι το βασικά πυρήνα του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, με σκοπό την προστασία ορισμένων κατηγοριών πολιτών κατά τη διεξαγωγή των ένοπλων συγκρούσεων. Ωστόσο, στο τεράστιο αυτό πλέγμα κανόνων, μόνο μία διάταξη της 4ης Σύμβασης της Γενεύης και μία σε κάθε Πρόσθετο Πρωτόκολλο είναι αφιερωμένη στην απαγόρευση του βιασμού και την αναγκαστική πορνεία[2].

            Ακόμα και στις Δίκες της Νυρεμβέργης και του Τόκιο μετά τη λήξη του Β’ΠΠ, όπου παραπέμφθηκαν να δικαστούν οι ιθύνοντες για τα πιο σοβαρά εγκλήματα πολέμου, ο βιασμός δεν συμπεριλήφθηκε ως ένα από αυτά, ούτε και ασκήθηκαν διώξεις με αυτή την κατηγορία. Δυστυχώς, αυτή η προστασία που παρεχόταν είτε ρητώς είτε σιωπηρώς αποτέλεσε κενό γράμμα για τα επόμενα χρόνια και μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1990 μετά τις φρικαλεότητες που έλαβαν χώρα στην πρώην Γιουγκοσλαβία και τη Ρουάντα, άρχισαν να αυξάνονται οι φωνές και η επαγρύπνηση για τα εγκλήματα που διαπράττονταν κατά των γυναικών και των ανήλικων κοριτσιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί πως μόλις το 1998 ορίστηκε νομολογιακά για πρώτη φορά η έννοια του «βιασμού».  

             Κρίσιμα για την αναγνώριση και τιμωρία του βιασμού και άλλων σεξουαλικών εγκλημάτων, στάθηκαν τα ad hoc ποινικά δικαστήρια για την π. Γιουγκοσλαβία  (ICTY) και τη Ρουάντα (ICTR). Οι δικαστικές αυτές συνθέσεις συστάθηκαν από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, με σκοπό την έρευνα και την ποινική δίωξη των υπευθύνων για εγκλήματα σοβαρών παραβιάσεων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα γενοκτονίας, τα οποία διεπράχθησαν στην π. Γιουγκοσλαβία και τη Ρουάντα αντίστοιχα.

            Όπως προειπώθηκε μόλις το 1998, στη μνημειώδη απόφαση Akayescu, το ICTR όρισε τι είναι βιασμός και τι σεξουαλική βία. Συγκεκριμένα, αφού απεφάνθη πως «τα στοιχεία του βιασμού δεν μπορούν να αποδοθούν με μία μηχανική περιγραφή των αντικειμένων και των μερών του σώματος», κατέληξε πως ο βιασμός είναι «μία φυσική εισβολή σεξουαλικής φύσεως που διαπράττεται κατά ενός προσώπου υπό συνθήκες καταναγκασμού», ενώ ως σεξουαλική βία ορίζεται «κάθε πράξη σεξουαλικού χαρακτήρα που διαπράττεται σε ένα άτομο υπό καταναγκαστικές συνθήκες και δεν περιορίζεται στη φυσική  εισβολή στο ανθρώπινο σώμα αλλά μπορεί να περιλαμβάνει και πράξεις που δεν περιέχουν διείσδυση ή ακόμη και φυσική επαφή».

            Περαιτέρω, εξειδίκευσε την έννοια «συνθήκες καταναγκασμού» τονίζοντας πως «ο καταναγκασμός που απαιτείται, δεν είναι ανάγκη να ισοδυναμεί με φυσική βία, όπως απειλές, εκφοβισμό, αλλά και άλλες μορφές πίεσης, οι οποίες προκαλούν φόβο ή απόγνωση, μπορούν εξίσου να αποτελέσουν καταναγκασμό. Μάλιστα, ο καταναγκασμός μπορεί να είναι έμφυτος στις ένοπλες συγκρούσεις ή όταν το στρατιωτικό προσωπικό είναι παρόν». Την ίδια χρονιά, το ICTY, στην υπόθεση Furundzija, διεύρυνε ακόμα περισσότερο την έννοια του βιασμού κρίνοντας πως η αντικειμενική υπόσταση (actus rea) του εγκλήματος κατά το διεθνές δίκαιο, περιλαμβάνει και τις στοματικές σεξουαλικές πράξεις ως μία μορφή βιασμού. Η πρωτοπορία αυτής της απόφασης έγκειται και στο γεγονός ότι το δικαστήριο αναγνώρισε πως ο καταναγκασμός μπορεί να στρέφεται και κατά ενός τρίτου προσώπου.

            Το ίδιο δικαστήριο, λίγα χρόνια αργότερα, το 2001, με την πλέον σημαντική απόφαση Kunarac et al διεύρυνε έτι περισσότερο τον ορισμό που είχε δώσει νωρίτερα. Συγκεκριμένα, στην έννοια του καταναγκασμού περιέλαβε τον όρο «σεξουαλική αυτονομία», υιοθετώντας έτσι έναν ορισμό βασιζόμενο στην έννοια της συναίνεσης. Κατά το δικαστήριο, η σεξουαλική αυτονομία του θύματος παραβιάζεται όταν το πρόσωπο δεν συμφωνεί ελεύθερα στη σεξουαλική πράξη ή δεν είναι εθελοντικώς συμμετέχον. Παράγοντες όπως η βία, η απειλή βίας, η εκμετάλλευση ενός ευάλωτου προσώπου αποτελούν ενδείξεις μη εθελούσιας συναίνεσης. Όπου η φαινομενική συγκατάθεση πηγάζει από τέτοιους παράγοντες, δεν συνιστά πραγματική συγκατάθεση.

            Έτσι, το δικαστήριο αναγνώρισε τρεις ευρύτερες κατηγορίες, οι οποίες μπορούν να συνιστούν βιασμό: αυτές που περιλαμβάνουν βία ή απειλή βίας, αυτές που περιλαμβάνουν έλλειψη συναίνεσης από την πλευρά του θύματος και αυτές που περιλαμβάνουν μία ποικιλία άλλων περιστάσεων που έκαναν το θύμα ιδιαίτερα ευάλωτο ή ανήρεσαν την ικανότητά του να προβεί σε επίσημη άρνηση. Τα actus rea του βιασμού κατά το διεθνές δίκαιο, περιλαμβάνουν «τη σεξουαλική διείσδυση στον κόλπο, τον πρωκτό ή και το στόμα του θύματος με το πέος ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο του δράστη με εξαναγκασμό ή βία ή απειλή βίας εναντίον του θύματος ή τρίτου προσώπου, χωρίς τη συναίνεση του θύματος, η οποία πρέπει να δίνεται εθελούσια». Η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος (mens rea) περιλαμβάνει το σκοπό πραγματοποίησης της ανωτέρω πράξης και τη γνώση πως αυτή λαμβάνει χώρα χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος.

            Η πρωτοπορία της απόφασης αυτής έγκειται κυρίως στην απαγκίστρωση από τη μέχρι τότε πατριαρχική αντίληψη περί προσβολής της τιμής της οικογένειας και των δικαιωμάτων του άντρα και την εστίαση στην προσβολή της «σεξουαλικής αυτονομίας» του θύματος. Επιπλέον, για πρώτη φορά υιοθετήθηκε μία ευρύτερη αντίληψη περί της «συναίνεσης», αποφεύγοντας τους παραδοσιακούς ορισμούς ως προς το στοιχείο της «συγκατάθεσης», οι οποίοι επικεντρώνονταν έως τότε κυρίως στη συμπεριφορά του θύματος και στο κατά πόσο προέβαλε κάποια αντίσταση. Αντιθέτως, το δικαστήριο έδωσε βάση στην εκτίμηση των περιστάσεων εκείνων, οι οποίες  μπορούσαν να επηρεάσουν την ικανότητα του θύματος να λάβει ελεύθερες αποφάσεις.

            Η νομολογία των δύο δικαστηρίων συνέβαλε τα μέγιστα και για την ποινική τιμωρία των σεξουαλικών εγκλημάτων κατά την περίοδο των ένοπλων συγκρούσεων. Έτσι, ο βιασμός, η σεξουαλική βία και άλλες μορφές φυλετικών εγκλημάτων αντιμετωπίστηκαν και τιμωρήθηκαν άλλοτε ως εγκλήματα κατά της γενοκτονίας, άλλοτε ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και άλλοτε πάλι ως εγκλήματα πολέμου. Στην υπόθεση Akayescu το ICTR καταδίκασε τον κατηγορούμενο για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και για το έγκλημα της γενοκτονίας, κρίνοντας πως ο βιασμός και η σεξουαλική βία αποτελούσαν «εργαλεία γενοκτονίας», καθώς και μέρος διακεκριμένης και συστηματικής επίθεσης εναντίον ενός πληθυσμού.

            Στην υπόθεση Celebici, το ICTY έκρινε πως ο βιασμός μπορεί να αποτελεί βασανιστήριο αρκεί να πληρούνται τα τέσσερα στοιχεία των βασανιστηρίων, έτσι όπως αυτά αποτυπώνονται στη Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων, αποτελώντας έτσι έγκλημα πολέμου. Στην υπόθεση Furundzija, το ICTY, χαρακτήρισε το βιασμό ως μία σοβαρή παραβίαση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, ενώ στη μνημειώδη υπόθεση Kunarac et al για πρώτη φορά χαρακτήρισε το βιασμό ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, αναγνωρίζοντας και τη σεξουαλική υποδούλωση ως μία μορφή σεξουαλικού εγκλήματος. Για να πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υποδούλωσης απαιτείται άσκηση εξουσίας στο θύμα, η οποία να ισοδυναμεί με πράξεις άσκησης ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται πρόθεση άσκησης τέτοιας μορφής εξουσίας.

            Η τεράστια συμβολή της νομολογίας των δικαστηρίων διαφαίνεται από το γεγονός πως όταν συστάθηκε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ICC) στο Καταστατικό του (ΚατΡώμης), ενσωματώθηκαν οι ορισμοί και τα στοιχεία των εγκλημάτων, έτσι όπως αυτά έγιναν δεκτά από το ICTR και το ICTY. Στις διατάξεις του ΚατΡώμης ποινικοποιούνται ο βιασμός, η σεξουαλική βία, η σεξουαλική υποδούλωση, ο εξαναγκασμός σε πορνεία, ο εξαναγκασμός σε εγκυμοσύνη, η αναγκαστική στείρωση και άμβλωση ως εγκλήματα πολέμου, ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ως σοβαρές παραβιάσεις των Συμβάσεων της Γενεύης του 1949 και ενίοτε ως γενοκτονία[3]. Μάλιστα το ICC, το 2016, στην υπόθεση του στρατιωτικού διοικητή Jean-Pierre Bemba Gombo για τα εγκλήματα που έλαβαν χώρα στο Κονγκό, αναγνώρισε για πρώτη φορά το έγκλημα του βιασμού ως έγκλημα πολέμου.

            Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για την απόφαση Brima, Kamara et Kanu (AFRC Case) του Ειδικού Δικαστηρίου για τη Σιέρα Λεόνε (SCSL), η οποία καταπιάστηκε με το ακανθώδες ζήτημα του «αναγκαστικού γάμου». Αν και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι «ο αναγκαστικός γάμος δεν αποτελεί μία ξεχωριστή κατηγορία σύμφωνα με το διεθνές ποινικό δίκαιο», το Τμήμα Εφέσεων απεφάνθη πως «ο αναγκαστικός γάμος ήταν μία ανεξάρτητη κατηγορία εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, ως μία απάνθρωπη πράξη που απαγορεύεται από το άρθρο 2 (i) του Καταστατικού του Ειδικού Δικαστηρίου».

            Συμπερασματικά, τα έως τώρα βήματα αποτιμώνται ως ιδιαιτέρως θετικά. Ωστόσο, το γεγονός ότι η οποιαδήποτε πρόοδος έλαβε χώρα μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές του 2000, καταδεικνύει το έλλειμα προστασίας των γυναικών και των ανήλικων κοριτσιών, οι οποίες συχνά αντιμετωπίζονταν ως «λάφυρα πολέμου» ή και ως «μέσο εκτόνωσης και ανταμοιβής» των πολεμιστών αντρών. Η σεξουαλική βία μπορεί να λάβει ποικίλες μορφές, όπως ο βιασμός, ο αναγκαστικός γάμος, η αναγκαστική στείρωση και άμβλωση, η αναγκαστική εγκυμοσύνη, η σεξουαλική δουλεία. Σε κάθε μορφή της, όμως, στιγματίζει τις γυναίκες, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις, ακόμα και στη μετα-συγκρουσιακή εποχή, παραμένουν παραγκωνισμένες, καθώς σε αρκετές κοινωνίες και κουλτούρες δε γίνονται αποδεκτές από τους γονείς και τους συζύγους τους, εάν έχουν πέσει θύματα σεξουαλικής βίας.

             Ευχής έργον είναι τα σεξουαλικής φύσεως εγκλήματα να τυποποιηθούν και να ποινικοποιηθούν αυτούσια ως τέτοια και όχι υπό το μανδύα των εγκλημάτων πολέμου, γενοκτονίας και κατά της ανθρωπότητας, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα. Να δοθεί βήμα στις γυναίκες – θύματα να μιλήσουν για όσα βίωσαν, χωρίς να στιγματίζονται, καθώς και κοινωνική, ηθική, ιατροφαρμακευτική και δικαστική αρωγή και προστασία.

            Η βία κατά των γυναικών εκδηλώνεται με διάφορες μορφές, σωματικά, ψυχικά, οικονομικά, κοινωνικά και όχι μόνο σε περιόδους ένοπλων συγκρούσεων, αλλά και εν καιρώ ειρήνης, ενώ το κλίμα φόβου και καταπίεσης, το οποίο αποτελεί μέρος της πατριαρχικής δομής των κρατών, συνιστά απειλή για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια. Στη μάχη κατά της βίας των γυναικών, οφείλουμε να διασφαλίσουμε πως τα δικαιώματά τους θα αναγνωρίζονται ως ανθρώπινα δικαιώματα και πως θα αποδίδεται ευθύνη στις εκάστοτε κυβερνήσεις για πράξεις βίας κατά των γυναικών.

Πηγές:

  1. Amy Palmer, An Evolutionary Analysis of Gender-Based War Crimes and the Continued Tolerance of “Forced Marriage”,  7 Northwestern Journal of International Human Rights 133, 2009.
  2. Kelly D. Askin, Prosecuting Wartime Rape and Other Gender-Related Crimes under International Law: Extraordinary Advances, Enduring Obstacles, 21 Berkeley Journal of Int’l Law 288, 2003.
  3. Mark Ellis, Breaking the Silence: Rape as an International Crime, 38 Case Western Reserve Journal of Int’l Law 225, 2007.
  4. Rosalind Dixon, Rape as a Crime in International Humanitarian Law: Where to From Here?, 13 European Journal of International Law 697, 2002.
  5. Kiran Grewal, The Protection of Sexual Autonomy under International Criminal Law: The International Criminal Court and the Challenge of Defining Rape, 10 Journal of International Criminal Justice 373, 2012.
  6. Kelly D. Askin, The Quest for Post-Conflict Gender Justice, 41 Columbia Journal of Transnational Law 509, 2003.
  7. David Mitchel, The Prohibition of Rape in International Humanitarian Law as a Norm of Jus Cogens: Clarifying the Doctrine, 15 Duke Journal of Comparative & International Law 219, 2005.
  8. Rashida Manjoo, Calleigh McRaith, Gender-Based Violence and Justice in Conflict and Post-Conflict Areas, 44 Cornell International Law Journal 11, 2011.
  9. Indai Lourdes Sajor, Our Common Grounds, in Common Grounds: Violence Against Women in War and Armed Conflict Situation; Asian Center for Women’s Human Rights (ASCENT), New Delhi, 1998.
  10. ICTR, Prosecutor v. Jean – Paul Akayescu, Trial Judgment of 2 September 1998, No. ICTR-96- 4-T.
  11. ICTY, Prosecutor v. Anto Furundzija, Trial Chamber Judgment of 10 December 1998, No. IT-95-17/1-T.
  12. ICTY, Prosecutor v. Dragoljub Kunarac, Radomir Kovac and Joran Vukovik, Trial Judgment of 22 February 2001, No IT-96-23-T & I t-96-23/1- T.
  13. ICTY, Prosecutor v. Delalic, Trial Judgment of 16 November 1998, No. IT-96-21-T, P 496.
  14. ICC, The Prosecutor v. Jean-Pierre Bemba Gombo, Trial Chamber III Judgment of 21 March 2016, No ICC-01/05-01/08-3343.
  15. SCSL, Prosecutor v. Brima, Kamara, and Kanu, Chamber Judgment of 20 June 2007, Case No. SCSL-2004-16-PT.
  16. SCSL, Prosecutor v. Brima, Kamara, and Kanu, Appeals Chamber Judgment of 22 February 2008), Case No. SCSL-2004-16-A.

Πηγή εικόνας: DW.com “Opinion: UN must do more to end rape in conflict zones”, διαθέσιμη στο https://www.dw.com/en/opinion-un-must-do-more-to-end-rape-in-conflict-zones/a-48434092


[1] Indai Lourdes Sajor, Our Common Grounds, in Common Grounds: Violence Against Women in War and Armed Conflict Situation; Asian Center for Women’s Human Rights (ASCENT), New Delhi, 1998

[2] Άρθρο 27 της IV Σύμβασης της Γενεύης, άρθρο 76 (1) του I Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και άρθρο 4 (2)(e) του II Πρόσθετου Πρωτοκόλλου

[3] Βλ. σχετικά άρθρα 6, αρ. 7(1)(f)(1),(2), αρ. 8(2)(b)(xxii)(1),(2) και 8(2)(e)(vi)-1(1),(2)